Legislator Case Law & Legislation
832/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning regarding inheritance and abuse of right claims.

Case Number 832/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on inheritance and abuse of right claims. The appellant argued the appellate court lacked sufficient reasoning for rejecting their property claim, but the court found the appeal vague and failed to specify the exact deficiencies in the lower court's justification. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to its lack of specificity and because it challenged the court's assessment of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1996, 1997, 1711 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal must specifically identify the deficiencies in the lower court's reasoning regarding the assessment of evidence or the factual premises to be admissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning inheritance law abuse of right assessment of evidence Civil Code provisions factual premises

Cited Legislation

AI generated
Article 1996 of the Civil Code
Article 1997 of the Civil Code
Article 1711 of the Civil Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 24/1992
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 832 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 832/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπακογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1996 πρώτη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/ΤΜ96/1997/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6364/1999, 8501/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επανέρχονται -επειδή η πρώτη αγωγή τους απερρίφθη- με την από 14-4-2006 δεύτερη αγωγή τους που κατατέθηκε και πάλι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/ΤΜ33/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 1996 εδάφ. α' ΑΚ, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198, αν βεβαρημένος με τη κληροδοσία είναι ο κληρονόμος και αντικείμενο της κληροδοσίας είναι ορισμένο πράγμα ή δικαίωμα που ανήκει στο διαθέτη, εφόσον ο διαθέτης δεν διέταξε διαφορετικά, ο κληροδόχος το αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1997 εδάφ.

α' του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα από την κληροδοσία αποκτάται μόλις πεθάνει ο διαθέτης (επαγωγή της κληροδοσίας). Η πρώτη μεν από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης του διαθέτη περί κληροδοσίας υπέρ τρίτου, συνισταμένου σε οποιοδήποτε πράγμα ή δικαίωμα που προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον κληροδόχο, ο οποίος και το αποκτά απευθείας από τη διαθήκη, χωρίς την παρεμβολή του βεβαρημένου, η δεύτερη δε την αυτοδίκαιη επαγωγή και κτήση της κληροδοσίας, η οποία συμπίπτει με εκείνη της κληρονομίας (άρθρο 1711 εδάφ.

β' ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε το ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος από αυτούς ..., 2/8 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη ... και 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών ..., ενός ακινήτου επιφάνειας 504,34 τ.μ.

με διώροφη παλαιά οικία εντός αυτού, το οποίο βρίσκεται στην 'Αμφισσα, εμφαίνεται στο από Μάρτιο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ΓΓ με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Β και το οποίο συνορεύει γύρω σε πλευρά Β-Γ μήκους μέτρων 8,00 και σε πλευρά Γ-Δ μήκους μέτρων 1,60 με δημοτική οδό ..., σε πλευρά Δ-Ε μήκους μέτρων 0,95 και Ε-Ζ μήκους μέτρων 20,10 με δημοτική οδό ..., σε πλευρά Ζ-Η μήκους μέτρων 10,10 μ.

με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., σε πλευρά Η-θ μήκους μέτρων 9,00 εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., σε πλευρά Θ-Ι μήκους μέτρων 9,40 με ιδιοκτησία ..., σε πλευρά μήκους μέτρων 15,55 με δημοτική οδό ..., σε πλευρά Κ- Μ μήκους μέτρων 9,75, σε πλευρά Μ-Ν μήκους μέτρων 9,75, σε πλευρά Ν-Ξ μήκους μέτρων 0,60, σε πλευρά Ξ-Ο μήκους μέτρων 0,80, σε πλευρά Ο-Π μήκους μέτρων 3,05 και σε πλευρά Π-Β μήκους μέτρων 2,60 με ιδιοκτησία εναγομένης.

Το ακίνητο αυτό, αρχικώς έκτασης 588,59 τ.μ., ανήκε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ΑΑ και τη σύζυγο του ΒΒ, κατόπιν αγοράς, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26-6-1953 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Παναγόπουλου. Στις 8-6-1977 αποβίωσε ο ΑΑ, που με την νομίμως δημοσιευθείσα από 2-4-1973 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμο τη σύζυγο του, την οποία βάρυνε με καθολικό καταπίστευμα υπέρ των ανεψιών του.

Μεταξύ αυτών είναι και ο πρώτος ενάγων, στον οποίο, ο διαθέτης, κατέλιπε (μετά το θάνατο της συζύγου του), το από 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επί του πιο πάνω ακινήτου, που ο τελευταίος αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθ. .../31-12-1993 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Άμφισσας Ι. Κ. Λακαφώση. Στη συνέχεια στις 9-5-1989 αποβίωσε στην Αθήνα χωρίς να αφήσει διαθήκη, η ΒΒ, της οποίας το μερίδιο στο πιο πάνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου στην αδελφή της ΔΔ, μητέρα της δεύτερης ενάγουσας και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, που είναι τέκνα προαποβιώσαντος αδελφού της.

Οι παραπάνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθ. .../2-10-1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ασ. Ασημακόπουλου. Τέλος , μετά το θάνατο της ΔΔ στις 15-1 1-1994 το πιο πάνω κληρονομικό της μερίδιο περιήλθε στη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της δεύτερη ενάγουσα, η οποία και αποδέχθηκε την κληρονομιά με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθ. .../13-7-1995 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Ασημακοπούλου-Ζερβού. Με την προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του ο ΑΑ εγκατέστησε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός του ζεύγους επί σειράν ετών, επί τμήματος του πιο πάνω ακινήτου, δηλαδή στο "... αχούρι με λίγη έκταση γύρω από αυτό αρκετή για να κάνει ένα σπιτάκι".

Μετά το θάνατο και της ΒΒ λόγω της αμφισβήτησης που δημιουργήθηκε σχετικά με το δικαίωμα της εναγομένης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 8-3-1996 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας με την οποία εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι του όλου ακινήτου κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, αλλά και δια χρησικτησίας, καθώς και ότι η εναγομένη τους είχε αποβάλει αυθαιρέτως από τμήμα του ακινήτου τους, ευρισκόμενο στη δυτική πλευρά αυτού, που εφάπτεται της οδού ..., εμβαδού 92,64 τ.μ., το οποίο και είχε διαχωρίσει από το υπόλοιπο με την κατασκευή μανδρότοιχου κατά μήκος της ανατολικής πλευράς, και ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του όλου ακινήτου και του επιδίκου τμήματος και να τους αποδοθεί το τμήμα αυτό.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως με τις υπ' αριθ. 6364/1999 και 8501/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, διότι κρίθηκε ότι η εναγομένη είχε καταστεί κυρία του τότε επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού ως κληροδόχος του ΑΑ, την οποία κληροδοσία αποδέχθηκε λίγο μετά την άσκηση της από 8-3-1996 αγωγής με την υπ' αριθ. .../9-5-1996 νομίμως μεταγεγραμμένη δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμφίσσης Χρ.

Αβράαμ-Κουτρολίκου, και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου δια εκτάκτου χρησικτησίας, κατόπιν άτυπου δωρεάς της ΒΒ από το έτος 1972. Στη συνέχεια η εναγομένη περί τον Απρίλιο του έτους 2004 προέβη αυθαιρέτως στην κατάληψη του ενδίκου εδαφικού τμήματος του ίδιου ακινήτου, συνεχόμενου στο προηγούμενο, επιφάνειας 146,17 τ.μ., εντός του οποίου υφίσταται και παλαιά ισόγεια αποθήκη, το οποίο απεικονίζεται στο από Μάρτιο 2006 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ΓΓ με τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-Μ-Θ και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά Ι-Θ μήκους 9,40 μ.

με ιδιοκτησία ..., νότια σε πλευρά Ι-Κ μήκους 15,55 μ. με δημοτική οδό ..., δυτικά σε πλευρά Κ-Μ μήκους 9,75 μ. με ιδιοκτησία εναγομένης, δηλαδή το αρχικώς επίδικο τμήμα των 92,64 τ.μ, και σε πλευρά Μ-Θ μήκους 15,55 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων. Ειδικότερα δε πρόκειται για ένα τμήμα του όλου οικοπέδου, σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου, το οποίο δυτικά (πλευρά Κ-Μ), προς την πλευρά της ιδιοκτησίας της εναγομένης, χωρίζεται από το μανδρότοιχο που είχε κατασκευαστεί από την ίδια και το σύζυγο της πριν την άσκηση της πρώτης πιο πάνω αγωγής.

Το επίδικο, νότια, κατά μήκος της οδού ... (πλευρά Κ-Ι) είχε παλαιό μανδρότοιχο ,που έφτανε ως την αποθήκη, συνέχιζε ως νότιος τοίχος αυτής, ενώ μετά την αποθήκη, ως το ανατολικό όριο του ακινήτου υπάρχει μέχρι σήμερα η παλιά εξώθυρα της αυλής του όλου οικοπέδου. Ο μανδρότοιχος αυτός, (της νότιας πλευράς), από το όριο με την ιδιοκτησία της εναγομένης (σημείο Κ) μέχρι και την αρχή της αποθήκης είχε γκρεμιστεί, περίπου προ τριετίας από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, οπότε η εναγομένη τον αντικατέστησε με συρματόπλεγμα και λουκέτο, αποκτώντας έτσι δυνατότητα εισόδου στο επίδικο από την οδό ..., και, στη συνέχεια, περί τον Απρίλιο του έτους 2004 απέκλεισε αυθαίρετα τούτο (επίδικο) από την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, οι οποίοι νέμονταν αυτό μέχρι τότε ανενόχλητοι με διάνοια κυρίου επί σειράν ετών μετά το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους (συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου νομής αυτών), τοποθετώντας και κατά μήκος της βόρειας πλευράς του (Μ-Θ), συρματόπλεγμα, αποκλείοντάς τους έτσι, με τον τρόπο αυτό, από την άσκηση του δικαιώματός τους κυριότητας επ' αυτού.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι έχει γίνει κυρία και του εν λόγω εδαφικού μέρους του όλου ακινήτου με τον ίδιο τρόπο που περιήλθε σ' αυτήν και το προηγούμενο επίδικο τμήμα των 92,64 τ.μ., δηλαδή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την κληροδοσία στην οποία την εγκατέστησε ο κληρονομούμενος ΑΑ και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου κατόπιν άτυπου δωρεάς προς αυτήν το έτος 1972 εκ μέρους της ΒΒ.

Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη έγινε κυρία του επιδίκου κατά τον πιο πάνω τρόπο, όπως ισχυρίζεται. Ειδικότερα ενώ, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, πράγματι χρησιμοποιούσε το αρχικώς επίδικο τμήμα των 92,64 τ.μ. όπου την εγκατέστησε ως κληροδόχο ο ΑΑ, με διάνοια κυρίου και ειδικότερα ενόσω ζούσε η δικαιοπάροχος της ΒΒ περιέφραξε με συρματόπλεγμα την εδαφική αυτή λωρίδα, φύτευσε οπωροφόρα δένδρα, χρησιμοποιούσε τον αχυρώνα για τις αγροτικές εργασίες της και σταύλιζε σ' αυτόν οικόσιτα ζώα, δεν αποδείχθηκε ότι και το ήδη επίδικο περιλαμβανόταν στην προαναφερθείσα κληροδοσία, ισχυρισμό τον οποίο άλλωστε δεν προέβαλε καν στην πρώτη δίκη, ούτε ότι ενεργούσε σ' αυτό οποιαδήποτε πράξη νομής και μάλιστα με διάνοια κυρίου.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από το ότι η ίδια η εναγομένη προσδιόρισε το περιελθόν σε αυτή παραγώγως με κληροδοσία και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία τμήμα του όλου ακινήτου, ήδη πριν την άσκηση της πρώτης αγωγής, οριοθετώντας το αρχικά με συρματόπλεγμα και μετά με μανδρότοιχο από τσιμεντόλιθους κατά μήκος της δυτικής πλευράς του επιδίκου, και μάλιστα χωρίς να έχει αφήσει κάποιο άνοιγμα ώστε να έχει πρόσβαση και προς αυτό.

Άλλωστε πριν κατεδαφιστεί τμήμα της μάνδρας του όλου ακινήτου από την πλευρά της οδού ..., το επίδικο ήταν περίκλειστο και αποτελούσε τον ακάλυπτο χώρο (αυλή ) της διώροφης οικίας, που επικοινωνούσε με την οδό ... μέσω της παλαιάς εξώθυρας που βρίσκεται προς την ανατολική πλευρά και η οποία ανοίγει μόνο από την εσωτερική πλευρά.

Η δε νεώτερη θύρα που βρίσκεται επίσης στην οδό ..., αλλά προς τη δυτική πλευρά του ακινήτου, κατασκευάστηκε από την εναγομένη και χρησιμοποιείτο ως είσοδος μόνο προς την εδαφική λωρίδα των 92,64 τ.μ., ως προς την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε τελεσιδίκως η διεκδικητική αγωγή των εναγόντων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προμνημονεύθηκαν, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, γι' αυτό και ο σχετικός αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αντιδίκων της και, ειδικότερα, να απορρίψει ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της ίδιας, ότι έχει γίνει κυρία και του εν λόγω εδαφικού μέρους του όλου ακινήτου "με τον ίδιο τρόπο που περιήλθε σ' αυτήν και το προηγούμενο επίδικο τμήμα των 92,64 τ.

μ. δηλαδή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από την κληροδοσία στην οποία την εγκατέστησε ο κληρονομούμενος ΑΑ και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου κατόπιν άτυπου δωρεάς προς αυτήν το έτος 1972 εκ μέρους της ΒΒ ..." είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη περιέλευσης του επίδικου ακινήτου στην κυριότητα της αναιρεσείουσας με βάση την κληροδοσία του θανόντα ΑΑ, καθώς και της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων της, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κρινόμενη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των τελευταίων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν απ' αυτούς, ως απαράδεκτος, εφόσον ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλήττεται δηλαδή με αυτόν η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ο δεύτερος δε ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ούτε καν αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, αλλά ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση των σχετικών αιτιολογιών, αναφορικά με την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της πιο πάνω ένστασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 77/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ