Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment where defendant died before trial conclusion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding property ownership. The appellant challenged the decision because the original defendant had died before the final hearing, while the plaintiff successfully argued that the death did not invalidate the claim. The court ruled that the procedural interruption caused by the death was properly handled, and the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party during the appeal process interrupts the trial, but the successor cannot be summoned for retrial before the four-month objection period expires or before losing the right to object.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 833 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Αυγερινό.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Μπότσαρης και δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 6-2-2008 και κληρονομήθηκε από τον σύζυγό της... και τα τέκνα της... και ..., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Εδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 412/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 5-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή, επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος όμως δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αριδαίας η αναιρεσίβλητη Ψ1 απεβίωσε στις 6-2-2008 ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ.
το 4084/2008 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Έδεσσας) και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, σύζυγός της ... και τα τέκνα της ...και ... , μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς της (βλ. το από ... πιστοποιητικό του ΟΤΑ ...) με δήλωσή τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου της αναιρεσίβλητης.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής, που αφορά ακίνητο, το δικόγραφό της, εκτός από το αίτημα και τα λοιπά στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρ. 118 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, και τα εξής:
α) Τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα ο ενάγων και ειδικότερα, αν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αυτός ή ο δικαιοπάροχός του, πρέπει να αναφέρει (για τον μετά την 23-2-1946 χρόνο), σύμφωνα με τα άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ ότι νεμήθηκαν το ακίνητο με διάνοια κυρίων επί μία συνεχή εικοσαετία, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της αγωγής, γ) την αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής του επιδίκου από την εναγόμενο, δ) την αξία του επιδίκου και ε) το σχετικό αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητας και αποδόσεως του πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της ιστορεί ότι το επίδικο οικόπεδο άλλοτε αγροτεμάχιο (το οποίο περιγράφει λεπτομερώς κατ' έκταση και όρια και του οποίου την αξία προσδιορίζει στο ποσό των 40.000 ευρώ) "απέκτησε κατά κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με διάνοια κυρίας από το έτος 1970, μέχρι της καταλήψεώς του από την αναιρεσείουσα - εναγομένη το έτος 1998 (15.2.1998) και ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το επίδικο καλλιεργούσε η ίδια αδιατάρακτα και αδιαλείπτως, διενεργώντας επ' αυτού όλες εκείνες τις πράξεις νομής που αρμόζουν στον νομέα ακινήτου, δοθέντος ότι φύτεψε σ' αυτό επανειλημμένως κερασιές και στη συνέχεια το περιέφραξε".
Με το ανωτέρω ιστορικό η ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητεί την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο και την απόδοσή του σ' αυτή, είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη ως προς τον επικαλούμενο υπό την ισχύ του Α.Κ. χρόνο χρησικτησίας, που υπερβαίνει, κατά πολύ την εικοσαετία και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, κατά τους οποίους η αγωγή ήταν νόμω αβάσιμη και έπασχε νομική αοριστία διότι η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρει αν μεταγράφηκε νομίμως η καθ' υποφορά στην αγωγή αναφερομένη ...δημοσία διαθήκη της μητέρας της, που είχε συνταχθεί ενώπιον τη σ/φου Αλμωπίας Βαρβάρας Παπαδημητρίου, ή και αν οι φερόμενοι δικαιοπάροχοί της ασκούσαν τις όποιες υλικές πράξεις επί του επιδίκου συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και για πόσα έτη υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΒΡΔ δικαίου, και με τους οποίους γίνεται επίκληση αναιρετικών Πλημμελειών από τους αριθ. 1, 14 (όπως εκτιμάται και όχι από τον αριθ. 10 του ιδίου άρθρου που επικαλείται η αναιρεσείουσα) και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, σχετικά με το ως άνω μέρος της αγωγής η οποία, σημειωτέον, κατ' αυτό και μόνο το μέρος κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ότι έπρεπε να γίνει δεκτή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.9.2006 αίτηση της ..., για αναίρεση της 412/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη στη θέση της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ