Supreme Court allows appeal against insurance company's judgment for moral damages due to procedural negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Third Instance Court's judgment, ordering a remand for retrial. The plaintiffs argued the insurance company failed to conduct necessary investigations into payment records and improperly applied civil code provisions regarding good faith. The court found the lower court's failure to verify evidence and its application of substantive law violated the principle of good faith, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The court must verify evidence and apply substantive law correctly; failure to do so constitutes a procedural error warranting retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 832/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Ρ. του Δ., κατοίκου …, 2) Ε. Ρ. του Δ., κατοίκου …, 3) Χ. Ρ. του Ε., 4) Ρ. Ρ. του Ε., 5) Β. Ρ. του Ε., κατοίκων …, 6) Ν. Τ. του Ι., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σουλτάνα Δημκόνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: 1) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμοστοκλή Σκούρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3185/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5944/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5/9/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 795/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2019 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Οι: 1) Α. Ρ., 2) Ε. Ρ. και 3) Ν. Τ. άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 25-6-2007 (14361/6269/2007) αγωγή κατά των 1) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", 2) Θ. Π., 3) Ν. Μ., 4) Ά. Θ., 5) Λ. Λ., 6) Ν. Θ., 7) Σ. Ν., 8) Β. Φ., 9) Π.
Μ., 10) Θ. Σ. και 11) Κ. Μ., με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Το ανωτέρω Δικαστήριο, με την 3185/2011 οριστική απόφασή του, αποφάνθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τους 10ο και 11ο των εναγομένων, μετά τη νομότυπη ως προς αυτούς παραίτηση των εναγόντων από το αγωγικό δικόγραφο, ενώ, ως προς τους λοιπούς, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη.
Την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν οι εναγόμενοι, με την από 27-7-2012 (5416/30-7-2012) έφεσή τους, μετά την άσκηση της οποίας, απεβίωσε η δεύτερη των εναγόντων-εφεσιβλήτων, Ε. Ρ. και στη θέση της υπεισήλθαν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι ο σύζυγός της, Ε. Ρ. και οι θυγατέρες της, Χ.
Ρ., Ρ. Ρ. και Β. Ρ., ήδη δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 5944/2013 απόφασή του (ήδη προσβαλλομένη), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατ' ουσία. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που συζητήθηκε στις 5-3-2018 ενώπιον του παρόντος πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο, με την 795/2018 απόφασή του:
α) διέταξε το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την τρίτη των αναιρεσειόντων (Χ. Ρ.), η οποία δεν παραστάθηκε προσηκόντως και, ακολούθως, ενόψει του ότι δεν προέκυψε ποιος επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κήρυξε αυτήν απαράδεκτη, ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα, β) αποφάνθηκε ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου έως και ένατου των αναιρεσιβλήτων και κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς αυτούς, για το λόγο ότι οι λοιποί (πλην της τρίτης) αναιρεσείοντες νομοτύπως παραιτήθηκαν του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου και γ) κατά τα λοιπά και, προκειμένου να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ανέβαλε τη συζήτηση αυτής, μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας είχε ήδη παραπεμφθεί το ζήτημα αν η διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4335/2015, ισχύει και επί των αιτήσεων αναίρεσης, που ασκήθηκαν, μετά την 1-1-2016, κατά αποφάσεων, όμως, που δημοσιεύθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή.
Στη διάταξη του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294 και 295 του ίδιου Κώδικα, παραίτηση από το δικόγραφο και από το δικαίωμα γίνεται, αποκλειστικά, με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, ήδη δε, μετά την αντικατάσταση της διάταξης αυτής με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, στους ανωτέρω τρόπους παραίτησης προστέθηκε και η δήλωση με τις έγγραφες προτάσεις. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και στην κλήση προς συζήτηση του ένδικου μέσου. Η δήλωση του καλούντος ότι το ένδικο μέσο δεν 'εισάγεται' ως προς μερικούς, κατονομαζόμενους, αντιδίκους του ή η απεύθυνση της κλήσεως σε μερικούς εξ αυτών δεν επέχουν θέση παραίτησης ως προς αυτούς από το δικόγραφο του ένδικου μέσου. Οι ενέργειες αυτές, όμως, έχουν την έννοια, με βάση την αρχή του συζητητικού συστήματος, που ισχύει στην πολιτική δίκη, ότι το ένδικο μέσο φέρεται προς συζήτηση, μόνον, ως προς αυτούς εκ των αντιδίκων του καλούντος, τους οποίους ο τελευταίος επέλεξε, δεν αποκλείεται δε η επανεισαγωγή του ένδικου μέσου ως προς τους παραλειφθέντες σε νέα δικάσιμο.
Ήδη, μετά την έκδοση της 10/2018 αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου, η οποία έκρινε ότι, κατά των αποφάσεων, που εκδόθηκαν, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, ήτοι πριν από την 1-1-2016, δεν έχουν δε καταστεί αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, με την από 18-11-2019 κλήση, την οποία στρέφουν μόνον κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, επανεισάγουν προς συζήτηση την από 5-9-2016 (772/6-9-2016) αίτησή τους για αναίρεση της 5944/30-9-2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 6-9-2016, ήτοι, εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ., 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους ανωτέρω διαδίκους, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Όπως προαναφέρεται, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, στις 5-3-2018, εφής εξεδόθη η προαναφερόμενη 795/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, οι καλούντες-αναιρεσείοντες -πλην της τρίτης εξ αυτών (Χ.
Ρ.), η οποία δεν παραστάθηκε προσηκόντως και, ως προς την οποία, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης- παραιτήθηκαν του δικογράφου αυτής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου έως και του ένατου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη. Η παραίτηση αυτή δεν ισχύει για τη μη παρασταθείσα προσηκόντως τρίτη των αναιρεσειόντων και ήδη καλούντων (Χ.
Ρ.), η δε απεύθυνση της κλήσης μόνον κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν επέχει θέση παραιτήσεώς της από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, αλλά, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, έχει την έννοια ότι, απλώς, καθόσον αφορά στην ως άνω αναιρεσείουσα, δεν φέρεται προς συζήτηση το ένδικο μέσο ως προς τους δεύτερο έως και ένατο των αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψη στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, όπως και ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του Α.Κ.), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο της οποίας αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, που προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1).
Προσβολή προσωπικότητας του παθόντος, υπό οιανδήποτε των εκδηλώσεων αυτής, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό, καταφρόνηση ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του ατόμου, σε οποιανδήποτε των εκδηλώσεών της, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του.
Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις προκύπτει ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ, για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π. 812/1980).
Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005), ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Συγκεκριμένα, συντρέχει εσφαλμένη υπαγωγή, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ` αυτόν.
Προς εξεύρεση της παραβάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η ψευδής ερμηνεία κάθε αόριστης νομικής έννοιας, δηλαδή η ορθή ή όχι εξειδίκευση αυτής, έστω και αν η εξειδίκευση βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατομικής περιπτώσεως, καθώς και η κακή εφαρμογή της σχετικής αόριστης νομικής έννοιας, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην περίπτωση της εσφαλμένης υπαγωγής.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/1016, Ολ.Α.Π.20/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. O λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων (Α. Ρ. του Δ.), με το από 17-2-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολάβου - πράκτορα, που υπεγράφη μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, η οποία είναι εταιρεία παροχής γενικών ασφαλειών, ανέλαβε την είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της εναγομένης από τους διάφορους πελάτες της στην περιοχή του νομού Αττικής, με βάση τριπλότυπες αποδείξεις που εξέδιδε η ίδια και παρέδιδε στον πρώτο ενάγοντα.
Ο τελευταίος είχε την υποχρέωση να αποδίδει λογαριασμό στην πρώτη εναγομένη και να παραδίδει τις εισπράξεις στο αρμόδιο όργανο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όρο του Κανονισμού Εισπράξεων της εναγομένης 'τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα κατατίθενται στο Ταμείο της Εταιρείας από μεν τους εισπράκτορες της εταιρείας εντός εξαημέρου από την ημερομηνία είσπραξης από δε τους πράκτορες εντός 10ημέρου από την ημερομηνία είσπραξης'...
Στη συνέχεια, με τα από 17-2-1999 και 12-7-1999 'ιδιωτικά συμφωνητικά εγγύησης', που υπεγράφησαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της, τότε, δεύτερης ενάγουσας και τρίτου ενάγοντα αντίστοιχα, οι τελευταίοι εγγυήθηκαν εγγράφως την καταβολή οποιασδήποτε οφειλής του πρώτου ενάγοντος προς την πρώτη εναγομένη, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως και αναλαμβάνοντας ευθύνη έναντι αυτής ως πρωτοφειλέτες.
Στο πλαίσιο της συνεργασίας της πρώτης εναγομένης με τον πρώτο ενάγοντα ο τελευταίος παρείχε τις υπηρεσίες του στο Γραφείο Παραγωγής της εναγομένης στη λεωφόρο Βουλιαγμένης μέσω του οποίου παραλάμβανε τις αποδείξεις για τα ασφάλιστρα που επέκειτο να εισπράξει, οι οποίες χρεωνόντουσαν στο όνομά του με τους κωδικούς αριθμούς … και … και παρέδιδε τα χρήματα στην πρώτη εναγομένη.
Στις 12/6/2002, ο πρώτος ενάγων τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία του με την εγκαλούσα τελείως απροσδόκητα και ενώ στα χέρια του βρισκόταν μεγάλος αριθμός ανείσπραχτων ασφαλίστρων (4.000 έως 5.000)... Στη συνέχεια, (η πρώτη εναγομένη) προκειμένου να προχωρήσει στην είσπραξη των ασφαλίστρων, που εκκρεμούσαν, παρέδωσε τις αποδείξεις είσπραξης του πρώτου ενάγοντα σε οκτώ πράκτορες του Γραφείου Παραγωγής...
για να εισπράξουν τα ασφάλιστρα με τη χρήση των κωδικών του πρώτου ενάγοντος. Στις 18/9/2002, μετά από ολοκλήρωση του διαχειριστικού ελέγχου των εισπράξεων που είχε διενεργήσει μέχρι την ημερομηνία αυτή ο πρώτος ενάγων, απεδείχθη ότι αυτός όφειλε στην εναγομένη από εισπραχθέντα και μη καταβληθέντα το ποσό των 268,99 ευρώ, το οποίο εξόφλησε αυθημερόν...
Στις 22/10/2002, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.355,98 ευρώ για αμοιβή του (προμήθειες) από τις τότε πραγματοποιηθείσες από αυτόν εισπράξεις ασφαλίστρων... Στο τέλος Οκτωβρίου 2002 εντούτοις, η πρώτη εναγομένη... ζήτησε από το υποκατάστημα Βουλιαγμένης να προχωρήσει σε έλεγχο - εκκαθάριση των κωδικών … και … του πρώτου ενάγοντος, προκειμένου να προβεί σε λύση της σύμβασής του...
Ο έλεγχος περαιώθηκε στις αρχές του έτους 2003 και η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών - Τομέας Ρευστοποίησης Χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης στις 3/2/2003 ζήτησε από το Υποκατάστημα Βουλιαγμένης νέες καταστάσεις απαιτητών ασφαλίστρων, συνολικού ποσού 30.630,83 ευρώ καθώς και τα πινάκια παραλαβής αυτών, τα οποία αφορούσαν τον πρώτο ενάγοντα...
στις 21/4/2003 η πρώτη εναγομένη κοινοποίησε στον πρώτο ενάγοντα την από 27/3/2003 εξώδικη δήλωση, με την οποία του ανακοίνωνε ότι της χρωστούσε το ποσό των 30.630,84 ευρώ και τον καλούσε να καταβάλει τούτο εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση του εξωδίκου... Στη συνέχεια, κοινοποίησε προς τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη όχληση - πρόσκληση, με την οποία καλούσε αυτούς ως εγγυητές να καταβάλουν στην εταιρεία το ποσό των 30.630,84 ευρώ...
Στις 6/6/2003 ο τομέας Ρευστοποίησης Χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης απέστειλε προς τη Νομική Υπηρεσία αυτής το με αριθμό … υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο έδιδε εντολή για κατάθεση μήνυσης και αγωγής κατά του πρώτου ενάγοντα για είσπραξη του ποσού των 30.630,84 ευρώ... Ακόμη, στις 22/4/2004, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, αποτελούμενο από τους δεύτερο έως και ένατο εναγομένους...
έλαβε απόφαση για την υποβολή εγκλήσεως για υπεξαίρεση τόσον κατά του πρώτου ενάγοντος όσον και άλλων οκτώ (8) πρακτόρων της και εξουσιοδότησε τους δικηγόρους της για την υποβολή της έγκλησης. Κατόπιν αυτών, στις 10/5/2004 κατατέθηκε μήνυση-έγκληση της πρώτης εναγομένης κατά του πρώτου ενάγοντος και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση.
Η υπόθεση ανατέθηκε στην 18η τακτική ανακρίτρια και... επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο- πρώτο ενάγοντα ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα... Στη συνέχεια, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 3103/2006 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επισημαίνοντας ότι... αν τα αναφερόμενα στην έγκληση ποσά έλειπαν από ταμείο της εταιρείας, η τελευταία έπρεπε να τα αναζητήσει από τους πελάτες, που αναφέρονται στη μήνυση και στο συνημμένο σ' αυτήν πίνακα.
Στην περίπτωση που κάποιος από αυτούς καθυστερούσε την εξόφληση η εναγομένη εταιρεία θα τον οχλούσε με συστημένη επιστολή και στη συνέχεια, αν ο πελάτης ισχυριζόταν ότι πράγματι είχε καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα τα ασφάλιστρα θα την ενημέρωνε άμεσα και αυτή θα έπαιρνε τα κατάλληλα μέτρα, όμως στην περίπτωση των αναφερόμενων στη μήνυση πελατών δεν υπάρχει καμία απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων με υπογραφή του κατηγορουμένου - πρώτου ενάγοντα...
ουδείς εκ των πελατών ασφαλισμένων της πρώτης εναγομένης οχλήθηκε μέχρι τον ανωτέρω χρόνο και δεν υφίσταται κάποια απόδειξη πελάτη με υπογραφή του πρώτου ενάγοντος που να αποδεικνύει ότι αυτός εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό και δεν το κατέβαλε στην εταιρεία. Στις 24/12/2003 η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά των τριών εναγόντων, με την οποία ζητούσε την καταβολή αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από τον καθένα του ποσού των 30.630,84 ευρώ, λόγω τελεσθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) από τον πρώτο ενάγοντα και λόγω της εγγυητικής σύμβασης των δύο λοιπών εναγόντων.
Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2083/31-5-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή, επί ασκηθείσης δε εφέσεως κατ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2903/20-4-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, όπως δέχθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου, συνεπεία των συνεχών μεταβολών των προσώπων, στα οποία, μετά το ατύχημα του πρώτου ενάγοντος (Ιούνιος 2002), παραδίδονταν οι αποδείξεις ασφαλίστρων που είχαν χρεωθεί στους κωδικούς του, άλλες από αυτές εισπράχθηκαν και κατατέθηκαν τα ποσά στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και άλλες παρέμειναν ανείσπρακτες και επεστράφησαν στην πρώτη εναγομένη για ακύρωση, χωρίς ποτέ να γίνει είσπραξη αυτών από τον πρώτο ενάγοντα.
Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα τόσο στην από 9/12/2003 αγωγή όσο και στην από 10/5/2003 μήνυση-έγκληση της πρώτης εναγομένης δεν αποδείχθηκαν ότι ήσαν αληθή, προκειμένου, όμως, να θεμελιωθεί η νομοτυπική μορφή του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή η αδικοπρακτική συμπεριφορά των δυσφημιστικών διαδόσεων, λόγω υποβολής της εγκλήσεως και ασκήσεως της αγωγής κατά τα ανωτέρω, προϋποτίθεται...
ότι συντρέχουν αα) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιο πρόσωπο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ββ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του (καλυπτομένου και του άρθρου 920 ΑΚ) και γγ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Από το σύνολο των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι δόλια προαίρεση των εναγομένων να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των εναγόντων. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, η εταιρεία και το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποφάσισαν την υποβολή της εγκλήσεως... Η διαδικασία ελέγχου αρχίζει από το ύποπτο για υπεξαίρεση υποκατάστημα..., την υποβολή του αποτελέσματος του ελέγχου σε επιτροπή αποτελούμενη από το σύνολο διευθυντών της εταιρείας...
και τέλος, υποβολή της πρότασης-εισήγησης της Επιτροπής αυτής στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο αποφασίζει με βάση τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία και στην ουσία επικυρώνει την απόφαση της Επιτροπής Εκκαθάρισης Απαιτήσεων, χωρίς 'να μπαίνει στον έλεγχο σωστού ή λάθους της απόφασης της επιτροπής', βασιζόμενο στο γεγονός της ύπαρξης πληθώρας διοικητικών οργάνων αρμοδίων για τους οικονομικούς ελέγχους...
Από τον σχετικό έλεγχο στις ανωτέρω αρμόδιες υπηρεσίες της πρώτης εναγομένης προέκυψε πίνακας περίπου εκατόν πενήντα πέντε (155) συμβολαίων διάφορών κλάδων ασφαλίσεως, η πλειοψηφία των οποίων καταγραφόταν με την ένδειξη 'ελλείπουσα' (την απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων) και μικρός αριθμός αυτών (συμβολαίων) ότι έληξαν ανείσπρακτα.
Το γεγονός ότι ορισμένα από τα αναφερόμενα στον σχετικά πίνακα, περίπου τριάντα τέσσερα (34) είτε είχαν εισπραχθεί, είτε δεν είχε γίνει είσπραξη των ασφαλίστρων από κανέναν είτε επιστράφηκαν χωρίς να εισπραχθούν, είτε επιστράφηκαν για αλλαγή κωδικού είσπραξης... δεν στοιχειοθετεί δόλο της εναγομένης και των οργάνων της και πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων εγείροντας ένδικα μέσα εναντίον τους με γνώση του ότι ορισμένα από τα αναφερόμενα στα δικόγραφά τους είναι ψευδή και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια...
Επομένως, τόσο η πρώτη εναγομένη όσον και τα λοιπά εναγόμενα όργανά της, μέλη του Δ.Σ. αυτής, πίστευαν ότι τα διεκδικούμενα από τον πρώτο ενάγοντα ανταποκρινόντουσαν στην αλήθεια, αφού προέκυπταν μετά από συνεχή, έστω και εσφαλμένο έλεγχο των αρμοδίων υπηρεσιών. Επιπλέον, δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της απλής δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως, αφού από τα προπεριγραφέντα αποδείχθηκε ότι α) δεν υπάρχει συνδρομή σχετικού για απλή δυσφήμηση ή εξύβριση δόλου των εναγόντων και β) η έκθεση των αναφερομένων στην αγωγή και την έγκληση περιστατικών ήταν απολύτως αναγκαία, αφού η πρώτη εναγομένη απέβλεπε στη διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ...
αυτή δε πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο και υπό περιστάσεις, που αντικειμενικώς δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο και δεν προσδίδουν σκοπό εξυβρίσεως των εναγόντων...". Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού, κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκληθείσα ενώπιόν του απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας, στη συνέχεια, την αγωγή, την απέρριψε κατ' ουσία.
Ειδικότερα, υπό τα ανωτέρω αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: Ότι, μετά τη λύση της, επί τριετία και πλέον, συνεργασίας του με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη-ασφαλιστική εταιρεία, ως εργολάβος-πράκτορας, συνεπεία ατυχήματος τούτου, που έλαβε χώρα στις 12-6-2002, ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων παρέδωσε σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη - ασφαλιστική εταιρεία) σωρεία εκκρεμών - ανείσπρακτων ασφαλιστήριων συμβολαίων.
Ότι, μετά από διαχειριστικό έλεγχο, που διενήργησε, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε από τον πρώτο των εναγόντων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των 268,99 ευρώ, ως μη καταβληθέν υπόλοιπο ασφαλίστρων, το οποίο ο τελευταίος κατέβαλε αμέσως και, ακολούθως, αυτή (αναιρεσίβλητη) του κατέβαλε το ποσό των 5.355,98 ευρώ, ως οφειλόμενη αμοιβή του (προμήθειες).
Ότι, μετά πάροδο έξι (6) περίπου μηνών, επικαλούμενη διενέργεια νέου διαχειριστικού ελέγχου, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη απαίτησε από τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 30.630,84 ευρώ, ως εισπραχθέντα απ' αυτόν και μη αποδοθέντα ασφάλιστρα, κοινοποιώντας σχετικές εξώδικες οχλήσεις τόσο στον ίδιο όσον και στους συμβληθέντες μετ' αυτής εγγυητές.
Ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, η οφειλή αυτή προέκυψε με βάση 155 συμβόλαια διάφορων κλάδων ασφάλισης, στην πλειοψηφία των οποίων δεν είχε ανευρεθεί η αντίστοιχη απόδειξη είσπραξης των ασφαλίστρων ("ελλείπουσα"), ενώ σε τα 34 από αυτά τα ασφάλιστρα εφέροντο ως "ανείσπρακτα". Ότι, λόγω της άρνησης των εναγόντων να καταβάλουν το παραπάνω ποσό, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη υπέβαλε κατά του πρώτου μήνυση για το κακούργημα της υπεξαίρεσης, επιπροσθέτως, δε άσκησε αγωγή τόσον κατ' αυτού, εξ αδικοπραξίας, όσον και κατά των λοιπών εναγόντων, με βάση τη σύμβαση εγγυήσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διεκδικώντας το ανωτέρω ποσό.
Ότι τα αναφερόμενα στην από 9-12-2003 μήνυση της αναιρεσίβλητης καθώς και στην από 10-5-2003 αγωγή της δεν ήταν αληθή, υπό την έννοια ότι ο πρώτος ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσείων, ουδέν ποσό υπεξήρεσε, όπως, άλλωστε, κρίθηκε με το απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αλλά και με τις οικείες αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίου, που αποφάνθηκαν επί της ως άνω αγωγής της αναιρεσίβλητης και, στη συνέχεια, επί της υπ' αυτής ασκηθείσας εφέσεως, πλην όμως, δεν προέκυψε δόλια προαίρεση της αναιρεσίβλητης, δηλαδή πρόθεση αυτής να βλάψει τους αντιδίκους της και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται η εκ μέρους της διάπραξη απλής ή συκοφαντικής δυσφήμησης ή εξύβρισης, αλλά, αυτή ενήργησε, με βάση το πόρισμα των αρμόδιων οργάνων της, χωρίς να ελέγξει το ορθό ή μη του σχετικού πορίσματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά την υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού στις διατάξεις, που εφάρμοσε και τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τη μη θεμελίωση του πραγματικού της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, περιορίστηκε στην κρίση περί της μη διαπράξεως εκ μέρους της των ανωτέρω ποινικών αδικημάτων σε βάρος των εναγόντων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, καίτοι δέχθηκε ως αποδειχθέντα α) ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων δεν υπεξήγαγε το ανωτέρω ποσό, β) ότι η αναιρεσίβλητη έσπευσε να στραφεί δικαστικά κατ' αυτού και κατά των μετ' αυτής συμβληθέντων ως εγγυητών, υποβάλοντάς τους στη βάσανο των δικαστικών αγώνων, με σοβαρό οικονομικό και προσωπικό κόστος, αποδίδοντας στον πρώτο εξ αυτών ποινικά κολάσιμη πράξη και ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα τούτου, αλλά και των λοιπών και γ) ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, υιοθετώντας αβλεπί το πόρισμα των υπαλλήλων της, καίτοι έχρηζε, εξωφθάλμως, περαιτέρω έρευνας, παραλείποντας, αφενός μεν, καθόσον αφορούσε στις περιπτώσεις των "ελλειπουσών" αποδείξεων, να επικοινωνήσει, δια των αρμόδιων υπαλλήλων της, με τους ασφαλισμένους-πελάτες της, ώστε να διαπιστωθεί ευχερώς και πέραν πάσης αμφιβολίας, αν αυτοί, όντως, είχαν πράγματι καταβάλει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα στον πρώτο αναιρεσείοντα ή σε άλλον συνεργάτη της, που ανέλαβε, κατ' εντολή της, μετά την αποχώρηση του πρώτου, με την απλή επίδειξη της σχετικής απόδειξης, η οποία, οπωσδήποτε, θα έφερε την υπογραφή του εισπράξαντος, αφετέρου δε, να εξαιρέσει, άνευ άλλης έρευνας, από τον οικείο πίνακα τα 34 ασφαλιστήρια με την ένδειξη 'ανείσπρακτα', εν τούτοις εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., ώστε να ερευνήσει αν η αναιρεσίβλητη ενήργησε, υπαιτίως, ήτοι, κατά παράβαση της επιβεβλημένης και της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, που απορρέει από την υποχρέωσή της, με βάση την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, το γενικό πνεύμα του δικαίου και τη συναλλακτική ευθύτητα ή δεν έλαβε κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο επιμέλειας προς αποφυγή ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων και εν προκειμένω της προσωπικότητας των πρώτου των εναγόντων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων και των λοιπών εξ αυτών και, σε καταφατική περίπτωση, προκαλώντας τους ηθική βλάβη, με συνέπεια να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά παραδοχή των αιτιάσεων, που περιέχονται στο πρώτο σκέλος του πρώτου και τρίτου λόγου καθώς και στο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του πρώτου και τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, δηλαδή της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς απ' αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5944/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ