Supreme Court dismisses appeal on insufficient reasoning, upholding lower court's rejection of contract voidness claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting a claim for contract voidness. The appellant argued the contract was void due to the deceased's exploitation of his own inexperience to sell property at a price far below its actual value. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting the appellant failed to prove the deceased was induced by inexperience to agree to the low price.
Legislator headnote
AI generatedArt. 179, 180 A.C.; Art. 559(19) C.P.D.: A contract is voidable under Article 179 of the Civil Code if one party exploits the other's inexperience, but an appeal based on insufficient reasoning fails if the lower court adequately explains why the alleged exploitation did not occur.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Ζ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Α. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγούλα Παπαθανασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/1998 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7899/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/4/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Αν συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ, σε κάθε συναλλακτική σύμβαση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την έλλειψη αιτιολογιών, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί α η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης για ανεπαρκή αιτιολογία, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ων προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ολ ΑΠ 1/1999, ολ ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας της στη διατύπωση της και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του επί 1703/18.1.1999 αγωγής του αρχικού ενάγοντα Α. Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως νόμιμος κληρονόμος του ο αναιρεσείων, για αναγνώριση: α) της ακυρότητας της σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου ως αισχροκερδούς και β) της κυριότητας του αναιρεσείοντος επ' αυτού, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αρχικός ενάγων Α.
Α. , στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο εκ διαθήκης κληρονόμος του, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη, είχε γεννηθεί το έτος 1937 και από την παιδική ηλικία του έπασχε από επιληψία τύπου Grand mal. Εξαιτίας της πάθησης του αυτής, βρισκόταν υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και είχε κριθεί ανάπηρος, κατά ποσοστό 67%, από τις αρμόδιες επιτροπές του ΙΚΑ.
Κατά τη διάρκεια των ετών 1969-1977 είχε νοσηλευτεί, κατά καιρούς, στην κλινική ΓΑΛΗΝΗ και από 21/12/1991 έως 24/12/1991 στο νοσοκομείο Παπανικολάου, με διάγνωση παλαιές επιληπτικές κρίσεις. Ο ενάγων εργαζόταν ανελλιπώς ως μικροπωλητής και πωλούσε τυρόπιτες, αναπτήρες κλπ., χρησιμοποιώντας ποδήλατο. Η οικονομική του κατάσταση ήταν καλή και διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό, ενώ είχε στην κυριότητα του δύο διαμερίσματα και ένα οικόπεδο (επίδικο), του οποίου είχε καταστεί κύριος δυνάμει του 12836/67 πωλητηρίου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο είναι εμβαδού 270,27 τ.μ.
Ο ενάγων ζούσε με τη μητέρα του και μετά το θάνατο της, το έτος 1992, συζούσε για αρκετό καιρό με κυρία αγνώστων στοιχείων. Παράλληλα, επισκεπτόταν συχνά την εναγομένη, με την οποία ήταν πρώτα ξαδέρφια. Ο αδερφός του αρχικού ενάγοντος και πατέρας του ήδη ενάγοντος, Ζ. Α., το έτος 1992 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. 15.804/1992 αίτηση, προκειμένου να θέσει τον αδερφό του - αρχικό ενάγοντα σε δικαστική αντίληψη, ισχυριζόμενος ότι αυτός βρισκόταν, λόγω της επιληψίας, σε κατάσταση διφορούμενων φρενών και παράλληλα ζήτησε να οριστεί αντιλήπτορας ο ίδιος.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5509/1995 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασης του και διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε από τον διορισθέντα νεοψυχίατρο Α. Δ.. Ο τελευταίος, αφού εξέτασε τον Α. Α., συνέταξε την από 2/9/1996 ιατρική γνωμάτευση, στην οποία ανέφερε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: ...
Πάσχει από επιληψία grand mal από ηλικίας 6 ετών, με απώλεια συνειδήσεως, σπασμούς, δάγκωμα της γλώσσας, όλα αυτά κατά τη διάρκεια της επιληπτικής κρίσης, στα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα συμπεριφέρεται φυσιολογικά με κοινωνικότητα, πρωτοβουλία και συνείδηση του τι κάνει. Ευρίσκεται υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και η συχνότητα των κρίσεων έχει μειωθεί αισθητά.
Είναι προσανατολισμένος ως προς το χρόνο, τόπο και περιβάλλον και ότι με την επίδειξη χαρτονομισμάτων αναγνωρίζει την αποστολή αυτών, βγάζοντας μάλιστα και δείχνοντας έναν τραπεζικό λογαριασμό που άνοιξε με τις οικονομίες που έκανε από μικρός... και κατέληξε ότι εξαιτίας της νόσου δεν βρίσκεται σε κατάσταση διφορούμενων φρενών.
Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω γνωμάτευσης, με την οποία βεβαιώθηκε η καλή διανοητική κατάσταση του ενάγοντος, η υπόθεση δεν εισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ενόψει της κατάθεσης της αίτησης περί θέσεως του αρχικού ενάγοντος υπό δικαστική αντίληψη του εξέφρασε τη συμπαράσταση της για τα προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε και του δήλωσε ότι είναι ευπρόσδεκτος στην οικία της.
Ο θανών ευχαρίστησε την εναγομένη και εξέφρασε την επιθυμία του να της μεταβιβάσει το ως άνω οικόπεδο που βρίσκεται στον συνοικισμό των Κωνσταντινουπολιτών με μικρό τίμημα, με τον όρο να πληρώσει η ίδια όλα τα έξοδα της μεταβίβασης. Τα ανωτέρω αποτυπώθηκαν στην από 27/3/1995 επιστολή της εναγομένης προς το θανόντα και στην από 10/4/1995 επιστολή του τελευταίου προς την πρώτη.
Ακολούθως, με το υπ' αριθ. .../9.6.1995 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός ενάγων μεταβίβασε λόγω πώλησης το ανωτέρω οικόπεδο στην εναγομένη, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 2.000.000 δρχ. και αντικειμενική αξία 10.972.962 δρχ. Το πραγματικό τίμημα όμως ανήλθε στο ποσό των 6.000.000 δρχ.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εκμεταλλεύθηκε την απειρία του αρχικού ενάγοντος ως προς τις συναλλαγές και την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων, όπως και την κουφότητα αυτού εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να εκτιμήσει τις πράξεις του, καταστάσεις που οφείλονταν στην έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών της διανόησης του, εξαιτίας της επιληψίας από την οποία αυτός έπασχε και τον έπεισε να μεταβιβάσει το ακίνητο του με τίμημα που βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή του ίδιου, όπως διατείνεται με την κρινόμενη αγωγή του.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τα έτη 1986 έως 1988 προέβη σε ικανό αριθμό συμβολαιογραφικών πράξεων. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων συναλλασσόταν με τρίτους ως μικροπωλητής και, όπως κατέθεσε ακόμη και ο μάρτυράς του Γ. Μ., δεν τον είχε ξεγελάσει κανένας. Από την συνεκτίμηση των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νεοψυχιάτρου Α.
Δ., αποδεικνύεται ότι ο θανών μπορούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, την αξία των χρημάτων, για την αποταμίευση των οποίων εμφάνιζε αυξημένο ενδιαφέρον, όπως κατατέθηκε από το μάρτυρα του Γ. Μ., γι' αυτό άλλωστε είχε ικανές καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό και γενικότερα εμφάνιζε επαρκή εμπειρία σε σχέση με τις συναλλαγές.
Το γεγονός ότι στην υπ' αριθ. 1904/21-5-1999, μεταγενέστερη της κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας, ιατρική γνωμάτευση του νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου αναφέρεται ότι ο θανών είχε έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών που πιθανώς οφείλεται στην επιληψία, δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα, δεδομένου ότι η τυχόν έκπτωση δεν έφθανε μέχρι του σημείου να μην μπορεί να αντιληφθεί το περιεχόμενο της καταρτισθείσας πώλησης και τις συνέπειες αυτής.
Εξάλλου, ο ίδιος είχε προσφερθεί να πωλήσει στην εναγομένη το οικόπεδο έναντι χαμηλού σχετικά τιμήματος, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για όσα του πρόσφερε, με τη συμφωνία να πληρώσει η ίδια όλα τα έξοδα μεταβίβασης, όπως έγινε, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έπεισε το θανόντα να προβεί στην κατάρτιση του επιδίκου συμβολαίου, έναντι του χαμηλού σχετικά τιμήματος των 6.000.000 δρχ., αφού η πραγματική αξία του ακινήτου ανερχόταν περίπου σε 20.000.000 δρχ.
Το γεγονός συνεπώς ότι το τίμημα τελούσε σε δυσαναλογία με την παροχή του θανόντος δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού δεν επιτεύχθηκε με εκμετάλλευση της απειρίας ή κουφότητας του τελευταίου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εκμετάλλευσης από την αναιρεσίβλητη της επικαλούμενης (από τον αναιρεσείοντα) ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αρχικού ενάγοντα Α.
Α., προκειμένου να επιτύχει την κατάρτιση της σύμβασης αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου του, με δυσανάλογο της πραγματικής αξίας του τίμημα και εντεύθεν της μη απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού του τελευταίου για ακυρότητα της πιο πάνω δικαιοπραξίας. Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, διότι "δεν διευκρινίζει, αν κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης υπήρξε προϊόν ελεύθερης βούλησης του αρχικού ενάγοντα, επειδή ήταν σαφείς οι δηλώσεις βούλησης που περιέχονται στις προαναφερθείσες δύο από 27/3/95 και από 10/4/95 επιστολές που αντάλλαξε με την αναιρεσίβλητη, και στις οποίες (επιστολές) το Εφετείο κατά κύριο λόγο στήριξε την απορριπτική κρίση του για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ή αν συνήγαγε το πόρισμα της από την ερμηνεία των πιο πάνω δηλώσεων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία στήριξε την πιο πάνω κρίση του, μεταξύ άλλων, και στις επίμαχες δύο επιστολές, χωρίς να τεθεί θέμα ερμηνείας των περιεχόμενων σ' αυτές δηλώσεων βουλήσεως, τις οποίες έκρινε ότι ήταν σαφείς.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012 και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/4/2012 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 21/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ