Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on business partnership liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Western Greece. The appellant argued that the lower court ignored specific evidence regarding the nature of the payment made to the respondent, claiming it was a purchase rather than a capital contribution. The court rejected this claim, finding the appeal inadmissible because the disputed evidence did not affect the essential facts or the final decision, and the lower court had already considered all relevant proof. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was forfeited to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 3, 246, 573 para. 1, 495 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds rely on evidence that does not influence the essential facts or the final decision, and the lower court has already considered all relevant proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 832/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου …... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πετρίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ……. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2017 αίτησή του και τους από 1-9-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 112/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Παραδεκτά, επίσης, εντός της, κατ' άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οριζόμενης προθεσμίας, ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης, πρόσθετους λόγους, με το από 1.9.2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 7.9.2021 (βλ. υπ' αριθ. 8455/7.9.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Παρασκευής Λιτού), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτήν (άρθ. 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού είναι συναφείς με τους κύριους λόγους της αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 306/2019, ΑΠ 894/2018).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη.
Είναι, έτσι, αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ενώ δεν αποκλείει τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ' αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σε ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 932/2014, ΑΠ 16/2005).
Δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων, αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το (ήδη καταργηθέν με το άρθ. 40 του ν. 4487/2017) άρθρο 6 παρ. 11 του ν. 2328/1995 (που ίσχυε στην ένδικη περίπτωση) "Επιτρέπεται η μεταβίβαση της επιχείρησης που κατέχει άδεια ραδιοφωνικού σταθμού, εφόσον αυτή λειτουργεί με τη μορφή ατομικής επιχείρησης ή εταιρείας και εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου.
Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης και του συνόλου των βαρών της κατά τις σχετικές κοινές διατάξεις. Κάθε μεταβίβαση της επιχείρησης στο σύνολό της ή ποσοστού [...], κάθε σύσταση εταιρείας με τη συμμετοχή ατομικής επιχείρησης αυτής της κατηγορίας ή κάθε μετατροπή της μορφής της εταιρείας [...], γνωστοποιείται μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο Ε.Σ.Ρ.
με κατάθεση αντιγράφου της σχετικής σύμβασης και πρέπει να περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο. Το Ε.Σ.Ρ. ελέγχει τα σχετικά έγγραφα, καλεί σε ακρόαση τους ενδιαφερομένους [...] και αποφασίζει είτε για την έγκριση της μεταβίβασης είτε για την ανάκληση της άδειας". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1125/2020).
Ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι, δημοσιογράφοι στο επάγγελμα, γνωρίζονταν και είχαν φιλικές σχέσεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν συνεργάστηκαν, εργαζόμενοι στο ραδιοφωνικό σταθμό Αγρίνιο 937 FM.
Η γνωριμία και οι σχέσεις τους συνεχίστηκαν και μετά το έτος 1999 που ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εργαζόταν ως εκπρόσωπος τύπου του Δήμου Αγρινίου και το 2007 στη Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας, ενώ ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) ήταν πλέον ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού με τον τίτλο ... που εξέπεμπε στην περιοχή του Αγρίνιου.
Το έτος 2005 για πρώτη φορά ήρθαν σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους για συνεργασία και συγκεκριμένα για συμμετοχή του ενάγοντος ως συνεταίρου στη λειτουργία του ως άνω ραδιοφωνικού σταθμού που μέχρι τότε λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση του εναγομένου, προκειμένου ο ενάγων να αγοράσει ποσοστό 50%, χωρίς όμως να υπάρξει συμφωνία γιατί ο ενάγων έκρινε ασύμφορη την οικονομική πρόταση.
Οι συζητήσεις επαναλήφθησαν αρχές του 2008 και κατέληξαν σε συμφωνία να αγοράσει ο ενάγων ποσοστό 50% από τη σε λειτουργία τότε ατομική επιχείρηση ραδιοφωνικού σταθμού του εναγομένου "..." που κοστολογήθηκε αξία 100.000 ευρώ, καταβάλλοντας στον εναγόμενο πωλητή το ήμισυ της αξίας αυτής από 50.000 ευρώ και η επιχείρηση θα συνέχιζε πλέον λειτουργία υπό εταιρική μορφή που συμφώνησαν να λάβει αυτή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, στην οποία θα συμμετείχαν με ίσα εταιρικά μερίδια καθένας.
Κατόπιν αυτού υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγρίνιου Ν. Τ. την υπ' αριθμ. 14323/28-7-2008 καταστατική πράξη του σύστασης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Σκοπός της εταιρείας, μεταξύ άλλων, ορίσθηκε η ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση ραδιοφωνικού σταθμού, ενώ έδρα της ορίσθηκε η πόλη του Αγρινίου και όπως βεβαιώνει στην 1456/29.1.2015 βεβαίωσή του ο συντάκτης της ως άνω συστατικής της εταιρείας πράξης, συμβολαιογράφος Νικόλαος Τηλιγάδας, ενώ οι διάδικοι εταίροι αρχικά συμφώνησαν και αναγράφηκε ως έδρα της εταιρείας η διεύθυνση οδός Γ. ..., δηλαδή αυτή στην οποία μέχρι τότε λειτουργούσε η ιδίου περιεχομένου ατομική επιχείρηση ραδιοφωνικού σταθμού του εναγομένου, στη συνέχεια και πριν την υπογραφή της πράξεως οι ίδιοι συμβαλλόμενοι ζήτησαν για λόγους που δεν διευκρινίζονται και απαλείφθηκε η ως άνω διεύθυνση της εταιρείας, οδός ..., οπότε παρέμεινε έδρα της εταιρείας η πόλη του Αγρινίου χωρίς συγκεκριμένη διεύθυνση.
Επίσης το εταιρικό κεφάλαιο, όπως συνηθίζεται, για λόγους λογιστικούς - φορολογικούς, ορίστηκε μικρότερο του ως άνω που υπολόγισαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα προσδιορίστηκε στο ποσό των 30.000 ευρώ, διαιρούμενο σε χίλια ίσα εταιρικά μερίδια που έλαβαν από 500 κάθε εταίρος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για την κάλυψη του ως άνω ποσοστού της συμμετοχής στην επιχείρηση ραδιοφωνικού σταθμού και κατ' επέκταση στην ΕΠΕ που μεταβιβαζόταν η επιχείρηση αυτή, κατέβαλε προς τον εναγόμενο με καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου τα ποσά :
α) των 2.000 ευρώ, σύμφωνα με την από 5.3.2008 απόδειξη κατάθεσης της Γενικής Τράπεζας, β) των 1.300 ευρώ, σύμφωνα με την από 2.12.2008 απόδειξη κατάθεσης της ίδιας Τράπεζας, γ) των 1.300 ευρώ σύμφωνα με την από 3.12.2008 απόδειξη κατάθεσης της ίδιας Τράπεζας και δ) των 28.000 ευρώ σύμφωνα με την από 18.2.2009 απόδειξη κατάθεσης της ίδιας Τράπεζας, δηλαδή συνολικά με τον ως άνω τρόπο κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 32.600 ευρώ.
Επίσης ο ενάγων υποστηρίζει ότι κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 15.000 ευρώ κατά την υπογραφή της ως άνω 14323/28.7.2008 συστατικής πράξης της εταιρείας. Τέτοια καταβολή όμως δεν αποδεικνύεται να έγινε με μετρητά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ειδικότερα ο ενάγων στην από 19.7.2013 χωρίς όρκο εξέτασή του ως πολιτικώς ενάγων στην Πταισματοδίκη Αγρίνιου επί μηνύσεώς του κατά του εναγομένου για την πράξη της απάτης, αναφορικά με την ένδικη διαφορά, υποστηρίζει ότι έδωσε στον εναγόμενο προς κάλυψη του συμφωνηθέντος ποσού, ένα μέρος 7.000 ευρώ σε μετρητά και το υπόλοιπο ποσό των 43.000 ευρώ με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου.
Συνεπώς αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων εξεταζόμενος στην ως άνω ποινική δίκη της απάτης και στα αριθμ. 107/2016 πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου ότι κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 15.000 ευρώ σε μετρητά. Σημειωτέον ότι στην ίδια ως άνω ποινική δίκη ο ενάγων κατέθεσε ότι το ακριβές συμφωνηθέν ποσό για την αγορά του ραδιοφωνικού σταθμού ήταν αυτό των 46.000 ευρώ, δηλαδή όχι αυτό των 50.000 ευρώ που υποστηρίζει με την αγωγή του.
Κατόπιν αυτών το ποσό των μετρητών που κατέβαλε ο ενάγων προς τον εναγόμενο ήταν αυτό των 7.000 ευρώ που υποστηρίζει και με την αγωγή του ότι το κατέβαλε αρχές Μαΐου 1998 (εκ παραδρομής, όπως αναφέρεται και στους πρόσθετους λόγους, αντί του ορθού έτους 2008). Δηλαδή συνολικά με τις τραπεζικές καταβολές του κατέβαλε ποσό (32.600+7000=)39.600 ευρώ.
Άλλες τραπεζικές καταβολές δεν αποδεικνύονται, αφού ο ενάγων δεν προσκομίζει άλλες αποδείξεις πληρωμής που του χορήγησε έστω και καθυστερημένα η Τράπεζα ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι υπήρξε και επιπλέον καταβολή 15.000 ευρώ, τότε το συνολικά καταβληθέν ποσό (39.600 + 15.000 =) 54.600 ευρώ υπερβαίνει αυτό των 50.000 ευρώ.
Επίσης ο ενάγων, εξεταζόμενος στην ως άνω ποινική δίκη, όπως προκύπτει από τα αριθμ. 107/2015 πρακτικά αυτής, είναι σαφής ότι η ίδρυση και λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού που ανέγραψαν ως σκοπό της ΕΠΕ θα επιτυγχανόταν κατά τη συμφωνία τους με τη λειτουργία και εκμετάλλευση του ραδιοφωνικού σταθμού "...", που λειτουργούσε μέχρι τότε ως ατομική επιχείρηση του εναγομένου και με την άδεια λειτουργίας που διέθετε αυτός, γιατί πλέον η διοίκηση δεν χορηγούσε νέες άδειες ίδρυσης και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, από τον οποίο λόγο διατηρήθηκε και η επωνυμία του "..." με την προσθήκη του διακριτικού της τίτλου Ε.Π.Ε., στην οποία ουσιαστικά θα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση, χωρίς αυτό να αναγραφεί στο καταστατικό της εταιρείας.
Σημειωτέον ότι δεν ήταν δυνατή η παράλληλη λειτουργία της ατομικής επιχείρησης ραδιοφωνικού σταθμού του εναγομένου με τον νέο ραδιοφωνικό σταθμό που θα ίδρυε αυτός υπό μορφή εταιρείας ΕΠΕ με τον ενάγοντα και μάλιστα με την ίδια επωνυμία, γιατί εκτός του ότι τέτοια ευχέρεια δεν παρείχαν οι περιορισμένες δυνατότητες της αγοράς της περιοχής Αγρινίου, κάτι τέτοιο ήταν ρητά αντίθετο στο άρθρο 23 του καταστατικού της εταιρείας που προβλέπει ότι κάθε συνέταιρος απαγορευόταν να προβαίνει σε πράξεις ανταγωνισμού κατά της εταιρείας είτε ασκώντας ίδια ατομική επιχείρηση ή συναφούς δραστηριότητος είτε συμμετέχοντας σε άλλες εταιρείες τέτοιας ή συναφούς δραστηριότητας.
Από τα ως άνω καθίσταται σαφές ότι οι διάδικοι με τη σύσταση της εταιρείας ΕΠΕ απέβλεψαν στην συνεκμετάλλευση του ραδιοφωνικού σταθμού που μέχρι τότε λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση του εναγόμενου και με την εξαγορά της κατά το ήμισυ από τον ενάγοντα, εισφερόταν στην ΕΠΕ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με την υπογραφή του εταιρικού καταστατικού έλαβε από τον εναγόμενο πλέον εταίρο κλειδιά των γραφείων της επιχείρησης του ραδιοφωνικού σταθμού επί της ...
τα οποία επισκεπτόταν και συμμετείχε ενεργά με τον εναγόμενο στην οργάνωση, λειτουργία και διαφήμιση της εταιρείας καθώς και την ανεύρεση πελατών της, ενώ όταν δημιουργήθηκε ιστοσελίδα με την ονομασία ... περί τις αρχές του έτους 2011 έλαβε κωδικούς πρόσβασης για τη διαχείρισή της, ώστε ευλόγως είχε την πεποίθηση ότι ενεργούσε ως συνιδιοκτήτης της επιχείρησης του ραδιοφωνικού σταθμού "..." ως εταίρος της ομώνυμης εταιρείας, "...
ΕΠΕ". Βέβαια ο ενάγων και μετά τη σύσταση της εταιρείας συνέχιζε εργαζόμενος ως υπεύθυνος γραφείου τύπου της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, γεγονός που από λόγους δεοντολογίας εμπόδιζε αυτόν να πραγματοποιεί ο ίδιος απευθείας εκπομπή ως δημοσιογράφος του ραδιοφωνικού σταθμού χωρίς όμως να εμποδίσει αυτόν να συμμετέχει στην οργάνωση και πρόγραμμα λειτουργίας της εταιρικής επιχείρησης.
Από την πλευρά δε της διαχείρισης της εταιρείας καίτοι κατά το καταστατικό ήσαν συνδιαχειριστές και οι δύο διάδικοι εταίροι, λόγω της εργασίας του ενάγοντος στη Νομαρχία και της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, τον οικονομικό έλεγχο και διοίκηση της εταιρείας είχε ο εναγόμενος, ο οποίος έκανε τις συναλλαγές με τους πελάτες, υπέγραφε τα φορολογικά παραστατικά και πλήρωνε τους προμηθευτές και συνεργάτες του ραδιοφωνικού σταθμού.
Από την πλευρά του ο ενάγων διευκόλυνε τον εναγόμενο εταίρο του, χωρίς να ζητά απολογισμό των κερδών και γενικά επειδή εργαζόταν στην Νομαρχία και ελάμβανε μισθό είχε την άποψη και επέμενε τα κέρδη που του αναλογούσαν από τη λειτουργία της εταιρείας να επενδύονται στην ανάπτυξη και άλλων δραστηριοτήτων και ιδιαίτερα για τη δημιουργία επίσημης ιστοσελίδας του ραδιοφωνικού σταθμού.
Το Δεκέμβριο 2010 όταν ο τότε νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας, Ευθύμιος Σώκος ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, ο ενάγων αποδέχθηκε πρότασή του και ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνου του γραφείου τύπου της ως άνω υπηρεσίας, ακολουθώντας τον στη Θεσσαλονίκη. Στην απομάκρυνση του ενάγοντος από το Αγρίνιο δεν είχε αντίρρηση ο εναγόμενος εταίρος του, ο οποίος τον καθησύχασε ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός και η εταιρεία γενικά μπορούσαν να λειτουργήσουν και χωρίς την άμεση παρουσία του.
Καθόλο όμως το διάστημα της αναγκαστικής απουσίας του ενάγοντος, λόγω των ως άνω καθηκόντων του στη Θεσσαλονίκη, σε καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ενημερωνόταν περί της πορείας των εταιρικών υποθέσεων, ενώ σε συχνά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν το Αγρίνιο και ο εναγόμενος εταίρος του τον ενημέρωνε, σχετικά με τη λειτουργία της εταιρείας, στο χώρο της εταιρείας, όπου λειτουργούσε και ο ραδιοφωνικός σταθμός επί της οδού ....
Στη Θεσσαλονίκη ο ενάγων παρέμεινε ως εκπρόσωπος τύπου στην ως άνω θέση μέχρι τον Αύγουστο 2012 οπότε στη συνέχεια επέστρεψε πάλι στο Αγρίνιο και αναμείχθηκε ενεργά στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, αποβλέποντας με τον εναγόμενο εταίρο του να οργανώσουν καλύτερα τις εταιρικές υποθέσεις, να αναπτύξει την ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού και την επισκεψιμότητα της επίσημης ιστοσελίδας τους στο Ίντερνετ.
Παράλληλα ο ενάγων επειδή πλέον δεν εργαζόταν σε κάποια υπηρεσία, ανέλαβε και παρείχε υπηρεσία ως δημοσιογράφος τόσο στο ραδιοφωνικό σταθμό όσο και στην ιστοσελίδα της εταιρείας, πραγματοποιώντας καθημερινά εκπομπές στο ραδιοφωνικό σταθμό και ρεπορτάζ σε διάφορες εκδηλώσεις που εγένοντο στην περιοχή Αγρίνιου.
Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εταίρων συνεχίστηκε ομαλά μέχρι το Δεκέμβριο 2012, όταν ο ενάγων, που μέχρι τότε δεν είχε οικονομικές απολαβές από τη λειτουργία και τα κέρδη της εταιρείας, ζήτησε οικονομικό απολογισμό για το έτος 2012. Τότε ο εναγόμενος εταίρος του με διάφορες προφάσεις και υπεκφυγές απέφυγε να στέρξει να γίνει οικονομικός απολογισμός της εταιρείας.
Προ της επιμονής του εναγομένου να μην τον ενημερώνει περί της πορείας των εταιρικών υποθέσεων ο ενάγων έπαψε να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες του στο ραδιοφωνικό σταθμό και την ενημέρωση της ιστοσελίδας. Ήλθαν δε σε σοβαρή διαμάχη μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος προκειμένου να τον απομονώσει άλλαξε την κλειδαριά των γραφείων του ραδιοφωνικού σταθμού επί της ...
με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην μπορεί να εισέλθει σε αυτόν. Επίσης άλλαξε και τους κωδικούς πρόσβασης στην ιστοσελίδα της εταιρείας, ώστε ο ενάγων να μην μπορεί να διαχειριστεί το site και να προβάλλει θέματα, αλλά και τους κωδικούς του σταθμού στο face book και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αποκλείοντάς τον έτσι εντελώς από κάθε τι που είχε σχέση με την εταιρεία.
Κατόπιν αυτής της συμπεριφοράς που αντιμετώπισε ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι δεν είναι πλέον δυνατή η συνέχιση της συνεργασίας τους, ζήτησε από τον εναγόμενο την εξεύρεση λύσης, ώστε να αγοράσει ο ένας αυτών την εταιρική μερίδα του άλλου. Αντί απάντησης ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 26.2.2013 αγωγή του που απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου περί λύσεως της εταιρείας τους.
Αφού ματαιώθηκε η ως άνω αγωγή του, ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου τη νεοτέρα από 8-11-2013 αγωγή του περί λύσεως της εταιρείας από το λόγο ότι, ο εναγόμενος εταίρος του και ήδη ενάγων στην υπό κρίση αγωγή, δεν εργάστηκε για την ευόδωση των εταιρικών σκοπών, όπως είχε υποσχεθεί, αλλά ασχολήθηκε με άλλες εργασίες, με αποτέλεσμα η εταιρεία να έχει μείνει αδρανής και ανενεργός, δεν παρείχε ποτέ καμία υπηρεσία σε κανέναν, καμία διαφήμιση, δεν είχε κανένα έσοδο και δεν δραστηριοποιήθηκε σε κανέναν τομέα από αυτούς που αναφέρονται στο σκοπό της και από τα εταιρικά κεφάλαιά της πληρώνονταν οι υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα να εξαντλούνται αυτά.
Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε με την 20/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου. Κατόπιν των ανωτέρω που υποστήριζε ο εναγόμενος εταίρος του με την αγωγή του, ο ενάγων πραγματοποίησε έρευνα. Έτσι εξακρίβωσε ότι αν και είχαν συμφωνήσει για την αγορά εκ μέρους του ποσοστού 50% της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου, δηλαδή του ραδιοφωνικού σταθμού "..." και τη συνέχιση της λειτουργίας της υπό εταιρική μορφή ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "...", ο εναγόμενος όλα τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τη συμφωνία τους, συνέχισε τη λειτουργία της ατομικής επιχείρησής του και εξέδιδε τα τιμολόγια εσόδων και τα λοιπά παραστατικά όχι για λογαριασμό της εταιρείας, αλλά για λογαριασμό της ατομικής επιχείρησής του, αποκομίζοντας κατά τον τρόπο αυτό ο ίδιος τα κέρδη από τη λειτουργία της εταιρείας, την οποία με βάση τις φορολογικές δηλώσεις της εφάρμοζε (ενν.
εμφάνιζε) ως ζημιογόνα, αφού δεν εμφάνιζε καμία κίνηση και απόδειξη παροχής υπηρεσιών σε πελάτη. Επίσης δεν εμφάνισε εισόδημα στη Δ.Ο.Υ. Αγρίνιου ούτε συντάσσονταν και δημοσιεύονταν ισολογισμοί της, ενώ σε αντίθεση η ίδια εταιρεία επιβαρυνόταν με καταβολή αμοιβής προς λογιστή και εμφανίζονταν να έχει έδρα διαφορετική από αυτή της οδού ...
όπου λειτουργούσε ο ραδιοφωνικός και συγκεκριμένα σε ακίνητο επί της Α' Παρόδου Γούναρη 35, το οποίο ο εναγόμενος μίσθωσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας με το από 28.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, στην οποία διεύθυνση όμως δεν λειτούργησε ποτέ η εταιρεία ούτε ο ραδιοφωνικός σταθμός. Κατόπιν των ανωτέρω που αναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, με τον οποίο διατηρούσε από παλαιά φιλικές σχέσεις, παρέστησε προς αυτόν ψευδώς ότι προτίθεται να τον κάνει συνέταιρό του ώστε από κοινού να λειτουργήσουν και εκμεταλλευτούν επιχείρηση του εναγομένου στο Αγρίνιο με αντικείμενο ραδιοφωνικό σταθμό, εφόσον ο ενάγων του κατέβαλε ως άνω το ήμισυ της αξίας του και χρησιμοποιώντας ως μέσο εξαπάτησης εκτός των ανωτέρω και τη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, διά της οποίας θα υλοποιούνται τα όσα ανωτέρω ψευδώς παρέστησε σε αυτόν, όπου θα τον έκανε συνεταίρο του, τον έπεισε και σταδιακά του κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό των 39.600 ευρώ για συμμετοχή του στην εταιρεία, την οποία παρόλο που συνέστησαν με την 14.323/29.7.2008 πράξη του συμβολαιογράφου Αγρινίου Ν.
Τ., η εταιρεία αυτή ουδέποτε λειτούργησε κατ' οποιοδήποτε τρόπο με αποκλειστική ευθύνη του εναγομένου που είχε τη διαχείρισή της, αλλά εξακολούθησε να λειτουργεί το ραδιοφωνικό σταθμό ως ατομική επιχείρησή του και έτσι αυτός παράνομα ιδιοποιήθηκε το ως άνω ποσό των 39.600 ευρώ, το οποίο ουδέποτε εισέφερε στην ως άνω εταιρεία.
Κατά τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος εζημίωνε τον ενάγοντα κατά το προαναφερόμενο ποσό τον 39.600 ευρώ που του απέσπασε και πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει αυτό προς ανόρθωση της ζημίας του. Επίσης ο ενάγων από τη σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά της απάτης εδοκίμασε έντονη στενοχώρια και υποβλήθηκε σε ταλαιπωρία λόγω της προστριβής και διαμάχης που δημιουργήθηκε, ώστε υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση και το εύλογο ποσό αυτής [...] εκτιμάται στο ποσό των 5.000 ευρώ που επιδίκασε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως προς το ύψος του οποίου κονδυλίου δεν υπάρχει λόγος εφέσεως.
Οπότε το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των (39.600 + 5.000=) 44.600 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι μετά τα ανωτέρω ψεύδη που παρέστησε ο εναγόμενος απέσπασε από τον ενάγοντα παθόντα και τον ζημίωσε κατά το μεγαλύτερο ποσό των 50.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, που προσκομίσθηκαν και έλαβε υπόψη, και ο πρώτος σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ οι λοιποί λόγοι εφέσεως, με τους οποίους ο εναγόμενος παραπονείται ότι δεν υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά του και δεν ζημίωσε τον ενάγοντα πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία μεγαλύτερο ποσό, ήτοι το αιτηθέν με την αγωγή του ποσό των 50.000 ευρώ, και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του καταβάλει ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας το ως άνω ποσό των 39.600 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και καταφάσκουν τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, συνιστάμενες ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απατηλή συμπεριφορά του τελευταίου, ο οποίος εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στον αναιρεσίβλητο ότι προτίθετο να τον κάνει συνεταίρο του στη λειτουργία και εκμετάλλευση του ραδιοφωνικού σταθμού "...", που λειτουργούσε με τη μορφή ατομικής επιχείρησής του, η οποία κατείχε άδεια ραδιοφωνικού σταθμού, εφόσον θα του κατέβαλε ο τελευταίος το ήμισυ της αξίας της, με τη σύσταση προς τούτο μεταξύ τους εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), παρέχοντας εν γνώσει του ψευδώς στον αναιρεσίβλητο προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα μεταβίβαζε την ατομική του επιχείρηση στο σύνολό της στην ΕΠΕ, παραπλανώντας έτσι αυτόν και προκαλώντας του την εσφαλμένη εντύπωση ότι θα καταστεί συνεταίρος κατά ποσοστό 50% στην εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ραδιοφωνικού σταθμού, που θα λειτουργούσε με τη μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από τη μεταβίβασή του σ' αυτήν, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να πειστεί στις διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος και να καταβάλει για την κάλυψη του ποσοστού συμμετοχής του στην ΕΠΕ, στην οποία θα μεταβιβαζόταν η κατέχουσα την άδεια του συγκεκριμένου ραδιοφωνικού σταθμού ατομική επιχείρηση, το ποσό των 39.600 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ήμισυ της αξίας της εν λόγω ατομικής επιχείρησης του αναιρεσείοντος, από το οποίο ποσό, εκείνο των 32.600 ευρώ κατέβαλε τμηματικά με καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου, το δε υπόλοιπο ποσό των 7.000 ευρώ σε μετρητά, κατά το οποίο και ζημιώθηκε εν τέλει, αφού, μετά την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της ΕΠΕ, ο αναιρεσίβλητος δεν μεταβίβασε, παρά τις περί του αντιθέτου ως άνω προφορικές διαβεβαιώσεις του, την ατομική του επιχείρηση στην προς τούτο συσταθείσα εταιρεία (που ήταν επιβεβλημένη για την από κοινού πλέον λειτουργία και εκμετάλλευση του ραδιοφωνικού σταθμού η τοιαύτη μεταβίβαση και επιτρεπόταν υπό τις οριζόμενες κατά την ισχύουσα, τότε, σχετική νομοθεσία προϋποθέσεις, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη), αλλά εξακολούθησε να λειτουργεί ο ίδιος το ραδιοφωνικό σταθμό με τη μορφή ατομικής επιχείρησης και, συνεπώς, ουδέποτε ο αναιρεσείων κατέστη συνεταίρος του στη συνεκμετάλλευση αυτού, για την οποία και είχε καταβάλει το άνω ποσό, κατά το οποίο και ζημιώθηκε.
Εξ άλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος λόγω εξαπάτησης του αντιδίκου, ήτοι η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, το ύψος της περιουσιακής ζημίας του παραπλανηθέντος εκ της απατηλής συμπεριφοράς αντιδίκου του και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της απατηλής αυτής συμπεριφοράς και της επελθούσας περιουσιακής βλάβης του αναιρεσιβλήτου.
Πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αφού οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν, με επάρκεια και σαφήνεια, την αποδιδόμενη με την αγωγή στον αναιρεσίβλητο αδικοπρακτική ευθύνη. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτοι.
Συνακόλουθα, με βάση τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς αναζήτηση του αληθούς νοήματος της ως άνω υπ' αριθ. 14.323/28.7.2008 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης του καταστατικού της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "...
Ε.Π.Ε.", καθώς δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια στις περιεχόμενες σ' αυτό δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων αναφορικά με το σκοπό ίδρυσης της εν λόγω εταιρείας, ώστε να καταφύγει στην ερμηνεία τους, ούτε εμμέσως προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία αυτών. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, προσέφυγε το Εφετείο προς αναζήτηση του αληθούς νοήματος της μεταξύ τους δικαιοπραξίας σύστασης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, είναι αβάσιμος.
Επίσης, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίως δικογράφου, καθώς και ο έκτος των πρόσθετων λόγων, από τους αριθ. 1 (ο πρώτος) και 19 (οι λοιποί δύο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ειδικότερα, με τον πρώτο τούτων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό αναφορικά με το ύψος της ανωτέρω ζημίας του αναιρεσιβλήτου, συνολικού ποσού 39.600 ευρώ, και με τους λοιπούς δύο λόγους ότι η αναιρεσιβαλλομένη περιέλαβε, ως προς μεν το ποσό της ζημίας των 32.600 ευρώ, που καταβλήθηκε με τραπεζικές καταθέσεις, ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς δε το ποσό των 7.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, αντιφατική αιτιολογία, είναι απαράδεκτοι διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση και αξιολόγησή τους, και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές σχετικού πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 25/2003).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1593/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", με την ίδια ως άνω έννοια του όρου, όπως και στον αριθ. 8, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 640/2018, ΑΠ 451/2014), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει.
Εφόσον, επομένως, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτόν η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου από τον, κατ' εκτίμηση, αριθ. 8 περ. β άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τους λόγους της έφεσής του και τις πρωτόδικες προτάσεις του, ως ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ακόλουθους ισχυρισμούς του α) ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί η ατομική του επιχείρηση στην ΕΠΕ, β) ότι το ως άνω ποσό των 28.000 ευρώ που κατατέθηκε από τον αναιρεσίβλητο στις 18.2.2009 στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος, αφορούσε την κάλυψη του εταιρικού κεφαλαίου (30.000 ευρώ) της συσταθείσας ΕΠΕ, το οποίο κατέβαλαν εξ ημισείας, αφαιρουμένων 2.000 ευρώ για έξοδα σύστασης της εταιρείας, γ) ότι ουδέποτε ορίστηκε ως έδρα της ΕΠΕ η έδρα της ατομικής του επιχείρησης, η οποία λειτουργούσε τον άνω ραδιοφωνικό σταθμό, δ) ότι κλειδιά της επιχείρησής του είχε παραδώσει κατά καιρούς σε πολλούς συνεργάτες-δημοσιογράφους και όχι αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο ως δήθεν συνεταίρο της ατομικής του επιχείρησης, ε) ότι ο αναιρεσίβλητος από τις φορολογικές δηλώσεις, τόσο τις δικές του όσο και της ΕΠΕ, των ετών 2010 έως και 2014 γνώριζε πως η ΕΠΕ ήταν αδρανής και ουδέποτε υπήρξαν κέρδη και στ) ότι ο αναιρεσίβλητος ως συνδιαχειριστής της ΕΠΕ είχε εκ του νόμου τη δυνατότητα να ελέγχει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας ενώ είχε και τη δυνατότητα, κατά το καταστατικό, να διορίσει προς τούτο τρίτο πρόσωπο να τον εκπροσωπήσει για το χρονικό διάστημα που ο ίδιος απουσίαζε από το Αγρίνιο.
Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν είναι "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αλλά αρνητικοί της αγωγής και, ως εκ τούτου, επουσιώδεις και, επομένως, ο τρίτος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επίσης, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, επικαλούμενος για τη στοιχειοθέτηση αυτών ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν ερμήνευσε ορθώς την υπ' αρ.
πρωτ. 1456/21.1.2015 βεβαίωση - απαντητική επιστολή του συμβολαιογράφου Ν. Τ., με την οποία αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι είχε απαληφθεί από τη συστατική πράξη της ΕΠΕ η διεύθυνση "..." ως έδρα της εταιρείας, αφού με την εν λόγω βεβαίωση ο συμβολαιογράφος πιστοποιεί ότι η διαγραφή έλαβε χώρα κατόπιν δηλώσεως του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του αντιδίκου του, ως μοναδικών συμβαλλόμενων εταίρων, και ότι κατόπιν τούτων εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πως ο αναιρεσίβλητος εξακρίβωσε ότι η έδρα της ΕΠΕ ήταν διαφορετική από αυτή του ραδιοφωνικού σταθμού, ήτοι της ατομικής του επιχείρησης, μετά την άσκηση της παραπάνω από 26.2.2013 αγωγής του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (περί λύσεως της ΕΠΕ).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του όρου, που είναι ίδια και στην εκ του αριθμού 10 επικαλούμενη πλημμέλεια, όπως και σε εκείνη εκ του αριθ. 8, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να ιδρύονται (ενδεχομένως) οι εν λόγω αναιρετικές πλημμέλειες, αλλά την προβληθείσα άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των απόψεών του.
Ομοίως και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επικαλείται ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή του, δεν αφορούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς της αγωγής αναφορικά με την εξαγορά ή μη, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, του ημίσεως της αξίας της ραδιοφωνικής του επιχείρησης.
Τέλος, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, το πρώτον, ενώπιόν του από τον αναιρεσείοντα, με τις από 14.3.2017 προτάσεις του, αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:
α) τις ατομικές δηλώσεις του αντιδίκου του των ετών 2008 έως και 2014 (η πρόσβαση στις οποίες επιτεύχθηκε από τον αναιρεσείοντα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας), από τις οποίες προκύπτει ότι δήλωνε μηδενικά εισοδήματα από τη δραστηριότητα της μεταξύ τους συσταθείσας εταιρείας "..." ενώ, παράλληλα, δεν δήλωνε το οιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής του σε ραδιοφωνική δραστηριότητα, γεγονός που, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικνύει τη γνώση του περί της μη λειτουργίας της άνω ΕΠΕ που ίδρυσαν από κοινού και ότι ουδέποτε σχημάτισε ή διατήρησε την πεποίθηση πως ενεργούσε ως συνιδιοκτήτης της επιχείρησης του ραδιοφωνικού σταθμού και, συνακόλουθα, ότι ουδέποτε παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε και β) την κατάθεση του αναιρεσιβλήτου, ως πολιτικώς ενάγοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου (στο πλαίσιο της σχετικής ποινικής δίκης, με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα για απάτη κατ' εξακολούθηση για την ένδικη υπόθεση, για την οποία έπαυσε η σε βάρος του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με την απόφαση 227/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής), από την οποία (κατάθεση) προκύπτει ότι το ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, αντιστοιχούσε στην κάλυψη του ποσοστού συμμετοχής του (50%) στο εταιρικό κεφάλαιο της μεταξύ τους συσταθείσας ΕΠΕ, και όχι στην εκ μέρους του εξαγορά του 50% της ατομικής επιχείρησης του ραδιοφωνικού σταθμού.
Όμως, ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι αφενός δεν αφορούν στην απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, και αφετέρου διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το εφετείο δέχθηκε, με βάση τις άνω παραδοχές του, ότι το καταβληθέν από τον αναιρεσίβλητο ποσό αφορούσε στην κάλυψη του ποσοστού συμμετοχής του (50%) στο εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ, που αντιστοιχούσε στο ήμισυ της αξίας της ατομικής επιχείρησης του αναιρεσείοντος.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα διάδικα μέρη", και, ιδιαίτερα, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, που αφορούν τους άνω αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα ειδικώς αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω δύο, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.12.2017 αίτηση και τους από 1.9.2021 πρόσθετους λόγους του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 112/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ