Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on teacher's equal pay claim against the State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Appellate Court's decision awarding a teacher additional pay for temporary substitute work. The teacher argued that withholding this general salary increase violated the constitutional principle of equality compared to other public sector employees. The court found the lower court correctly interpreted the relevant salary laws and rejected the State's arguments regarding the nature of the work and the inability to offset the claim with other allowances.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 1 C.P.D.; The Supreme Court's review of a lower court's decision on the merits of a claim does not constitute a violation of the law under Article 560 no. 1 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σαμπράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλοπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη (τη γέννηση) του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα αξιώνει ο νόμος γι' αυτό.
Η ποσοτική όμως ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής που ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της και που επίσης ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που έχουν εκδοθεί μετά από έφεση κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, διότι δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη στους περιοριστικώς στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.
καθοριζόμενους για τις αποφάσεις αυτές λόγους αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με την οποία ο αναιρεσίβλητος επικαλούμενος τη συνταγματική αρχή της ισότητας ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αναπληρωτής καθηγητής του κλάδου ΠΕ11 (φυσικής αγωγής) δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού Δημόσιας διοίκησης, να του καταβάλλει το προβλεπόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 παροχή, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει πρόσθετες μισθολογικές παροχές που να μπορούν από τη φύση τους και το σκοπό τους να συμψηφιστούν με την επίδικη παροχή, είναι αρκούντως ορισμένη και δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται τα επιδόματα που λαμβάνει κατ' είδος και ποσό ο αναιρεσίβλητος.
Η κρίση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν αναφέρεται στην νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της ως άνω παροχής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αναφέρεται στην ποσοτική επάρκεια των στοιχείων των συνδεομένων με την ως άνω αξίωση, δηλαδή το δικαστήριο εξέφρασε κρίση δυναμένη να ελεγχθεί μόνο με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, ως πλημμέλεια δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που δικάζουν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως που το αναιρεσείον είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης περί αοριστίας της αγωγής, γιατί αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87§§1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντάγματος να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την§2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν` αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "§1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του αρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.§2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.§3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.§4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ...§6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της§1, δηλ.
της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.
Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ` άρθ. 1§13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.
Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το αρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω αρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά.
Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ` εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του αρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.
Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθ. 8 του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 8§4 ν. 2470/1997 χορηγήθηκε τακτικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οριζόμενο στα εκεί αναφερόμενα ποσά και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στην ίδια διάταξη τρόπο.
Το επίδομα αυτό (εξωδιδακτικής απασχόλησης) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας, που είναι η διδασκαλία και η προετοιμασία της, διατηρηθέν, προδήλως για τον λόγο αυτόν, με το αρθ. 8§3 ν. 3205/2003 (που όρισε το ύψος του σε 302 €), αλλά στην συνέχεια και με το άρθ. 8§1 ν. 3833/2010 (με το οποίο απλά καταργήθηκε η προβλεπομένη αναπροσαρμογή του), ενώ η επίδικη ειδική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας, συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη, ως εκ τούτου δε οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, αφού έτσι εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση και άνιση μεταχείριση των εκπαιδευτικών που, αν και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, δεν λαμβάνουν την ειδική ως άνω παροχή, έναντι των υπαλλήλων που την λαμβάνουν, καθόσον με την αντίθετη εκδοχή θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας με την αυθαίρετη εξομοίωση κατηγοριών υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικές συνθήκες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως που δίκασε ως Εφετείο αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 65/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων είναι εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ11 (φυσικής αγωγής) και παρείχε τις υπηρεσίες του ως προσωρινός αναπληρωτής καθηγητής κατά τα χρονικά διαστήματα από 19-9-2002 μέχρι 30-6-2003, από 9-9-2003 μέχρι 30-6-2004 και από 9-9-2004 μέχρι 30-6-2005 στο ΤΕΕ Μεγαλόπολης, από 14-10-2005 μέχρι 22-6-2006 στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης και από 29-9-2006 μέχρι την άσκηση της αγωγής στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις των νόμων 2470/1997, 3016/2002 και 3205/2003 περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Ότι η παράλειψη του εναγομένου να του καταβάλει την ένδικη παροχή κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα αντίκειται στην αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι η παροχή αυτή καταβάλλεται σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών στο δημόσιο τομέα και στους Ο.Τ.Α. δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας, τα πρόσωπα των εργαζομένων και τις αποδοχές τους και αποτελεί στην πραγματικότητα γενική προσαύξηση των αποδοχών τους.
Ότι η ένδικη παροχή δεν μπορεί να συμψηφιστεί με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης που ελάμβανε ο εφεσίβλητος ενάγων κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, διότι η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας του, που είναι η διδασκαλία και η προετοιμασία αυτής και συνεπώς τυγχάνει απολύτως ετεροειδής με την επίδικη, που αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση, που απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζοντας ως Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την ως άνω παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει ενόλω δεκτή η αγωγή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή για μικρότερο ποσό δεχθέν ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου για το χρονικό διάστημα από 1-2-2002 έως 30-11-2003 είχαν υποπέσει σε παραγραφή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 4 παρ. 1 και 80 του Συντάγματος και οι, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω διατάξεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 65/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ