Supreme Court allows appeal in labor dispute, remands case for retrial after finding evidence was improperly excluded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision in a labor dispute. The court found that the lower court failed to consider sworn affidavits submitted by the parties, which were only admissible after a specific summons procedure. Consequently, the appeal was granted, the original judgment was annulled, and the case was remanded for a new substantive trial to ensure proper evaluation of the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 671(1)(d) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if it fails to consider evidence presented by the parties, and in labor disputes, sworn affidavits are only admissible if the opposing party was summoned at least 24 hours prior.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 832/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Γιαννοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 372/2012 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 31-1-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 225/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 145/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι οι κατά τ’ ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι’ αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 176/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι με την από 31-5-2010 αγωγή του είχε ζητήσει (μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη εργοδότριά του υποχρεούται να του καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία του αναφερόμενου εργατικού ατυχήματος κυρίως λόγω της εκ δόλου αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος του άγνωστος προστηθείς ή άγνωστοι προστηθέντες από την εναγομένη εργαζόμενοί της, άλλως λόγω της από αμέλεια της εναγομένης μη τήρησης των διατάξεων νόμων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.
Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του κατά την κύρια βάση της ως νόμω αβάσιμη και κατά την επικουρική ως απαράδεκτη. Ότι μετά από έφεσή του εκδόθηκε η αναφερόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής, τη δέχθηκε δε κατά το μέρος που αφορούσε την επικουρική βάση της, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Ότι μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά της εφετειακής απόφασης εκδόθηκε η αναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η κύρια βάση της αγωγής ήταν μη νόμιμη και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ότι μετά από αυτά το εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά τη βάση της αυτή, την απέρριψε όμως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων:
α) τη .../4-10-2010 ένορκη βεβαίωση της Ο. Β. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, η οποία είχε ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, όπως προέκυπτε από την .../29-9-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ε. Τ. και β) τις .../11-10-2010 και .../11-10-2010 ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Μ. και Μ. Κ. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, οι οποίες είχαν ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, όπως προέκυπτε από την ...7-10-2010 έκθεση επίδοσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας και τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις και εκθέσεις επίδοσης) αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του εφετείου προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του ως σχετικά με τους αριθμούς ...
αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις από 4-2-2015 έγγραφες προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του εφετείου (σελίδες 11, 17 και 18 αυτών) ο τελευταίος είχε επικαλεσθεί τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και εκθέσεις επίδοσης των σχετικών κλήσεων για παράσταση της εναγομένης κατά τη λήψη τους, παρά ταύτα όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ρητή μνεία ότι αυτές ελήφθησαν υπόψη, όπως έπρεπε κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αλλά ούτε ότι αυτές, παρά την επίκλησή τους, δεν προσκομίσθηκαν ενώπιον του εφετείου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013 και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ., και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των παραπάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (Α.Π. 1397/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά προεκτεθέντα κρίθηκε βάσιμος ο μόνος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 145/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ