Legislator Case Law & Legislation
832/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding property ownership and possession claims.

Case Number 832/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider evidence of their continuous possession and ownership of the land, while the appellee contended that their claims were not independent grounds for appeal and lacked proper evidentiary support. The court ruled that the lower court had implicitly considered the appellants' arguments by rejecting them, rendering the appeal inadmissible under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1045, 1094, 559 no. 8, 559 no. 8 para. b' of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment implicitly considered the appellant's arguments by rejecting them, and if the claimed facts do not constitute independent grounds for appeal.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal implicit consideration of arguments continuous possession property ownership dispute independent grounds for appeal rejection of appeal judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 1045 of the Code of Civil Procedure
Art. 1094 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 832 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α. του Ν., και 2) Ν. Α. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούκο.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαλκίζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18/4/2003 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος και του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Χ. Α. του Γ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15172/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 1139/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/9/2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 1139/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω προκειμένου περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής) αγωγής ακινήτου απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων. Επομένως και η επί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής) αγωγής ακινήτου εκδιδόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν απαιτείται για την πληρότητά της να διαλαμβάνει τα στοιχεία αυτά.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.Α.Π. 24/1992). Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., νοούνται μόνο οι αυτοτελής ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, ούτε, επίσης, οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος στην από 13/9/1999 αγωγή, πατέρας του ενάγοντος, στη θέση του οποίου μετά το θάνατό του υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, μεταβίβασε τη νομή των επιδίκων το έτος 1971 στο ενάγοντα στην ίδια αγωγή υιό του και ήδη αναιρεσίβλητο, παρόλο που οι εναγόμενοι στην ίδια αγωγή με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ουδέποτε είχε τη νομή των επιδίκων παρά μόνο την κατοχή τριών εκ των επιδίκων ακινήτων κατά παρακλητική σχέση με τη συναίνεση του πρώτου εναγομένου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 1045 ΑΚ.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε τη νομή των ως άνω επιδίκων στον ενάγοντα το έτος 1971 και ότι έκτοτε αυτός τα νεμήθηκε συνεχώς για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (έως το έτος 1993).

Ενόψει, συνεπώς, του ότι οι παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις εφαρμόστηκαν επειδή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διαφορετικά απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της ίδιας πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες ψέγονται το Εφετείο επειδή, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος το έτος 1971 με βάση άτυπη σύμβαση δωρεάς, μεταβίβασε στον ενάγοντα τους με αριθμούς 2905, 908 και 1121 αγρούς, τους οποίους με την προσβαλλομένη απόφαση προσδιόρισε κατά θέση, έκταση και αριθμό, χωρίς να αναφέρει τα όριά τους με συνέπεια να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976 εδ.α και 1045 ΑΚ, γιατί, έτσι, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι πιο πάνω κανόνες δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προσδιόρισε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τους πιο πάνω επίδικους αγρούς κατ' έκταση, ακριβή θέση και αριθμό τεμαχίου της κτηματικής περιοχής της πρώην Κοινότητας ... και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Μίκρας της περιφέρειας του Νομού Θεσσαλονίκης, έτσι ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του καθενός αγρού, δεν ήταν δε αναγκαίο, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη να αναφέρονται περαιτέρω στοιχεία προσδιορισμού τους, όπως είναι και τα όρια αυτών.

Περαιτέρω με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο ζήτημα της άσκησης από τον ενάγοντα πράξεων νομής στα επίδικα επί εικοσαετία, με το να δεχθεί ότι "...

όσον αφορά το υπ' αρ. .../5-7-1990 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας Ελαία, κατά το μέρος που αφορά τον Γ. Α. του Χ., συντάχθηκε διότι μέχρι τότε ο Γ. Α. δεν είχε γίνει κύριος του υπ' αρ. 123 αγροτεμαχίου ... αφού δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία από το έτος 1971 ... εφόσον δεν αιτιολογεί την κατά τα άνω ύπαρξη διάνοιας κυρίου του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων το 1990, παρά το αντιθέτως συναγόμενο από την παρακλητική εκζήτηση του πληρεξουσίου".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός που φέρεται ότι δεν αιτιολόγησε το Εφετείο δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αλλά άρνηση της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, διαφορετικά επειδή η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε κύριος των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι ο ενάγων άρχισε να νέμεται τα επίδικα το έτος 1987 ήτοι:

α) την από 4/4/1971 αίτηση εγγραφής πιστούχου του δικαιοπαρόχου τους Χ. Γ. Α. προς την Α.Τ.Ε. Θεσσαλονίκης για τη λήψη καλλιεργητικού δανείου για την καλλιέργεια και των επιδίκων, β) την από 3/12/1976 κατάσταση διανομής συναφθέντος μεταξύ του ως άνω δικαιοπαρόχου τους και του Συνεταιρισμού της Α.Τ.Ε. δανείου για τον αμέσως παραπάνω σκοπό, γ) την από 17/9/1984 κατάσταση κατανομής και λήψης δανείου από το Συνεταιρισμό ...

προς το δικαιοπάροχό τους Γ. Α. για τον ίδιο σκοπό και δ) την υπ' αρ. .../25-2-2000 δημόσια διαθήκη του τελευταίου από την οποία προκύπτει ότι αυτός αφήνει κληρονομιά στον αναιρεσίβλητο τα υπ' αρ. 1 και 6 αγροτεμάχια της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επίσης νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αυτοί για να χρησιμεύσουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, μερικά των οποίων εγγράφων μνημονεύονται παρακάτω, πλην όμως όλα ανεξαιρέτως τα εμπροθέσμως προσκομιζόμενα λαμβάνονται υπόψη για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι το έτος ... συμπλήρωσε εικοσαετή νομή στα επίδικα ακίνητα και έτσι, απέκτησε την κυριότητα τους, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων από τα πιο πάνω μνημονευόμενα, δηλαδή της από 4/4/1971 αίτησης εγγραφής πιστούχου, της από 30/12/1976 κατάστασης διανομής δανείου και της από 17/9/1984 κατάστασης κατανομής και λήψης δανείου, τα οποία έχουν το προεκτεθέν περιεχόμενο, καταλήγοντας στην πιο πάνω επιβλαβή κρίση για τους αναιρεσείοντες.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους συνεπεία του οποίου το Εφετείο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π. 11/1996), όχι όμως τα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους αναφορικά με "την υπ' αρ. .../1982 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Στυλιανού Μαντωνακάκη, με την υπ' αρ. .../2000 διορθωτική δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Παρασκευής Παναγακοπούλου, που αφορά στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ' αρ. 2905 αγροτεμαχίου ...

σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της από 18/4/2003 αγωγής τους, από το οποία προκύπτει η επί διάφορης αλλά και μικρότερης έκτασης κυριότητα και νομή του δικαιοπαρόχου τους επί των άνω τριών επιδίκων αγρών" (υπ' αρ. 2905, 908 και 1121 αγροί), παρόλο που τα επικαλέστηκαν με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους. Επίσης με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους "ότι από τις υπ' αρ. 57/2000, 36/2001 και 9/2004 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Βασιλικών (ασφαλιστικών μέτρων), οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες, προέκυψε ότι τη νομή των επιδίκων υπ' αρ. 2905, 2906 (θέση ...) και 1121 (θέση ...) αγρών μεταβίβασε ο πατέρας τους κατά το έτος 1987 των δύο πρώτων και το 1985 του τρίτου", παρόλο που οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους τον πρόβαλαν νόμιμα, από τα οποία δε έγγραφα συνάγεται, έτσι, ότι η νομή του αναιρεσιβλήτου στα επίδικα άρχισε πολύ μετά από το χρόνο που αυτός επικαλείται.

Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλομένη απόφαση γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, που προβλήθηκε με τον τρίτο λόγο και τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους, κατά τον οποίο από τις υπ' αρ. .../1982 και .../1982 αποδοχές κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Βασιλικών Στυλιανού Αντωνακάκη του θανόντος του 1949 Γ.

Α. του Π. και της θανούσας το 1969 Ε. Α., γονέων του πρώτου εναγομένου της από 13/9/1999 αγωγής Χ. Γ. Α., το έντυπο Ε9 προς τη Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς του έτους. 1997 του τελευταίου, την αίτηση πιστούχου 1971 και τις προαναφερθείσες δύο καταστάσεις κατανομής και λήψης δανείου του 1976 και 1984 για αγορά λιπασμάτων για την καλλιέργεια των επιδίκων, προκύπτει ότι "...

τουλάχιστον μέχρι το έτος 1907 τη νομή των επιδίκων ασκούσε συνεχώς και αδιαμφισβητήτως ο πατέρας τους, ενώ ουδέποτε έπαψε να έχει αυτός τη διάνοια κυρίου των επιδίκων". Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εφόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., ενώ τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα ", με την ίδια πιο πάνω έννοια.

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση επίσης πλημμέλειας από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλομένη απόφαση γιατί "ενώ στο εφετήριο ... ισχυρίστηκαν ότι το με αυξ. αρ. 4 αγωγής του αναιρεσιβλήτου και υπ' αρ. 123 αγροτεμάχιο έκτασης 7.500 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." ...

ο δικαιοπάροχός τους Χ. Α. το επώλησε με το μεταγραφέν υπ' αρ. .../23-12-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Πατσιαντά - Προβελεγγίου στους Α. Κ., Γ. Κ. και Α. Κ., κατοίκους ... το Εφετείο δεν ερεύνησε καθόλου τον ισχυρισμό τους αυτό και μολονότι το προαναφερθέν υπ' αρ. .../1990 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Βαρβάρας Ελαία είχε δοθεί από τον πατέρα τους στον αναιρεσίβλητο για τη μεταβίβαση αυτού του ίδιου αγροτεμαχίου, χωρίς αιτιολογία τον απέρριψε σιωπηρά".

Επομένως ο λόγος αυτός, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω, αναφορικά με την ύπαρξη κατοχής με διάνοια κυρίου του αναιρεσιβλήτου στο πιο πάνω επίδικο ακίνητο, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, όπως στο ίδιο το αναιρετήριο αναφέρεται, με το να τον απορρίψει σιωπηρά, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους αυτό.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/9/2010 αίτηση των Χ. Α. του Ν. και Ν. Α. του Χ. περί αναιρέσεως της 1139/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ