Legislator Case Law & Legislation
832/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision due to vague grounds and failure to address specific appeal arguments.

Case Number 832/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Labor Court's decision rejecting the employee's claim for unpaid wages and damages. The employee alleged illegal dismissal and unpaid benefits, while the company argued the contract was void and she refused services. The court rejected the appeal because the company failed to provide specific facts to support its grounds, rendering the appeal inadmissible under labor law procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific facts and arguments; vague or abstract grounds without reference to the lower court's specific findings are inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal grounds specific facts requirement labor court decision procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the Code of Civil Procedure
Article 41 of the internal labor regulations

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 832 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 832/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σμυρνή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Σ., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καψόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1565/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την από 913/2018 και 3350/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14-10-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 9643/926/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3350/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1565/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 913/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η από 11.6.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.

Στην εν λόγω αγωγή η αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι απασχολήθηκε ως γεωπόνος στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, από την πρόσληψή της την 2.9.2002 μέχρι και την 15.4.2013, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας ακύρως, καθότι άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας παράνομα και καταχρηστικά, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητά της και αρνούμενη έκτοτε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Ότι επιπλέον η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε το σύνολο των αποδοχών που εδικαιούτο σύμφωνα με τις οικείες σσε, καθώς και αμοιβή για υπερεργασία, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία και επιδόματα δώρων εορτών και αδείας. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ, να αναγνωρισθεί δε η υποχρέωσή της να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 79.888,46 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικά δε και για την περίπτωση που το δικαστήριο θα έκρινε ότι δεν τής οφείλονται αποδοχές υπερημερίας, αλλά αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 89.888,46 (5537,37+84351,09) ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τους όρους εργασίας της, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την παραπάνω υποχρέωση.Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προαναφερόμενη οριστική απόφαση, αφού έκρινε άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης με απειλή χρηματικής ποινής και επιδίκασε στην τελευταία (αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 71.061,17 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, με εξαίρεση το από 1.172,71 ευρώ κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, για το οποίο επιδίκασε τόκους από την επίδοση της αγωγής, οι δε παραδοχές του επικυρώθηκαν από την αναιρεσιβαλλομένη με την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2022, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 513/2016, ΑΠ 861/2014).

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου κατά λέξη και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο (ΑΠ 867/2019). Στην προκείμενη περίπτωση αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι εκτίμησε εσφαλμένα το έγγραφο της αναγγελίας πρόσληψης της αναιρεσίβλητης ως προς την ιδιότητα αυτής ως αποφοίτου ανωτέρας ή ανωτάτης σχολής και ότι λόγω της εσφαλμένης ανάγνωσης αυτού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν αναγνώρισε τον τίτλο σπουδών της αναιρεσίβλητης ως τίτλο παρεχόμενο από ανώτατο ίδρυμα (γεγονός που είχε ως έννομη συνέπεια να μην τής καταβάλει το προβλεπόμενο από την οικεία συλλογική σύμβαση επίδομα σπουδών), χωρίς να παραθέτει το κείμενο της αναγγελίας πρόσληψης, το οποίο καταδεικνύει, σύμφωνα με τον αναιρετικό λόγο, την εσφαλμένη απόδοση του νοήματός του από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή το σφάλμα "ανάγνωσης".

Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός (πρώτος της αίτησης αναίρεσης) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, άλλα με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, 1778/2013).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 176/2019).

Με τον επόμενο (δεύτερο λόγο αναίρεσης) η αναιρεσείουσα προσβάλλει για ελλιπή, αντιφατική, αλλά και εσφαλμένη αιτιολογία (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) συλλήβδην τα συμπεράσματα της αναιρεσιβαλλομένης, ότι στις αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθώς και στις αμοιβές της για υπερεργασία, αποζημίωση για παράνομη υπερωρία, επιδόματα δώρων εορτών και αδείας δεν συνυπολογίστηκαν από την αναιρεσείουσα όσα προβλέπονται από την οικεία σσε, δηλαδή τα επιδόματα γάμου και τέκνων, καθώς και τα επιδόματα πτυχίου, ξένης γλώσσας και επίδομα ευθύνης για τα οποία η αναιρεσίβλητη είχε τα αντίστοιχα προσόντα (πτυχίο ξένων γλωσσών, τοποθέτηση σε θέση ευθύνης ως υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου) και ιδιότητες (έγγαμη και μητέρα δυο ανηλίκων), που ήταν γνωστές στην αναιρεσείουσα.

Δεν αναφέρονται όμως και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του για το βάσιμο της αγωγής.

Ως προς την αιτίαση της αναιρεσείουσας που περιέχεται στον ίδιο λόγο ότι ουδέποτε αρνήθηκε ότι γνώριζε τις παραπάνω ιδιότητες της αναιρεσίβλητης, αλλά αρνήθηκε ότι αυτές γνωστοποιήθηκαν νομίμως, στην αποσπασματικά διατυπωμένη παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης που περιγράφεται στον ως άνω λόγο, διατυπώνεται η ανέλεγκτη και χωρίς αντιφάσεις κρίση του δικαστηρίου ότι η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε νομίμως στην αναιρεσείουσα τις μεταβολές της οικογενειακής της κατάστασης και επομένως, υπό το πρόσχημα της ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας κρίση της.

Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Απαράδεκτοι είναι και οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη επειδή α) δεν αξιολόγησε ορθά και έκρινε χωρίς αιτιολογία αναξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλειά της και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε είχε αρμοδιότητες υπεύθυνης ή προϊσταμένης τμήματος β) θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκαν τα λάθη της αναιρεσίβλητης που οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεώς της και γ) έδωσε βαρύτητα στην κατάθεση μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με την κατάθεση του οποίου είχε δηλωθεί στην αναιρεσίβλητη ότι θα απολυθεί μόλις παρέλθει ο χρόνος προστασίας της λόγω μητρότητας, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας βρισκόταν σε σφοδρή αντιδικία με την αναιρεσείουσα.

Ο λόγοι αυτοί που φέρονται να στηρίζονται στην παράβαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με την ειδικότερη αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Τούτο προκύπτει ευθέως από το κείμενο της αναίρεσης με την οποία βάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη επειδή φέρεται να απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε συγκεκριμένες μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς όμως να προτείνεται και ο λόγος για τον οποίον αυτές δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 873/2019), ο δε όρος "χωρίς απόδειξη" που διατυπώνεται κατά την ανάπτυξη των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, με τον οποίον η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την παράβαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έχει την έννοια ότι, κατά την κρίση της αναιρεσείουσας, τα γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα η αναιρεσιβαλλομένη, δεν αποδείχθηκαν.

Κατά το σκέλος δε που πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, επειδή δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων της (παράβαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι σε αυτήν ρητώς αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ενώ από την αποσπασματική και όλως ελλιπή παράθεση των αιτιολογιών της δεν γεννώνται αμφιβολίες περί του αν λήφθηκαν υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα και επομένως ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Για τον ίδιο λόγο αβάσιμος είναι και ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται επειδή δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα τα οποία προσήχθησαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας κακόπιστα προσπάθησε να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της με σκοπό να εισπράξει την αποζημίωση, όπως η αρνητική της αξιολόγηση σε σχέση με προγενέστερες καλές αξιολογήσεις, από την οποία προέκυψε η σκόπιμη αλλαγή της συμπεριφοράς της, η έγγραφη επίπληξή της, η εξώδικη όχληση που της απηύθυνε και μια τουλάχιστον ύποπτη μεταφορά δεδομένων μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος και με ανεπαρκή αιτιολογία παρέβλεψε τους σχετικούς ισχυρισμούς που αποδεικνύονταν από τα ως άνω έγγραφα και ειδικότερα την ανταλλαγή ύποπτων ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της, για τον οποίον αρκούσε και μόνο η υποψία ότι η αναιρεσίβλητη τέλεσε άδικη πράξη σε βάρος της, ενώ αρκέστηκε στη αθώωση της αναιρεσίβλητης, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 19, είναι και αυτός απαράδεκτος, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ώστε να εκτιμηθεί η επάρκεια των αιτιολογιών της.

Απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης της από 5.9.2008 σσε των γεωπόνων ανωτάτων τεχνολογικών ιδρυμάτων ιδιωτικών υπαλλήλων που εργάζονται στις εμπορικές επιχειρήσεις ΑΕ όλης της Χώρας (αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την οποία ορίζεται ότι "χορηγείται επίδομα ξένης γλώσσας 6% στους γεωπόνους πτυχιούχους ανωτάτων τεχνολογικών ιδρυμάτων που κατέχουν τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα απαραίτητη για την εκτέλεση της εργασίας τους και αποδεικνύεται με το αντίστοιχο πιστοποιητικό", λόγω της αποσπασματικής παράθεσης των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης.

Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, επειδή δεν έλαβε υπόψη της την 42666/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποί της για το αδίκημα της μη καταβολής στην αναιρεσίβλητη των δεδουλευμένων αποδοχών της κ.λπ.

και χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, αναφέροντας απλώς ότι δεν δεσμεύεται από το ποινικό δικαστήριο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 11, παρίσταται αβάσιμος καθώς το Εφετείο ρητώς και ειδικώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του την ως άνω απόφαση. Περαιτέρω κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι ομοίως αβάσιμος, καθώς δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 679/2017, 7/2017).

Τέλος, κατά το μέρος που ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετεί την παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό την έννοια της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος αφού δεν παραθέτει την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης. Ωστόσο, η παραβίαση του τεκμηρίου κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, ώστε να υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Συνακόλουθα ο λόγος αναίρεσης είναι, κατά το σκέλος αυτό, απαράδεκτος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 203/2022).

Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1646/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται επειδή "δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης" ως πράγματα δε αναφέρονται οι βάσιμοι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδείκνυαν την αναξιοπιστία και τη μεροληψία των μαρτύρων της αντιδίκου πλευράς, τις οποίες η αναιρεσιβαλλομένη δεν διέγνωσε, αν και όφειλε.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού τα επιχειρήματα που τον στηρίζουν δεν πληρούν την έννοια των "πραγμάτων", κατά τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη.

Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (γ) ορισμένο αίτημα.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται (εκτός των λοιπών στοιχείων) ο αριθμός των ωρών, κατά τις οποίες είχε απασχοληθεί ο εργαζόμενος εβδομαδιαία και καθημερινά, αντίστοιχα, καθόσον για την ύπαρξη υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση, και μάλιστα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για την συνδρομή υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη (όχι η εβδομαδιαία αλλά) η ημερήσια απασχόληση, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, εάν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 665/2019).

Δεν είναι αόριστη η αγωγή εάν εκτίθεται ότι ο ενάγων εργαζόταν πέραν του νομίμου και κανονικού ωραρίου του, προσδιορίζοντας κατά τα ανωτέρω το σύνολο των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης κατά μήνα, χωρίς να περιγράφεται ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της εργασίας κάθε ημέρας (ΑΠ 39/2011).

Επίσης, πρέπει να αναφέρονται οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1320/2015).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της από 11.6.2013 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει ότι εργαζόταν αδιαλείπτως και τις πέντε εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από 8.00 έως 20.00, παρέχοντας έτσι πέντε ώρες εργασίας και δεκαπέντε ώρες μη νόμιμης υπερωριακής εργασίας καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, παραθέτοντας και το εκάστοτε ισχύον νόμιμο ωρομίσθιό της.

Επομένως, η αγωγή δεν ήταν, από τον ανωτέρω λόγο, αόριστη και γι` αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας τον λόγο έφεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα είχε επαναφέρει τη σχετική ένσταση που είχε ομοίως απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός δέκατος λόγος αναίρεσης παρίσταται αβάσιμος.

Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 348/2021).

Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε το νόμο ως προς την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων και ειδικότερα του Δελτίου Παρουσίας Προσωπικού, στο οποίο αποτυπώνονται οι ωροκτυπήσεις των καρτών των εργαζομένων κατά την έναρξη και τη λήξη της εργασίας τους, δηλαδή εγγράφου ιδιωτικού, το οποίο φέρει την υπογραφή της, δεχόμενη επί λέξει ότι "ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η ενάγουσα εργαζόταν μόνον τις ώρες που αναφέρονται στο προσκομιζόμενο από την πρώτη δελτίο παρουσίας ελέγχεται ως ανακριβής, ενόψει και του γεγονότος ότι το εν λόγω δελτίο παρουσίας εμφανίζει την ενάγουσα εργαζόμενη στα γραφεία της εταιρίας, ενώ σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα από την τελευταία εξοδολόγια προκύπτει ότι αυτή επισκέφθηκε άλλα καταστήματα, όπως στα Χανιά και το Ρέθυμνο στις 16 και 17.11.2019, στη Σαλαμίνα την 9.12.2009, στη Λειβαδιά".

Επομένως το Εφετείο, το οποίο συνεκτίμησε το μη αυξημένης αποδεικτικής βαρύτητας έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από τα διαλαμβανόμενα στο έγγραφο, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Για το ορισμένο του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, η αοριστία του οποίου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό, τον οποίον το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019).

Με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία και κατά τις ημέρες που η αναιρεσίβλητη απουσίαζε από την εργασία της δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, όπως και κατά τις ημέρες που δεν παρείχε την εργασία της, επειδή συνέπιπταν με αργίες, κατά τις οποίες η επιχείρησή της δεν λειτουργούσε, παραβλέποντας τον λόγο έφεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την ίδια κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασής του για κακή εκτίμηση αποδείξεων και επί του οποίου λόγου, δεν απάντησε.

Ομοίως με τον δέκατο τρίτο λόγο της αναίρεσης ότι παρέβλεψε λόγο έφεσης με τον οποίον παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ισχυρισμού της περί μειωμένου ωραρίου της αναιρεσίβλητης λόγω μητρότητας, το οποίο η ίδια υπολόγισε στην Επιθεώρηση Εργασίας και με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι παρέβλεψε ομοίως λόγω έφεσης με τον οποίον παραπονείτο για την παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το ποσό που περιέκοψε από την αμοιβή της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούσε οικειοθελή και ελευθέρως ανακλητή παροχή, επρόκειτο για μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας.

Δεν παραθέτει ωστόσο τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης καθιστώντας έτσι τους ως άνω λόγους αναίρεσης απαράδεκτους λόγω της αοριστίας τους. Τέλος ο δέκατος πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη επειδή με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το απορρέον από το άρθρο 41 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού εργασίας, που τής επέτρεπε να συμψηφίσει τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές της αναιρεσίβλητης με τις οφειλές της από τη σύμβαση εργασίας και απέρριψε τη σχετική ένσταση, ομοίως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας εξ αιτίας της αποσπασματικής αναφοράς των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης.

Επομένως, και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα αυτή θα πρέπει να απορριφθεί να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 3350/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ