Legislator Case Law & Legislation
832/2020 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership claims based on Ottoman law and good faith possession.

Case Number 832/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that recognized private ownership of land through good faith possession. The State argued the appeal court erred by relying on probability rather than full proof, but the court found its reasoning sound. The court upheld the lower court's decision because the State failed to disprove the historical facts of long-term possession and lack of objection during expropriation proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191§2 of the Code of Civil Procedure; Articles 22 of Law 3693/1957: The Supreme Court dismisses an appeal when the appellate court correctly applies the principle of good faith possession to establish ownership, rejecting the State's argument that a negative claim of ownership was required in expropriation proceedings.

Keywords

AI generated
good faith possession Ottoman land law expropriation compensation negative claim of ownership property ownership appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191§2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 832 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 832/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Της αναιρεσίβλητης: Ά. Μ. του Δ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Μ. χας Δ. Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Τριμίντζιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/1988 Πράξη και 185/1994 μη οριστικές, 88/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 58/2018 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2018 αίτησή του . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κ.λ.π., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ.

τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ.

μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μέτρουκε π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά των εν λόγω πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830 και 19.6.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου, με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιοκτητών γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο στο σύνολο με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικοί τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είτε ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημόσιων - γαζιών σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, (ΑΠ Ολομ. 1/2013, ΑΠ 31/2016 ΑΠ 368/2015, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1830/2014, ΑΠ 160/2014), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί - ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 52/2014, ΑΠ 1196/2012) .

Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητα του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. 0 τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015).

Ανάλογο τεκμήριο κυριότητας θέσπιζε και το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" που αφορά όμως τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν, και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά (ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1810/2009).

Ειδικά, όμως, για τα οθωμανικά κτήματα που βρίσκονται στην Αττική και στην περιοχή της Εύβοιας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού οι περιοχές αυτές δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών.

Επομένως, αν πρόκειται για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των παραπάνω πρωτοκόλλων και διεθνούς σύμβασης, όχι όμως, και δυνάμει κατάληψης αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, στη συνέχεια, δήμευσης (ΑΠ 31/2014), ΑΠ 368/2015, ΑΠ 1196/2012).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησία" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται, ολικά ή μερικά, από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και που επαναλήφθηκε από τότε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνόμενος ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις λειτουργίες που επιτελούνται απ' αυτά, δηλαδή την προσθήκη, πέραν της οικονομικής, οικολογικής λειτουργίας τους, και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις των άρθρων 57 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", 45 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε, 1 του ν.δ. 86/1969 κα 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979.

Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικούς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, λόγω της μεταξύ τους απόστασης, της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο- βlokoινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 479/2015, ΑΠ 384/2014) .

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 7 6 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντ ινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ.

για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά• από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21- 6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 EloNAK) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επτ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5- 1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22- 4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Ε,ισ.Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014).

Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 479/2015, ΑΠ 384/2014, ΑΠ 1810/2009) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις oποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΑΠ Ολομ. 8/2013, ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1445/2011).

Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου. Ωσαύτως, κατά το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938, (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ.

με το άρθρο 52 παρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ.) και όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "1. Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, πλην της νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο Δικαστήριο, να κοινοποιήσει διά δικαστικού κλητήρος, προς το Δημόσιο αίτηση περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση ένθα κείται και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους, επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων, που μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού....4.

Μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της ως άνω αιτήσεως....δύνανται οι εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής που αναφέρεται σε αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμα κυριότητας προκύπτει ότι η διαγραφόμενη με αυτήν προδικασία απαιτείται και για το παραδεκτό αγωγής που επιδιώκει την αναγνώριση κυριότητας έναντι του Δημοσίου, μόνο όμως εφόσον το επίδικον ακίνητον κατέχεται από το Δημόσιο.

Η μη κατοχή του επιδίκου από το Δημόσιο, η οποία συνεπάγεται και την ανυπαρξία υποχρεώσεως του ενάγοντος προς τήρηση της προδικασίας αυτής, ως προϋποθέσεως παραδεκτού της αγωγής, η οποία (προϋπόθεση) ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει από όσα αναφέρονται στην αγωγή, εφόσον αυτά δεν αμφισβητούνται από το Δημόσιο.

Αν όμως αυτό αμφισβητεί την κατοχή του ενάγοντος επί του επιδίκου, πρέπει το περιστατικό αυτό να καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, γιατί από αυτό εξαρτάται το παραδεκτό της αγωγής στην περίπτωση που δεν έχει τηρηθεί η ανωτέρω προδικασία (ΑΠ 271/1980, ΑΠ 1547/1991, ΑΠ 301/1998).

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην, ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται οι από τον αρ. 8 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.

ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν, αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984) ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες, με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996). Έτι, περαιτέρω, από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς ναν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Προσέτι, (σύμφωνα με τον αρ. 14 του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο και δη όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών, διατάξεων. Εξάλλου, ο από τον αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή στο δικόγραφο της αγωγής έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Προκειμένου, ειδικότερα, περιδιεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, (κατ' άρθρ. 216 §1 α, β ΚΠολΔ), εκτός από τα οριζόμενα κατ' άρθρ. 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Δεν απαιτείται, όμως για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άνω άρθρου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 58/2018, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Εύβοιας, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγουσες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι κατείχαν το επίδικο ακίνητο, γεγονός που το εκκαλούν σιωπηρώς συνομολόγησε εφόσον δεν το αμφισβήτησε ρητά με τις από 8-2- 1988 προτάσεις του που κατέθεσε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής( ώστε να καταστεί αντικείμενο απόδειξης με την σχετικώς εκδοθείσα υπ' αριθμ. 30/1988 πράξη του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η κατοχή του ακινήτου από τον ενάγοντα, εφόσον αμφισβητείται από το Δημόσιο καθίσταται αντικείμενο απόδειξης καθώς πρόκειται για πραγματικό περιστατικό από το οποίο εξαρτάται η τήρηση της άνω προδικασίας και ακολούθως το παραδεκτό της αγωγής (βλ.

Α.Π. 1738/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ), ορθώς και νομίμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, χωρίς να ταχθούν αποδείξεις ως αποδεδειγμένη την ασκούσα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατοχή του επιδίκου ακινήτου από τις ενάγουσες, η οποία κατέστησε παραδεκτή την αγωγή χωρίς την τήρηση της προδικασίας του ανωτέρω άρθρου 8 Α.Ν. 1539/1938 (βλ.

Α.Π. 1738/2012 ο.π.), την οποία (κατοχή από τις ενάγουσες) σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ούτε με τα δικόγραφα των προτάσεών του που κατέθεσε κατά τις επόμενες συζητήσεις της αγωγής, με τελευταίο αυτό με ημερομηνία 12-9-2016, που κατατέθηκε κατά την τελευταία συζήτηση μετά την οποία εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση.

Τον πραγματικό αυτό ισχυρισμό της μη κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τις ενάγουσες απαραδέκτως το πρώτον προτείνει ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο χωρίς την συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, έτσι ώστε παρότι παραδεκτός με την με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται η έλλειψη της ανωτέρω προδικασίας, εφόσον πρόκειται για ζήτημα ελεγχόμενο και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 527 αριθ.3 ΚΠολΔ, βλ.

και Α.Π. 1738/2012 ο.π.), ο σχετικός πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος κατά τα αμέσως πιο πάνω εκτιθέμενα. Περαιτέρω και καθόσον αφορά τον δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεως, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αμφοτέρων των βάσεων της στοιχεία και δη ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, χωρίς να απαιτείται και η ενσωμάτωση του επικαλούμενου τοπογραφικού διαγράμματος, καθώς και οι νόμιμοι τίτλοι εφ' ων οι ενάγουσες στηρίζουν το δικαίωμα κυριότητός τους, ενώ, καθόσον αφορά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητος, αναφέρονται oι συγκεκριμένες πράξεις νομής στις οποίες προέβαλαν καλόπιστα και διανοία κυρίου τόσο οι ενάγουσες όσο και οι δικαιοπάροχοι τους από του έτους 1873 και εντεύθεν στο επίδικο ακίνητο.

Ενόψει τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε παραδεκτή την αγωγή δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των ανωτέρω δύο πρώτων λόγων της υπό κρίση εφέσεως. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 30/1988 πράξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Εισηγητή, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ.

….1990 εισηγητική έκθεση, την υπ' αριθμ. …./2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ι. Α., που διετάχθη με την υπ' αριθμ. 137/1998 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η προσκομιζομένη από το εκκαλούν με επίκληση έκθεση αντίκρουσης πραγματογνωμοσύνης της δασολόγου Π.

Σ. και οι προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, καθώς και από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 33 6§4 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../18-4- 1986 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μ. Π. Σ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαρμαρίου στον τόμο …και αριθμό …., η ενάγουσα Ά. Μ. και η αρχικώς πρώτη ενάγουσα, αποβιώσασα ήδη, μητέρα της, Μ. χήρα Δ. Μ., απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή και κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 3/4 και 1/4 αντίστοιχα λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος την 13-5-1983 πατρός της πρώτης και συζύγου της τελευταίας, Δ.

Μ. του Χ. και Μ., έναν αγρό περιγραφόμενο στον ανωτέρω τίτλο κτήσης ως καλλιεργήσιμο και μη, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητος Μαρμαρίου του πρώην Δήμου Μαρμαρίου Εύβοιας, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως του κληρονομουμένου 30 στρεμμάτων ή όσης είναι, κατά δε ακριβέστερη εμβαδομέτρηση 96.700 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν ανατολικά με ξηρόρευμα και πέρα από αυτό με ιδιοκτησία Ι.

Χ. Μ., βορειοδυτικά με παλιό δημόσιο δρόμο ... και νότια και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Ι. Μ. Στον ανωτέρω κληρονομηθέντα ο εν λόγω αγρός είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του υπ' αριθμ. ...7-7-1940 συμβολαίου διανομής κληρονομικών ακινήτων του συμβολαιογράφου Καρύστου Α. Χ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαρμαρίου, στον τόμο … και αριθμό …, με το οποίο ο ανωτέρω διένειμε με την μητέρα του, Μ.

χήρα Χ. Μ., και τα αδέλφια του, Χ., Ι., Ε., Κ. και Π. Μ., τα ακίνητα που περιήλθαν σε αυτούς από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, Χ. Μ. του Κ., αποβιώσαντος τον Ιανουάριο του έτους 1940, και στην οποία περιλαμβανόταν και ο άνω αγρός. Στο ανωτέρω συμβόλαιο διανομής ο αγρός περιγράφεται ως καλλιεργήσιμος και μη, κείμενος στη θέση "..." της Κοινότητος Μαρμαρίου μετά των εν αυτώ διαφόρων δένδρων εκτάσεως στρεμμάτων τριάκοντα ή όσης είναι, συνορευόμενος γύρωθεν με Ι.

Κ. Μ., ξηρόρεμα πέραν τούτου ανωτέρω κτήμα θέσεως Φλέβα Χατζή, ξηρόρεμα πέραν τούτου ανωτέρω κτήμα θέσεως "...", δρόμο Καρύστου - Μαρμαρίου και Ι. Κ. Μ.. Στον Χ. Μ. το άνω ακίνητο είχε περιέλθει ως μέρος περισσότερων αγρών κειμένων στις θέσεις "... του Δήμου Μαρμαρίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1891 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρύστου Μ.

Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και αριθμό …., με το οποίο αυτός και ο αδελφός του, Ι. Μ. του Κ., διένειμαν μεταξύ, τους την κληρονομιαία περιουσία των γονέων τους, Κ. και Χ. Μ.. Στον δε Κ. Μ. οι ανωτέρω διανεμηθέντες αγροί, μέρος των οποίων ήταν και το επίδικο , είχαν περιέλθει από ανταλλαγή με τον Γ.

Π. του Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1873 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Καρύστου Ν. Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καρύστου στον τόμο … και αριθμό ..., περιγράφονται δε εκεί ως "κτήμα εκ καλλιεργήσιμων και μη αγρών συνεχομένων προς το ανατολικοαρκτικόν μέρος της θέσεως Μαρμαρίου της Καρύστου κείμενον, επονομαζόμενο ρεύμα Β.

Κ. Γ. Ζ. Λ. Κ. και Κ., μεθ' όλων των εν αυτών καλυβιών, μανδρείων, δένδρων και ποτισίμων υδάτων, εκτάσεως ξαγίων χιλίων περίπου, συνορευόμενον ανατολικώς με ρεύμα Ν. Δ. και Γ. Ν. Π., μεσημβρινώς με Χ. Γ. και αδελφούς Σ., αρκτικώς με Γ. Β. Π., αδελφούς Α. Ο., Ν. Δ. και ρεύμα και Δυτικώς με Δημόσιον . δρόμον". Στη δε Χ. χήρα Κ.

Μ. μέρος του επιδίκου είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1878 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρύστου Ν. Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καρύστου, με το οποίο η ανωτέρω απέκτησε εξ αγοράς από την Μ. χήρα Ε. Α. έναν αγρό κείμενο στη θέση "..." της περιφερείας του Μαρμαρίου Καρύστου, εκτάσεως "ξαγίων πεντακοσίων ή όσον ήθελεν είσθαί, καλλι εργήσιμον και μη, μετά των εν αυτώ διαφόρων δένδρων, μανδρείου, καλύβηςκαι λοιπών παραρτημάτων και πλεονεκτημάτων, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Δ.

Κ., Δ. Μ., Ε. Χ., Δ. Ο., κληρονόμους Ε. Α., Θ. Α. Ο. και Ι. Ζ.". Σύμφωνα με το συμπέρασμα της διαταχθείσας με την υπ' αριθμ. 137/1998 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους του αμέσου και• των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών, η οποία διενεργήθηκε από τον ορισθέντα με την ίδια απόφαση ως πραγματογνώμονα, πολιτικό μηχανικό Ι.

Α., όπως διατυπώνεται στην σχετικώς συνταχθείσα από μέρους του, από Νοέμβριο 2015, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο σύνολο του στους τίτλους της ενάγουσας και των προκτητόρων της. Προκειμένου να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμά του ο ανωτέρω πραγματογνώμων μελέτησε μεταξύ των λοιπών αναφερομένων στην έκθεση του στοιχείων και όλους τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας, τους ορθοφωτοχάρτες ετών 1945 και I960 καθώς και τις μεγεθύνσεις των αεροφωτογραφιών της ΓΎ.Σ.

ετών 1971, 1988 και 1997, επίσης το από 18-9-2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Η., όπου το επίδικο ακίνητο αποτυπώνεται στη μορφή που έχει σήμερα μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την βελτίωση του οδικού τμήματος "... μέσω ...", που το κατέτμησε σε δύο τμήματα, όπως πιο κάτω περιγράφονται.

Από την εκτίμηση πάντων των ανωτέρω και των λοιπών αναφερομένων στην έκθεση του στοιχείων και την εφαρμογή των τίτλων στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα ο ανωτέρω πραγματογνώμων κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμά του διαπιστώνοντας σύμπτωση διαχρονικά των ορίων του επιδίκου με φυσικά και αδιατάρακτα όρια και συγκεκριμένα δυτικά τον παλαιό δρόμο ...

και ανατολικά υπάρχοντα χείμαρρο, οι οποίοι συγκλίνουν στη βόρεια κορυφή του ακινήτου, το οποίο έχει περίπου τριγωνικό σχήμα, ενώ στο νότιο τμήμα η οριοθέτηση γινόταν με ξερολιθιές, οι οποίες, όπως σημειώνει ο πραγματογνώμων, διακρίνονται ευκρινώς κατά την παρατήρηση των ανωτέρω εγγράφων στοιχείων ετών 1960 και εντεύθεν, κάποιες δε από αυτές σώζονται, μέχρι και σήμερα και αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα.

Μετά την συντέλεση της προαναφερομένης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσας δυνάμει της υπ' αριθμ. 6693/23-10-1994 απόφασης του Νομάρχη Εύβοιας, νομίμως δημοσιευθείσας στο ΦΕΚ Δ' 1171/10-11-1994, το επίδικο ακίνητο κατατμήθηκε και αποτελείται πλέον,, από δύο τμήματα, συνολικής εκτάσεως 115.132,40 τ.μ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του Α.

Η., το πρώτο υπό τα στοιχεία ... εμβαδού 111.533,99 τ.μ., και το δεύτερο υπό τα στοιχεία ..., εμβαδού 3.598,41 τ.μ., το όλο δε ακίνητο συνορεύει κατά το ίδιο διάγραμμα, βόρεια με συμβολή ρέματος με παλαιό δρόμο Μαρμαρίου Καρύστου (χωματόδρομο), ανατολικά με ρέμα και πέραν αυτού με τμήμα οριοθετημένου οικισμού Μαρμαρίου, δυτικά με παλαιό δρόμο ... (χωματόδρομο) και νότια με την Επαρχιακή Οδό ..., η οποία τέμνει, μετά την γενομένη απαλλοτρίωση, το επίδικο και δημιουργεί το μικρότερο σε έκταση κατά τα άνω τμήμα του προς τα νότια.

Την μορφή αυτή και τα όρια του ακινήτου δεν αμφισβητεί το εναγόμενο Δημόσιο, καθώς στην προσκομιζομένη από μέρους του έκθεση αντίκρουσης της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης της δασολόγου του Δασαρχείου Αλιβερίου Π. Σ., η τελευταία συμφωνεί με τον πραγματογνώμονα ως προς την εντόπιση της έκτασης με βάση τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας, ενώ σημειώνει ότι "οι διαφορές στον εμβαδόν δεν αποτελούν εμπόδιο καθώς η έκταση εντοπίζεται κυρίως με φυσικά όρια, τα οποία έγιναν αποδεκτά και από τις αποφάσεις του Υπ.

Γεωργίας".

Περαιτέρω όμως ισχυρίζεται το Δημόσιο ότι η επίδικη έκταση δεν είναι εξολοκλήρου καλλιεργήσιμη αλλά ότι, εντός αυτής υφίστανται τμήματα που έχουν αμιγώς δασικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου ανήκουν στην κυριότητα του. Η ανωτέρω δασολόγος στην προσκομιζομένη έκθεσή της εντοπίζει με βάση τα μελετώμενα στοιχεία τέσσερα τέτοια τμήματα (ΔΙ, Δ2, Δ3, Δ4) _με δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (πρίνα, αγριελιές, σχοίνα κλπ.) σε ποσοστό περίπου 25-40%, τα οποία αναφέρει ότι από την εξέταση της μορφής της έκτασης διαχρονικά με βάση τα ανωτέρω στοιχεία (αεροφωτογραφίες, ορθοφωτοχάρτες) διαπιστώνεται ότι έφεραν ανέκαθεν δασική βλάστηση με την ίδια οριοθέτηση και εντοπίστηκαν εύκολα, εμβαδομετρήθηκαν και αποδόθηκαν με συντεταγμένες στο γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς ..., έχουν δε εμβαδό το τμήμα ΔΙ 47.032,12 τ.μ., το τμήμα Δ2 10.861,72 τ.μ., το τμήμαΔ3 3.708,82 τ.μ.

και το τμήμα Δ4 821,21 Τ.Μ. και συνολικά 62.423,87 τ.μ. Μη καλλιεργήσιμα τμήματα εντός του επιδίκου ακινήτου διαπιστώνει στην πραγματογνωμοσύνη του και ο ανωτέρω πραγματογνώμων Ι. Α., στα ίδια σημεία και στις ίδιες διαστάσεις διαχρονικά, χαρακτηρίζει αυτά ωστόσο ως χορτολιβαδικά και θαμνώδη και δεν κάνει λόγο για δασική βλάστηση, ενώ αναφέρει ότι χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι, καθώς παρατηρούνται σε αυτά διάφορα μονοπάτια, οι γνωστές γιδόστρατες.

Ο δασικός χαρακτήρας, ωστόσο των συγκεκριμένων διακριτών εντός του επιδίκου ακινήτου τμημάτων στην ύπαρξη των οποίων συγκλίνουν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η έκθεση αντίκρουσης αυτής δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή. Και τούτο διότι από τα ανωτέρω στοιχεία απεδείχθη ότι εντός του όλου επιδίκου ακινήτου εξαρχής και δη τουλάχιστον από του έτους 1873 εγκατασταθεί οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ^άγουσας, Κ.

και Χ. Μ. και κατόπιν αυτών ο υιός τους Χ. Μ., οι οποίοι, έχοντας την φυσική εξουσία επί του ακινήτου και την βούληση εξουσίασής του διανοία κυρίου, νέμονταν αυτό καλή τη πίστει, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής του δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα κυριότητος τρίτου, εφόσον είχαν αποκτήσει αυτό με νόμιμους τίτλους.

Συγκεκριμένα οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν την διοίκηση, επιστασία και εκμετάλλευση του επιδίκου ακίνητου, είτε οι ίδιοι είτε διά μέσου παρένθετων προσώπων (κολλίγων) και ειδικότερα επέβλεπαν και προστάτευαν αυτό από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων προσώπων, επιδεικνύοντας την πρόθεση διαρκούς και αποκλειστικής εξουσίασής του όπως αρμόζει σε αληθή κύριο, καλλιεργούσαν το γόνιμο τμήμα του με κριθάρι και σιτάρι, περισυνέλλεγαν τους καρπούς από τα εκεί υφιστάμενα περί τα 300 - 350 ελαιόδενδρα και έβοσκαν τα ποίμνιά τους εντός αυτού, είχαν επίσης κατασκευάσει εντός του επιδίκου πεζούλες για να συγκρατούν τα χώματα, λόγω της κλίσης του, αλώνι, το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα, και ξερολιθιές, κάποιες από τις οποίες επίσης σώζονται μέχρι και σήμερα.

Τούτα αποδεικνύονται πέραν πάσης αμφιβολίας από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Γ. Γ. και Δ. Κ., που δόθηκαν ενώπιον του ορισθέντος Εισηγητή και περιέχονται στην προσκομιζομένη σχετική έκθεση, οι οποίοι εξ ιδίας αντίληψης, καθώς είναι γεννηθέντες τα έτη 1935 και 1917 αντίστοιχα, ο δεύτερος δε εξ αυτών ως πρεσβύτερος γνώριζε και τον Χ.

Μ., απασχολούμενος από αυτόν ως κολλίγος στο επίδικο ακίνητο από του έτους 1932 και εντεύθεν, αλλά και από ακούσματα που είχαν από το περιβάλλον τους, σαφώς καταθέτουν ότι το κτήμα είχε έκταση 100 στρέμματα περίπου, ότι το γνωρίζουν από τότε που γεννήθηκαν ως κτήμα του Χ. Μ. και προ αυτού των γονέων του, Κ. και Χ.

Μ. (και μετά από αυτόν του δικαιοπαρόχου των εναγουσών Δ. Μ. και εντέλει των εναγουσών), επίσης ότι το επίδικο ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του καλλιεργήσιμο, ενώ το άγονο μέρος• χρησιμοποιούνταν για την βόσκηση των ποιμνίων των ιδιοκτητών, και ότι όλα τα παραπάνω πρόσωπα ενεργούσαν αδιαλείπτως, διάνο ία κυρίου, τις απαριθμούμενες ως άνω πράξης νομής επί του επιδίκου, το οποίο μάλιστα όπως αναφέρουν ήταν γνωστό ως "...".

Τα ίδια αναφέρουν στις από 10-3-1972 εκθέσεις ενόρκου εξετάσεώς τους ενώπιον του Δασάρχη Χαλκίδος, που χρησιμεύουν εν προκειμένω ως δικαστικά τεκμήρια, και οι Ά. Μ. και Δ. Κ., ετών κατά τον χρόνο της κατάθεσής τους ... αντίστοιχα, ο πρώτος τέκνο του αδελφού του Χ. Μ., Ι., και ο δεύτερος απασχολούμενος από τους αδελφούς Χ.

και Ι. Μ. κατά τα έτη 1910-1912 στην φύλαξη των ποιμνίων τους, οι οποίοι αναφέρουν επιπλέον σχετικά με την κτήση του επιδίκου από τους ανωτέρω αδελφούς με διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων τους, εκ της οποίας τα ακίνητα που περιήλθαν σε έκαστο αδελφό ανήκαν κατά τον χρόνο που εδόθησαν οι καταθέσεις στους κληρονόμους αυτού (Δ.

Μ. για το επίδικο), επίσης αναφέρουν ότι το κτήμα ήταν γνωστό ως "...", ο δε δεύτερος αυτών επιπρόσθετα και ότι εάν κάποιος έμπαινε μέσα στο επίδικο οι ιδιοκτήτες του τον έδιωχναν αμέσως και αν το έκανε επίτηδες τον πήγαιναν στα δικαστήρια, ότι όμως κανείς δεν τολμούσε να αφήσει τα ζώα του μέσα στο κτήμα διότι όλοι το ήξεραν ως "..." και σέβονταν την περιουσία του άλλου.

Οι εν λόγω καταθέσεις εδόθησαν στα πλαίσια της διαδικασίας που ακολούθησε αίτηση υποβληθείσα από τον δικαιοπάροχο των εναγουσών, Δ. Μ., στο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών προκειμένου να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, περιγραφομένου τότε ως εκτάσεως 96,70 στρεμμάτων, την οποία εν συνεχεία περιόρισε με νέα αίτησή του σε 50 στρέμματα.

Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας που περιελάμβανε και αυτοψία από τον δασολόγο Η. Κ., ο οποίος συνέταξε και σχετικό, με ημερομηνία 28-6- 1974 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών σε δύο διαδοχικές Γνωμοδοτήσεις του, τις υπ' αριθμ. ...-5-1977 και ...-7- 1979, απεφάνθη ότι αποδεικνύεται η συνεχής νομή και κατοχή του επιδίκου από τον εκεί αιτούντα Δ.

Μ. και τους δικαιοπαρόχους του από του έτους 1873 και εφεξής αλλά και πέραν του έτους αυτού, εν απουσία του Δημοσίου από οποιαδήποτε πράξη διακατοχής, και ότι η έκταση ακολούθως δεν είναι δημόσια αλλά ιδιωτική και γνωμοδότησε να γίνει δεκτή η αίτηση του Δ. Μ. για αναγνώρισή του ως κυρίου του επιδίκου. Παρά την θετική αυτή γνωμοδότηση, η οποία είχε λάβει υπόψη της και την αυτοψία του, γνωρίζοντα τα τεκταινόμενα στην περιοχή, αρμοδίου υπαλλήλου του Δασαρχείου, η αίτηση του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγουσών δεν έγινε τελικώς δεκτή από τον Υφυπουργό Γεωργίας, ο οποίος με τις υπ'

αριθμ.

199808/4588/29-12-1979 και 137.377/192/9-3-1982 αποφάσεις του απέρριψε τις αιτήσεις που διαδοχικώς υπέβαλε ο Δ. Μ.ς με το σκεπτικό ότι δεν αποδεικνυόταν ότι το διεκδικούμενο δασικό τμήμα περιλαμβανόταν στους τίτλους του και ότι οι δικαιοπάροχοι του ενέμοντο αυτό καλόπιστα για τριάντα έτη. Το ότι όμως το διεκδικούμενο τότε από τον Δ.

Μ. τμήμα περιλαμβάνεται εν όλω στους τίτλους του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του πλήρως αποδεικνύεται με βάση το συμπέρασμα της διενεργηθείσας κατά τα άνω πραγματογνωμοσύνης, ενώ περαιτέρω η διάνο ία κυρίου, άσκηση καλόπιστης νομής επί του όλου επιδίκου ακινήτου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του Δ.

Μ. και των εναγουσών, Κ. και Χ. Μ. και εν συνεχεία Χ. Μ., αποδεικνύεται εν προκειμένω πέραν πάσης αμφιβολίας σύμφωνα με όσα όλα προεκτέθηκαν και δη αδιαλείπτως για το διάστημα από του έτους 1873 και σε κάθε περίπτωση 1878 (ημερομηνία κτήσης μέρους του επιδίκου από την Χ. Μ. κατά τα ανωτέρω) και εντεύθεν, συμπληρωθείσας ούτω της τριακονταετίας της εκτάκτου χρησικτησίας, η οποία ήταν επιτρεπτή και επί δημοσίων δασών κατά το ισχύον τότε βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά το έτος 1903 και σε κάθε περίπτωση το έτος 1908, ήτοι ο χρόνος της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών προ της 11-9- 1915, ημερομηνία από την οποία έπαψε να είναι δυνατή η κτήση δικαιώματος κυριότητας με χρησικτησία έναντι του Δημοσίου, σύμφωνα με την ίδια μείζονα σκέψη.

Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε εξάλλου οιαδήποτε πράξη διακατοχής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 30 ετών στο επίδικο ακίνητο από το εναγόμενο Δημόσιο, ενώ τέτοια πράξη δεν προέκυψε ούτε και μεταγενέστερα, ούτε ακόμη και όταν συντελέστηκε η προαναφερομένη αναγκαστική απαλλοτρίωση, στα πλαίσια της οποίας και κατά την δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, κανέναν ισχυρισμό δεν προέβαλε αρνητικό της κυριότητας των εναγουσών το Δημόσιο, με συνέπεια με την υπ' αριθμ. 328/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος οι ενάγουσες να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατείχαν και νέμονταν • αυτό καλόπιστα και με διάνοια κυρίων αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα 30 ετών τουλάχιστον, που είχε συμπληρωθεί προ της 11-9-1915, με τις αναφερόμενες δε εν αρχή του σκεπτικού διαδοχικές μεταβιβάσεις του επιδίκου από τους αρχικούς κυρίους τούτο περιήλθε τελικώς στις ενάγουσες ως κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της πρώτης και πατρός της δευτέρας, οι οποίες συνεπώς κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής είχαν καταστεί κυρίες του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησαν αυτό από τον αληθή κύριο Δ.

Μ. και δη κατά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου 3/4 και 1/4 αντίστοιχα. Με βάση τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίας δασικής εκτάσεως και σε κάθε περίπτωση α) διότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε σε Οθωμανούς, την οποία κατέλαβε κατά την διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία, άλλως διότι περιήλθε σε αυτό κατά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων Ανεξαρτησίας ως εγκαταληφθείσα από τους τέως κυρίους της Οθωμανούς, άλλως διότι ανήκε στο τουρκικό Δημόσιο και δημεύθηκε υπ' αυτού, άλλως διότι οι φερόμενοι ιδιοκτήτες της δεν προσκόμισαν τους τίτλους κυριότητάς τους για αναγνώριση μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, β) άλλως διότι περιήλθε στην κυριότητά του βάσει του β.δ..

του 1836 περί ιδιωτικών δασών αφού οι τυχόν ιδιοκτήτες της εκτάσεως αυτής δεν προσήγαγαν τους νόμιμους τίτλους τους εντός της νομίμου προθεσμίας, γ) άλλως διότι περιήλθε σε αυτό βάσει του από 3/15-12-1833 Β.Δ. σαν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως διότι το απέκτησε ως αδέσποτο βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 β.δ., ε) άλλως διότι περιήλθε σε αυτό με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία καθώς την έκταση αυτή νεμόταν και εξακολουθεί να νέμεται με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι και σήμερα, ενεργώντας διανοία κυρίου διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, παραχωρήσεις, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κ.λ.π., παρίστανται αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς και υπό την εκδοχή ότι κατά τη σύσταση του ελληνικού κράτους ή οποτεδήποτε προ του έτους 1873, είχε αποκτήσει το εναγόμενο καθ' οιονδήποτε εκ των άνω τρόπων κυριότητα επί του επιδίκου (όχι όμως και δικαιώματι πολέμου εφόσον τούτο δεν ισχύει για τα ακίνητα της Εύβοιας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην σχετική νομική σκέψη της παρούσης), γεγονός που πάντως δεν απέδειξε, καίτοι φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, το δικαίωμα αυτό κυριότητος απώλεσε στη συνέχεια εφόσον οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχων εναγουσών απέκτησαν την νομή του επιδίκου και με διαρκή, επί 30ετία που συμπληρώθηκε προ της 11-9-1915, καλόπιστη άσκηση επ' αυτού διανοία κύριου, κατέστησαν κύριοι του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Τέλος, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι λόγω του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης μόνη η βόσκηση εντός αυτής ως πράξη νομής δεν προσπορίζει κυριότητα στους νεμόμενους, καθώς αφενός απεδείχθησαν και έτερες πράξεις νομής από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών πλην της βόσκησης, κατά τα αναλυτικώς πιο πάνω εκτιθέμενα, αφετέρου, ενόψει της συμπλήρωσης του χρόνου χρησικτησίας προ της 11-9-1915 δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν επιρροή, κατά τα αναφερόμενα στη οικεία νομική σκέψη της παρούσης, οι μεταγενέστερες σχετικές διατάξεις που παρατίθενται στην ίδια νομική σκέψη και ορίζουν ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται πράξη νομής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της 88/2017 οριστικής απόφασης του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου της αναιρεσίβλητης, η οποία παρίσταται ατομικά και ως κληρονόμος της μητέρας της Μ. Μ. (πρώτης αρχικής ενάγουσας).

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: Δυνάμει της .../1983 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μ. Π. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα και η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Μ. Μ. απέκτησαν, κατά ποσοστά 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, την κυριότητα του ειδικότερα περιγραφόμενου (καλλιεργήσιμου και μη) αγρού, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1983 Δ.

Μ.. Στον Δ. Μ., πατέρα της αναιρεσίβλητης και συζύγου της αρχικής (ήδη αποβιώσαντος) πρώτης ενάγουσας Μ. είχε περιέλθει (κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή) με το ...1940 μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του συμ/φου Καρύστου Α. Χ., (με το οποίο αυτός είχε διανείμει με τη μητέρα του Μ., και τ' αδέλφια του την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους Χ.

Μ., ο παραπάνω αγρός 30 περίπου στρεμμάτων (και κατά ακριβέστερη καταμέτρηση 96.700 μ2) καλλιεργήσιμος και μη στη θέση ".... Στον τελευταίο είχε περιέλθει ως μέρος περισσότερων αγρών με το διανεμητήριο μεταγεγραμμένο .../1891 συμβόλαιο του συμ/φου Καρύστου Μ. Μ., με το οποίο ο ανωτέρω Χ. και ο αδελφός του Ι. είχαν διανείμει την κληρονομιαία περιουσία των γονέων τους, Κ.

και Χ. Μ.. Στον Κ. Μ. οι διανεμηθέντες αγροί, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, είχαν περιέλθει με το .../1873 μεταγεγραμμένο συμβόλαιο ανταλλαγής (ως κτήμα καλλιεργήσιμων και μη αγρών), στη δε Χ. χήρα Κ. Μ. μέρος του επίδικου είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα με το .../1878 πωλητήριο (μεταγεγραμμένο) συμβόλαιο του συμ/φου Καρύστου Ν.

Γ., με το οποίο αυτή απέκτησε ένα (καλλιεργήσιμο και μη) αγρό εκτάσεως "ξαγίων πεντακοσίων ή όσον ήθελεν είσθαι, μετά των εν αυτώ διαφόρων δένδρων..." Προσέτι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ανελέγκτως) δέχθηκε ακόμη, ότι ο δασικός χαρακτήρας συγκεκριμένων διακριτών εντός του επιδίκου ακινήτου τμημάτων δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή, διότι τουλάχιστον από του έτους 1873 είχαν εγκατασταθεί οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, Κ.

και Χ. Μ. και κατόπιν αυτών ο υιός τους Χ. Μ., οι οποίοι έχοντας την φυσική εξουσία επί του όλου ακινήτου και τη βούληση εξουσίασης του με διάνοια κυρίου, νέμονταν αυτό με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής του δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτου, εφόσον είχαν αποκτήσει αυτό με νόμιμους τίτλους.

Συγκεκριμένα, (όπως διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης) οι ανωτέρω απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης είχαν τη διοίκηση, επιστασία και εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου, είτε οι ίδιοι είτε δια μέσου παρένθετων προσώπων (κολλίγων) και, ειδικότερα, επέβλεπαν και προστάτευαν αυτό από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων προσώπων, επιδεικνύοντας την πρόθεση διαρκούς και αποκλειστικής εξουσίασής του, καλλιεργούσαν το γόνιμο τμήμα του με κριθάρι και σιτάρι, περισυνέλλεγαν τους καρπούς από τα 300 - 350 περίπου ελαιόδενδρα, είχαν επίσης κατασκευάσει εντός του επιδίκου πεζούλες για να συγκρατούν τα χώματα λόγω της κλίσης του, αλώνι, το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα και ξερολιθιές, κάποιες από τις οποίες επίσης σώζονται έως σήμερα και στο άγονο μέρος του επιδίκου έβοσκαν τα ποίμνιά τους.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νέμονταν και κατείχαν αυτό καλόπιστα και με διάνοια κυρίως αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα 30 ετών τουλάχιστον, που είχε συμπληρωθεί προ της 11-9-1915 καθώς και ότι με την εκδοχή ότι το εναγόμενο είχε αποκτήσει κατά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους ή οποτεδήποτε πριν από το έτος 1873 κυριότητα επί του επιδίκου (όχι όμως με δικαίωμα πολέμου, εφόσον τούτο δεν ισχύει για τα ακίνητα της Εύβοιας), απώλεσε στη συνέχεια το δικαίωμα αυτό, εξαιτίας της κτήσης ακυρότητας του επιδίκου από τους απώτατους τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών με έκτακτη χρησικτησία την 11-9-1915.

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του επιδίκου από τους αρχικούς κυρίους τούτο περιήλθε τελικώς στις ενάγουσες, ως κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης (αναιρεσίβλητης), οι οποίες, συνεπώς, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής είχαν καταστεί κυρίες αυτού με παράγωγο τρόπο, αφού το απέκτησαν από τον αληθή κύριο Δ.

Μ.. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναλυτικά αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του ΒΡ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού σε αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους.

Επομένως, είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, που εμπεριέχονται στον τέταρτο λόγο αναίρεσης. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας α) η περαιτέρω εξειδίκευση των διακατοχικών πράξεων σε κάθε μέρος της όλης έκτασης του επιδίκου, που αφενός προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση και αφετέρου σε ποιο τμήμα ασκούνταν εκείνες, που προσιδιάζουν σε δασική τοιαύτη, αφού ο φυσικός εξουσιασμός και το πνευματικό στοιχείο της νομής των άνω δικαιοπαρόχων επεκτεινόταν σε όλη την έκταση του επιδίκου πέραν του ότι ορισμένες από τις πράξεις νομής που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (όπως, η διοίκηση και η επιστασία του επιδίκου και η προστασία αυτού από επεμβάσεις ή διεκδικήσεις τρίτων, με την επίδειξη πρόθεσης διαρκούς και αποκλειστικής εξουσίασής του) προσιδιάζουν και σε δασική έκταση και β) η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης υπό την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 556/2012).

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που είχε προβάλει (με τον πρώτο λόγο έφεσης), ότι είχε αυτό (αναιρεσείον) την κατοχή του επιδίκου ακινήτου, ισχυρισμό που είχε διατυπώσει και με τις από 8-2-1988 προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι' αυτό όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της προδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938, (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999).

Έτσι, κατά το αναιρεσείον, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δη των αρ. 8β και 10 (αφού δέχθηκε αναπόδεικτα ότι το επίδικο ακίνητο κατεχόταν από τις ενάγουσες). Ο λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, (καθόσον αφορά στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό και απέρριψε το σχετικό (πρώτο) λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, σε σχέση με το λόγο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, της από 13-2-1987 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των εναγουσών κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, των από 8-2-1988 πρωτόδικων προτάσεων του τελευταίου και της 30/1988 πράξης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, προκύπτει: 1) ότι, κατά το ιστορικό της αγωγής, οι ενάγουσες βρίσκονται στην κατοχή του επίδικου ακινήτου, επικαλούμενες παράγωγο και, επικουρικά, πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, το δε εναγόμενο δεν αμφισβήτησε ειδικά την κατοχή αυτή, γεγονός από το οποίο το δικαστήριο της ουσίας, συνήγαγε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 1521/1992), έμμεση ομολογία (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ως προς τη μη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, με αποτέλεσμα να δεχτεί ότι οι ενάγουσες δεν βαρύνονταν με την υποχρέωση τήρησης της πιο πάνω προδικασίας, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής και 2) ότι σε κάθε περίπτωση, με την προαναφερόμενη πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχαν ταχθεί αποδείξεις σε βάρος των διαδίκων για το θέμα αυτό (της κατοχής του επιδίκου), ως συνεχόμενο με τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής, αλλά και τους ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας, του εναγομένου.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε παραδεκτά, χωρίς την τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 α.ν. 1539/1938, δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και έτσι δεν υπέπεσε στην άνω αποδιδόμενη (από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ) αναιρετική πλημμέλεια.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άνω άρθρου, διότι δεν κήρυξε το απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας δεν ενσωματώνεται το τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον έλεγχο σχετικά με την ταύτιση του ακινήτου με το επίδικο, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό.

Επιπρόσθετα, στην αγωγή κατά το αναιρεσείον, δεν προσδιορίζονται πράξεις νομής, άλλως οι υλικές πράξεις νομής δεν εντοπίζοντο σε συγκεκριμένους χρόνους από συγκεκριμένους δικαιοπάροχους και ειδικά στην επίδικη έκταση, ενώ, (όπως περαιτέρω υποστηρίζει το αναιρεσείον), δεν αναφέρονται και τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η καλή πίστη των νομέων.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής η ενσωμάτωση του τοπογραφικού διαγράμματος. Επίσης, όπως καταδεικνύεται από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, στο δικόγραφό της μνημονεύονται οι προϋποθέσεις που προβλέπονταν στο προϊσχύσαν ΒΡ δίκαιο για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία και δη η καλόπιστη νομή με άσκηση συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων (και) από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγουσών πριν από το έτος 1873.

Επομένως, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ορθά απέρριψε το δεύτερο λόγο έφεσης ως αβάσιμο, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείτο για την ως άνω αοριστία της αγωγής.

Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην υπ' αρ. 10 πλημμέλεια, διότι στήριξε την κρίση του για την κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο ότι, κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, το αναιρεσείον δεν προέβαλε αρνητικό της κυριότητας ισχυρισμό, με συνέπεια να εκδοθεί η 328/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία αναγνωρίστηκαν οι ενάγουσες δικαιούχοι της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν.

Εν τούτοις, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, η κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζεται στην πιθανολόγηση της ειδικής αυτής διαδικασίας, ενώ κατά την τακτική διαδικασία απαιτείται πλήρης απόδειξη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ενδελεχώς αναπτύσσονται οι παραδοχές, με τις οποίες το δικαστήριο, κατά την πλήρη απόδειξη της τακτικής διαδικασίας, αναγνωρίζει την κυριότητα της αναιρεσίβλητης (με παράγωγο τρόπο και δη με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, των δε απωτέρων δικαιοπαροχών με πρωτότυπο τόπο και δη έκτακτη, κατά τα ως άνω χρησικτησία) στο επίδικο ακίνητο.

Η δε αναφορά σε συντελεσθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση και σε σχετική δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, τέθηκε ως επιχείρημα του δικαστηρίου για την ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών ιδίας κυριότητας του εναγομένου, καθόσον ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, εξάλλου οιαδήποτε πράξη διακατοχής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 30 ετών στο επίδικο ακίνητο από το εναγόμενο Δημόσιο, ενώ τέτοια πράξη δεν προέκυψε ούτε και μεταγενέστερα, ούτε ακόμη και όταν συντελέστηκε η προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση, στα πλαίσια της οποίας και κατά την δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, κανέναν ισχυρισμό δεν προέβαλε αρνητικό της κυριότητας των εναγουσών το Δημόσιο, με συνέπεια με την υπ' αριθμ. 328/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος οι ενάγουσες να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν".

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 58/2018 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Εύβοιας.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ