Legislator Case Law & Legislation
833/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in employment termination case where employer failed to pay statutory severance.

Case Number 833/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding an employment contract termination. The employer terminated a permanent employee without providing the full statutory severance payment agreed upon in the contract. The court ruled that the employer's failure to pay the agreed sum rendered the termination invalid and ordered the employer to pay the outstanding amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955: An employer terminating an indefinite-term contract must provide statutory severance; failure to pay the agreed contractual severance renders the termination invalid.

Keywords

AI generated
employment contract termination statutory severance payment indefinite term contract contractual severance agreement invalid termination labor law Greece Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 2112/1920
Law 3198/1955
Law 2556/1997
Civil Procedure Code Art. 559
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 833 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SOLIDUS SECURITIES, ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Βλαστού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Θ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1626/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1452/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, εφ' όσον η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ήταν αορίστου χρόνου και λειτούργησε για περισσότερο από δύο μήνες, δεν μπορεί να συντελεσθεί εγκύρως, χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία, η οποία πρέπει να γίνει με τήρηση προθεσμίας ανάλογης προς τα χρόνια υπηρεσίας.

Εάν δεν τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση με το σύνολο των τακτικών αποδοχών, τις οποίες θα έπρεπε να του έχει καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα προ του οποίου όφειλε να τον προειδοποιήσει για την καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για το κύρος της καταγγελίας μιας σύμβασης ή σχέσης παροχής εξαρτημένης εργασίας υπαλλήλου πρέπει ο εργοδότης, πέραν των άλλων υποχρεώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα, να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό, πλήρη, την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Ως τέτοια θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2112/1920, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τον ποσοτικό περιορισμό του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 3198/ 1955, αλλά και η τυχόν πρόσθετη χρηματική αποζημίωση, η οποία είχε ορισθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και εργαζομένου.

Μια τέτοια συμφωνία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), είναι σύμφωνη με την αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων και προβλέπεται, ρητώς, στο άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 1144/1983, ΑΠ 1691/2012, ΑΠ 527/2004). Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τον ποσοτικό περιορισμό που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου περί υπαλλήλου, κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως δεν λαμβάνονται υπ' όψη οι τακτικές αποδοχές κατά το μέρος που υπερβαίνουν "το οκταπλάσιο του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30", διότι ο περιορισμός αυτός αφορά αποκλειστικά στη νόμιμη αποζημίωση και δεν καταλαμβάνει τη συμβατική, η εκ της οποίας δέσμευση του εργοδότη, εφ' όσον είναι "μάλλον ευνοϊκή" για τον εργαζόμενο (άρθρο 8 παρ.1 του ν. 2112/1920), παραμένει, κατ' αρχήν, ισχυρή (πρβλ.

ΑΠ 341/2011, άλλως ΑΠ 1750/2008). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1626/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία θεωρείται ότι έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη 1452/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας λόγω ερημοδικίας αυτής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη:

Ότι η εναγομένη (εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την 23-4-2008, είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ενάγοντα (εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο), που διέθετε μεγάλη εμπειρία και εξαιρετική φήμη ως χρηματιστής, για να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως διευθυντικό στέλεχος κατά την οργάνωση και λειτουργία τμήματος θεσμικών επενδυτών, που μέχρι τότε δεν υπήρχε στο πλαίσιο της επιχείρησης.

Ότι ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε το ποσό των 9.000 ευρώ μηνιαίως και ως αποζημίωση αυτού, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, συμφωνήθηκε το ποσό των 300.000 ευρώ, στο οποίο θα συμψηφιζόταν και η νόμιμη αποζημίωση, εφ' όσον ήταν μικρότερη. Ότι η εναγομένη, την 14-5-2009, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και πρόσφερε, αλλά δεν κατέβαλε, στον ενάγοντα, ως αποζημίωση, το ποσό των 15.854,40 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, το πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ένδικη, από 31-7-2009 αγωγή, ως προς το κεφάλαιο με το οποίο ο ενάγων επιδιώκει την είσπραξη της συμβατικώς καθορισμένης αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

3. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. σκέψη αρ.1), τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρη και σαφή αιτιολογία υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα και σύμφωνα με τα οποία η αναιρεσείουσα, ως εργοδότης, δεσμευόταν από τη συμφωνία καθορισμού συμβατικής αποζημιώσεως, η οποία, παρεμπιπτόντως, κρίθηκε ως μη καταπλεονεκτική και προς την οποία όφειλε να συμμορφωθεί. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και, ειδικότερα, ότι η συνομολόγηση συμβατικής αποζημιώσεως μεγαλύτερης, από εκείνη που καθορίζεται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 3198/ 1955, υπήρξε [δήθεν] άκυρη και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-4-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 1452/ 2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ