Supreme Court dismisses appeal against smuggling conviction citing lack of specific reasoning and erroneous law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for smuggling heating oil. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied the law regarding tax evasion and sentencing mitigation. The court rejected these claims, stating the lower court provided sufficient evidence and that the appellant failed to substantiate his request for a mitigation clause, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 155(1)(a) & (b) and 155(2)(z) of the Customs Code 2001; Article 510(1)(D) & (E) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific reasoning or erroneous law application is inadmissible if the lower court's decision is supported by evidence and the appellant failed to raise specific mitigating circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο, Νικόλαο Τσάκο - Εισηγητής, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Θ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Μαρία Νταϊλάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 358/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α"και β" του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.
Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του νόμου 2960/2001 ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής.
Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του άνω ν. 2960/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1.1.2002 κατά το άρθρο 185 αυτού, επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως στα πετρελαιοειδή, στην αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποιήσεως κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω τελωνειακού Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 του ιδίου νόμου ή με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του ίδιου τελωνειακού κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα αυτού του Κώδικα και επισύρουν την επιβολή κατά την με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην παράβαση των διατυπώσεων του που αναφέρονται στα άρθρα 142 και στα άρθρα 152 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προστίμων και τελών.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου 157 του ανωτέρω νόμου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εκτός αν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, οπότε το ελάχιστο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο και κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο β" της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου με φυλάκιση ενός έτους εάν διαπράχθηκε καθ" υποτροπή ...
εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 30.000 ευρώ και άνω". Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ" του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη, "συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 358/2015 απόφασή του δέχθηκε μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι o κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 8.12.2008 έως 13.12.2008, με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο εκ των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, αγοράζοντας, πωλώντας και κατέχοντας εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας κατ συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτης ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων, κειμένου στη … και επί της οδού…, αγόρασε παράνομα, ήτοι χωρίς τα νόμιμα παραστατικά στοιχεία που προβλέπονται από τον ΚΒΣ, τα οποία είναι και αποδεικτικά νόμιμης φορολόγησης, 6.079,00 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης άγνωστης προέλευσης, χωρίς φορολογικό στοιχείο, τα οποία διέθεσε στην κατανάλωση πέραν των νόμιμων αγορών του, αποστερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο του συνολικού χρηματικού ποσού των 2.571,71 ευρώ, σύμφωνα με τις δύο από 15.9.2009 εκθέσεις προσδιορισμού δασμών και φόρων του Τελωνείου Καβάλας που είναι συνημμένες στην από 22.9.2009 έκθεση ελέγχου, στο οποίο ποσό αντιστοιχεί το σύνολο των νόμιμων δασμών και λοιπών φόρων, το οποίο όφειλε να καταβάλλει".
Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι "Στη … κατά το χρονικό διάστημα από 8.12.2008 έως 13.12.2008, με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο εκ των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, αγοράζοντας, πωλώντας και κατέχοντας εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτης ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων, κειμένου στη … και επί της οδού ... , αγόρασε παράνομα, ήτοι χωρίς τα νόμιμα παραστατικά στοιχεία που προβλέπονται από τον ΚΒΣ, τα οποία είναι και αποδεικτικά νόμιμης φορολόγησης, 6.079,00 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης άγνωστης προέλευσης, χωρίς φορολογικό στοιχείο, τα οποία διέθεσε στην κατανάλωση πέραν των νόμιμων αγορών του, αποστερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο του συνολικού χρηματικού ποσού των 2.571,71 ευρώ, στο οποίο ποσό αντιστοιχεί το σύνολο των νόμιμων δασμών και λοιπών φόρων, το οποίο όφειλε να καταβάλλει".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση από τον αναιρεσείοντα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1β', 2α', ζ, 157 παρ.1α',158 και 160 του νόμου 2960/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος προέβη στην αγορά και κατοχή των αναφερόμενων ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, τις οποίες εν συνεχεία πώλησε σε τρίτους εντός του χρονικού διαστήματος από 8.12.2008 έως 13.12.2008 χωρίς να έχει τα νόμιμα παραστατικά αγοράς εξαιτίας του ότι δεν είχε γίνει ως προς τις ποσότητες αυτές των 6.079,00 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων συνολικού ποσού 2.571,71 ευρώ, στις παραδοχές δε αυτές εμπεριέχεται και η γνώση αυτού ότι οι παραπάνω ποσότητες υγρών καυσίμων πετρελαίου θέρμανσης είναι προϊόν λαθρεμπορίας.
Ακόμη αναφέρονται κατά το είδος των στο προοίμιο του σκεπτικού τα αποδεικτικά μέσα αλλά και κατά την παράθεση της κύριας αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται μνεία των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας, ήτοι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται και οδηγήθηκε το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση.
Κατόπιν αυτών οι από το άρθρο 510παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί λάθους καταχωρήσεως από μέρους του παραστατικών, τα οποία αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχαν κατά τον έλεγχο και αφορούσαν τη συγκεκριμένη ποσότητα του πετρελαίου θέρμανσης για την οποία κατηγορείται και περί μη σωστής από μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου εκτίμησης των μαρτυρικών καταθέσεων, αυτές είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας εφαρμογής του νόμου την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ήτοι του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.
Επίσης, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ερειδόμενος κατ' εκτίμηση στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το δίκασαν δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς δηλαδή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε προς το Δικαστήριο της ουσίας αίτημα να αναγνωρισθεί σ' αυτόν το ανωτέρω ελαφρυντικό ούτε επικαλέσθηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει τη μη αναγνώριση στο πρόσωπο του της συνδρομής του ως άνω ελαφρυντικού.
Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1 από 19.5.2015 αίτηση του Π. Π. του Θ. , κατοίκου ... για αναίρεση της 358/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ