Legislator Case Law & Legislation
832/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against medical staff salary award based on public service pay reform laws.

Case Number 832/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Social Security Institute's appeal against a lower court ruling awarding back pay to doctors. The court found the appellate court correctly applied statutory provisions regarding public sector salary reform and equality principles to the medical staff's specific employment periods. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Ν. 2470/1997; Ν. 3235/2004; Ν. 3205/2003: The Supreme Court held that salary reform laws apply to public sector employees based on constitutional equality principles and specific statutory timelines, validating lower court awards of back pay to medical staff serving in public primary care units.

Keywords

AI generated
public sector salary reform medical staff back pay constitutional equality principle appellate court review social security institute appeal

Cited Legislation

AI generated
Ν. 2470/1997
δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ.
Ν. 3235/2004
β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν.
Ν. 3205/2003
Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 832 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Βρώτσου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Στάθη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠΕ) Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας (ΔΥΠΕ) Πειραιώς και Αιγαίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στρατή Σημαντήρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, των ΔΥΠΕ ως κατά περίπτωση διαδόχων του ΕΟΠΥΥ δυνάμει του ν. 4238/2014, που ήταν διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Δ. Κ. έως και 193) Π. Μ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1748/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4389/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την από 8-2-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια του 1ου από τους αναιρεσείοντες ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι αναιρεσίβλητοι την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ.

δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

2. Επειδή, κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ"), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).

3. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 14/2004, 28/1992).

4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 1467/2014).

5. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 10-10-2006 αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.

α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει ο εναγόμενος, ζήτησαν, κυρίως με βάση την ως άνω συνδεούσα αυτούς με το εναγόμενο σύμβαση εργασίας και επικουρικώς με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και ύστερα από περιορισμό του αρχικού αιτήματος, α) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 898,72 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 31-12-2001, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 11.849,36 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-1-2007 και γ) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 240 ευρώ, μηνιαίως, ως μέρος των νομίμων τακτικών αποδοχών τους, για το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 και επέκεινα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1748/2007 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 21-9-2007 έφεση.

7. Επειδή, από την προσβαλλόμενη 4389/2008 απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση πάντων των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, με ατομικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως ιατροί, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με πλήρη απασχόληση, καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα (πλην εξαιρέσεων, οι οποίες επισημαίνονται ιδιαιτέρως), σε υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εναγομένου οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης, στην περιφέρεια του Νομού Αττικής (πλην εξαιρέσεων, επίσης, οι οποίες επισημαίνονται ιδιαιτέρως).

Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (15-10-2001 μέχρι 31-1-2007), παρείχαν στους ασφαλισμένους του εναγομένου, εργαζόμενοι αποκλειστικά στους χώρους των οικείων μονάδων του οργανισμού και με τις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές, όπως λεπτομερώς προσδιορίζονται κατά ειδικότητα).

Ότι οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων, ήσαν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημόσιου τομέα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφ' ενός μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18-2-2004, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, έκρινε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης που συνδέονται με τις προαναφερθείσες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές και, κατ' αποτέλεσμα, επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως (την εξαφάνισε μόνο ως προς την τοκοφορία του αναγνωριστικώς επιδικασθέντος ποσού των 898,72 ευρώ και ως προς το ύψος του καταψηφιστικώς επιδικασθέντος ποσού σε τέσσερις από τους ενάγοντες).

Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το είδος των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, υπηρεσιών και ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στις κατά τόπους οργανωμένες μονάδες περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του δημόσιου τομέα.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 10 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

8. Επειδή, ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη την εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ως εναγομένου και εκκαλούντος) αμφισβήτηση του ύψους του ποσού, που διεκδικούσε καθένας από τους αναιρεσίβλητους (ως ενάγων) και υπολόγισε για τον καθένα ξεχωριστά τη σχετική αξίωση, ανάλογα προς το χρόνο της απασχόλησής του.

9. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν ο αρχικώς εναγόμενος, εκκαλών και αναιρεσείων οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης και οι κατά τη διάρκεια της αναιρετικής δίκης, κατά περίπτωση, γενόμενοι καθολικοί διάδοχοι αυτού, αναφερόμενοι και παριστάμενοι συλλήβδην ως αναιρεσείοντες, όπως διευκρινίζεται στις προτάσεις τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που, επίσης, κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-2-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 4389/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ