Supreme Court dismisses appeal for procedural default and lack of evidence review under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal of the First Instance Court's decision. The appellant failed to appear at the scheduled hearing, violating procedural rules, while the court rejected arguments regarding insufficient evidence and document distortion. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the lower court's ruling stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 128, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the hearing, and the ground of insufficient evidence is unfounded when the court of first instance explicitly cites the evidence relied upon.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 833 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: ....., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) ...., 2) .... και 3) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσικνάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 440/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 85/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 26-7-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 2-11-2005 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ....... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ....., και από τις κάτω από αυτή απόδειξη παράδοσης και βεβαίωση ταχυδρόμησης δικογράφου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 26-7-2006 κλήσης προς συζήτηση της από 23-4-2005 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 128 του ΚΠολΔ, προς την αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Δεδομένου δε ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη (πολιτική ή ποινική) ή ένορκες βεβαιώσεις που δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερες κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν αποδείχτηκε ή ένσταση απόκτησης από αυτήν κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη α) τις ανακριτικές καταθέσεις των ...
και ...., β) τις ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου καταθέσεις των ..., ...., .... και ...., που είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν σε δίκες ασφαλιστικών μέτρων, γ) το από 1-11-1970 ιδιωτικό μισθωτήριο δ) το από 16-6-1994 έγγραφο του Β΄ Αστυνομικού Τμήματος Ηρακλείου και ε) τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενώπιον της Εισηγήτριας που ορίσθηκε με την 573/1996 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν τις ανακριτικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και όλες οι καταθέσεις που περιέχονται στην 5688/1-1-1997 εισηγητική έκθεση, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης και μάλιστα την αιτιολογία ότι "οι όποιες διακατοχικές πράξεις που άσκησε κατά διαστήματα στο επίδικο από το 1970 η αναιρεσείουσα, όπως εκμίσθωση στην οικογένεια ...., είσπραξη μισθωμάτων...δεν έγιναν με διάνοια κυρίου, αλλά για λογαριασμό της αδελφής της...", δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, προς σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α΄ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την διαγραφή της περίπτωσης β΄ με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Όταν συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για την αλήθεια ή αναλήθεια των περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή συγκεκριμένης ένστασης, δε δημιουργείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 (περ.
α΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η αλήθεια των περιστατικών που συγκροτούν τη βάση της ένστασής της για απόκτηση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν το Εφετείο αναφέρει τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο αυτό ζήτημα.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης του εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι αυτό έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτόν παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το έγγραφο, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό ή μετά τη συνεκτίμησή του με τις υπόλοιπες αποδείξεις, καταλήγει ως προς το κρίσιμο προς απόδειξη ζήτημα, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αφού η εκτίμησή του αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο αναιρετήριο αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων, με το να δεχτεί, μετά συνεκτίμησή τους με τις μαρτυρικές καταθέσεις, ότι οι αναφερόμενες σε αυτές εισπράξεις μισθωμάτων έγιναν από την αναιρεσείουσα για λογαριασμό της αδελφής της και όχι για λογαριασμό της ίδιας, γεγονός μάλιστα που δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι βεβαιώνεται με τις αποδείξεις αυτές.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2004 αίτηση της ....... για αναίρεση της 440/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ