Appeal dismissed; second appeal barred by law; evidence review upheld without specific analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a final court ruling on property ownership. The appellants argued the lower court erred by accepting claims without examining witnesses or providing specific evidence analysis. The court rejected these claims, noting that the lower court had considered all evidence and that a second appeal by the same parties was legally prohibited.
Legislator headnote
AI generatedArt. 514, 518, 559 para. 10, 11 of the Code of Civil Procedure; A second appeal by the same parties against the same decision is prohibited, and an appellate court's consideration of evidence without specific analysis does not constitute grounds for cassation if the record confirms such review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. 1. Χ1 και 2. Χ2 ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος ΧΑ1 και ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης εν συνεχεία ..... χας ΧΑ1 , Β. 1. ΧΒ2 και 2. ΧΒ3 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής εναγούσης ΧΒ1 και Γ. 1. ΧΓ3 και 2. ΧΓ4 ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης ΧΓ2, εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος ΧΓ1. Οι 1ος, 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Νικολάου, ο 5ος και η 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπατσίκη.
Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου (Αθλητικού Συλλόγου) με επωνυμία "Σύνδεσμος Φιλάθλων Λουτρακίου ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ", που εδρεύει στο Λουτράκι, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1981 αγωγή των αρχικών εναγόντων ΧΑ1 , ΧΒ1 και ΧΓ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/1982 μη οριστική, 146/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 514 του ΚΠολΔ, δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απαγόρευση της άσκησης δεύτερη έφεσης αφορά τις περιπτώσεις που και στις δύο εφέσεις υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και προσβαλλόμενης απόφασης.
Ναι μεν η διάταξη αναφέρεται μόνο στον εκκαλούντα, είναι όμως προφανές ότι περιλαμβάνει και τον εφεσίβλητο, γιατί μόνο όταν υπάρχει ενεργητική και παθητική ταυτότητα διαδίκων εκπληρώνεται ο επιδιωκόμενος σκοπός της διάταξης και δικαιολογείται η σχετική απαγόρευση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Η προθεσμία που αρχίζει από την επίδοση της απόφασης τρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και εναντίον εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κάθε ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους , οι δε πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους, η επίδοση της απόφασης που γίνεται από ένα ομόδικο, δεν επηρεάζει τις σχέσεις των άλλων και συνεπώς κινεί την προθεσμία της έφεσης μόνο έναντι αυτού και του αντιδίκου του στον οποίο έγινε η επίδοση, όχι όμως και έναντι του ομοδίκου του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 20-7-1981 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την οποία έστρεψαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Φιλάθλων Λουτρακίου - Ο Ολυμπιακός", οι αρχικοί ενάγοντες ΧΑ1 , ΧΒ1 και ΧΓ1, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου.
Ενώ διαρκούσε η εκκρεμοδικία της υπόθεσης αυτής πέθαναν αντιστοίχως στις 20-6-1990, 19-5-1984 και 17-7-1989 οι ανωτέρω αρχικοί διάδικοι, οι οποίοι κληρονομήθηκαν : Α) ο πρώτος ΧΑ1 , από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του : α) .....χήρα ΧΑ1 (σύζυγό του), β) Χ2 (τέκνο του) και γ) Χ1 (τέκνο του), Β) ο δεύτερος ΧΓ1, από τη μόνη από διαθήκη κληρονόμο του ΧΓ2 και Γ) η τρίτη ΧΒ1, από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της:
α) ΧΒ2 και β) ΧΒ3(τέκνα της). Όλοι αυτοί οι κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων συνέχισαν στο όνομά τους τη δίκη, στη θέση εκείνων. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πέθαναν στις 2-10-2001 η .....χήρα ΧΑ1 , η οποία κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Χ2 και Χ1 (τέκνα της) και στις 6-9-2001 η ΧΓ2, η οποία κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ΧΓ3 και ΧΓ4 .
Και οι κληρονόμοι αυτοί συνέχισαν στο όνομά τους τη δίκη στη θέση των εν λόγω κληρονομουμένων. Ακολούθως εκδόθηκε η 146/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αγωγή. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο άσκησε αρχικά την από 25-6-2002 έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Κορίνθου την 5-7-2002 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 144/2002). Την έφεση αυτή την έστρεψε κατά των Α) α) .....χήρας ΧΑ1 , β) Χ2 και γ) Χ1 , ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος ΧΑ1 , Β) ΧΓ2, ως κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος ΧΓ1 και Γ) α) ΧΒ2 και β) ΧΒ3 ως κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας ΧΒ1. Δηλαδή την έφεσή αυτή το αναιρεσείον απαραδέκτως την έστρεψε και κατά των διαδίκων .....χήρας ΧΑ1 και ΧΓ2, που είχαν εν τω μεταξύ αποβιώσει και όχι κατά των κληρονόμων αυτών που είχαν στη θέση τους συνεχίσει τη δίκη.
Αργότερα, κατά της ίδιας απόφασης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο άσκησε και δεύτερη έφεση, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Κορίνθου στις 10-11-2004 (αριθμ. εκθ. καταθ. 223/10-11-2004). Την έφεση αυτή την έστρεψε κατά των Α) α) Χ2 και β) Χ1 , ως κληρονόμων του ΧΑ1 και της ....χήρας ΧΑ1 και Β) α) ΧΓ3 και β) ΧΓ4 , ως κληρονόμων της ΧΓ2.
Τέλος, με από 8-11-2004 (αριθμ. εκθ. καταθ. 753/11-11-2004) δικόγραφο, απευθυνόμενο κατά των Α)α) Χ2 και β) Χ1 , ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος ΧΑ1 και Β) α) ΧΒ2 και β) ΧΒ3 ως κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας ΧΒ1, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις αυτές και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, απέρριψε ως απαράδεκτη την πρώτη από τις εφέσεις αυτές, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των .....χήρας ΧΑ1 και ΧΓ2, που είχαν αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό, έκρινε παραδεκτές και δέχτηκε, κατά τα λοιπά, τυπικά τις δύο εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο και ειδικότερα παρά τις διατάξεις των άρθρων 514, 517, 518 και 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να κηρύξει απαράδεκτο. Ειδικότερα, ως προς τους διαδίκους κατά των οποίων απευθύνεται η δεύτερη από τις ανωτέρω εφέσεις αυτή δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, που απαγορεύει την άσκηση δεύτερης έφεσης, αφού η πρώτη έφεση δε στρεφόταν κατ΄ αυτών.
Τούτο ισχύει και προκειμένου για τους εφεσιβλήτους Χ2 και Χ1 , κατά το μέρος που η δεύτερη έφεση στρέφεται κατ' αυτών ως κληρονόμων της μητέρας τους .....χήρας ΧΑ1 και αναφέρεται στο μερίδιο που κληρονόμησαν από αυτήν, ενώ η πρώτη έφεση στρεφόταν κατ' αυτών ως κληρονόμων του πατέρα του ΧΑ1 και αναφέρεται στο μερίδιο που είχαν κληρονομήσει από εκείνον.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι η μεταξύ των εφεσιβλήτων ομοδικία είναι απλή, αφού αφορά την αναγνώριση των ποσοστών συγκυριότητας καθενός στο επίδικο ακίνητο, η δεύτερη από τις εφέσεις αυτές δεν είναι εκπρόθεσμη, διότι όπως δέχτηκε το Εφετείο και δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες, ναι μεν έγινε επίδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης στο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο στις 6-6-2002, πλην όμως επίδοση αυτή δεν έγινε με την παραγγελία των εφεσιβλήτων κατά των οποίων απευθύνεται η δεύτερη έφεση, ώστε να τρέχει και κατ' αυτών η προβλεπόμενη από το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμία προς άσκηση έφεσης, η δε δεύτερη αυτή έφεση ασκήθηκε πριν από την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται ότι παρά το νόμο το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν ήταν ανεπίτρεπτη η άσκησή της και ότι αυτή είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δεύτερη έφεση του αναιρεσιβλήτου.- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 του ΑΚ, γίνεται κύριος ακινήτου με τακτική χρησικτησία, εκείνος που έχει στη νομή του αυτό με καλή πίστη και με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία.
Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει όταν ο νομέας δικαιολογημένα, δηλαδή όχι από βαριά αμέλεια, πίστευε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσης της κυριότητας στο ακίνητο, ότι με τον τίτλο που έχει απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου. Σε καλή δε πίστη βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του α.ν. 1530/1950 "περί συμπληρώσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως ενίων διατάξεων του ν.δ 1138/1949 περί εχθρικών περιουσιών", που κυρώθηκε με το ν 2113/1952, περιέρχονται από την έναρξη της ισχύος του αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο οι κατά το ν.δ. 1138/1949 εχθρικές περιουσίες.
Η μεταβίβαση της κυριότητας επέρχεται αυτοδικαίως με βάση το νόμο και η μεταβολή αυτή σημειώνεται στα βιβλία μεταγραφών, μετά από αίτηση του Υπουργού Οικονομικών. Ως εχθρικές περιουσίες νοούνται και τα ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, που κατά τον κρίσιμο χρόνο ανήκαν στο Γερμανικό κράτος ή σε νομικά πρόσωπα με έδρα στη Γερμανία ή σε φυσικά πρόσωπα που είχαν τη Γερμανική ιθαγένεια.
Ως κρίσιμος δε χρόνος, για τις γερμανικές περιουσίες θεωρείται η 24 Ιανουαρίου 1946, κατά την οποία άρχισε ως προς την Ελλάδα η ισχύς της από 14-1-1946 συμφωνίας των Παρισίων, που αφορούσε τις γερμανικές επανορθώσεις και κυρώθηκε με το ν. 3478/1956, με την οποία, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ν.δ. 1138/1949, παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο το δικαίωμα κατάσχεσης, εκκαθάρισης ή διάθεσης των γερμανικών περιουσιών.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του α.ν. 1530/ 1950 σε τρίτους μη εχθρούς που προβάλλουν δικαιώματα στις εν λόγω περιουσίες παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, αμφισβητώντας το δικαίωμα του δημοσίου σ' αυτές. Η σχετική αγωγή, εφόσον πρόκειται για περιουσίες που είχαν περιέλθει ως μεσεγγυημένες υπό την κατοχή του οικονομικού εφόρου, ως διαχειριστή αυτών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.ν. 2636/1940 "περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών", έπρεπε να ασκηθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 1530/1950, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ενώ για τις περιουσίες που δεν είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση δεν ισχύει ο χρονικός αυτός περιορισμός και η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών (ΟλΑΠ 161/1973).
Η κυριότητα του Δημοσίου στις εχθρικές περιουσίες, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της αναγνώρισης της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος του τρίτου μη εχθρού. Εάν πριν από την αναγνώριση αυτή το Δημόσιο διαθέσει σε τρίτο αντικείμενα της εχθρικής περιουσίας, η διάθεση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 206 του ΑΚ, αυτοδικαίως άκυρη.
Ωστόσο, ο καλόπιστος τρίτος στον οποίο με νόμιμο, κατά τα λοιπά, ή έστω με νομιζόμενο, τίτλο έγινε η μεταβίβαση ακινήτου που είχε θεωρηθεί ως εχθρική περιουσία, από το Δημόσιο, μπορεί, εάν συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, να γίνει κύριος αυτού με τακτική χρησικτησία, δεδομένου μάλιστα ότι το ακίνητο που του μεταβιβάσθηκε με τη θέληση του Δημοσίου, ακόμη και εάν δεν είχε περιέλθει αυτοδικαίως στο Δημόσιο και εξακολουθούσε να θεωρείται ότι τελούσε υπό μεσεγγύηση, δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή εξαιρεμένο από τη χρησικτησία (ΟλΑΠ 5/2006).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 104 του Συντάγματος του 1952 και των άρθρων 1, 2, 6, 8 , 17, 18, 26, 28, 29 του ν.δ. 2185/1952 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 89 και 121 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ.
της 29-10/6-12-1949), προς αποκατάσταση ακτημόνων κατά την έννοια του Αγροτικού Κώδικα καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων, κηρύσσεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η απαλλοτρίωση ακινήτων, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 17 του ίδιου Συντάγματος και επίσης παραχωρούνται εκτάσεις που ανήκουν στο Δημόσιο και βρίσκονται στη διαχείριση της Διεύθυνσης Δημόσιων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, η δε προβλεπόμενη από την Αγροτικό Κώδικα Επιτροπή Απαλλοτριώσεων , προβαίνει, εκτός των άλλων και στο διαχωρισμό των εξαιρούμενων από την απαλλοτρίωση εκτάσεων.
Με τη σχετική απόφαση διαχωρισμού, η επιτροπή προσδιορίζει τις εκτάσεις που σύμφωνα με το νόμο ή τη σχετική για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή για την παραχώρηση απόφαση έχουν εξαιρεθεί εξαρχής από την απαλλοτρίωση ή την παραχώρηση προς αποκατάσταση δικαιούχων και δεν προβαίνει το πρώτο σε αφαίρεση εκτάσεων που είχαν απαλλοτριωθεί ή είχαν παραχωρηθεί από το Δημόσιο.
Συνεπώς οι εκτάσεις που διαχωρίσθηκαν, είτε προχείρως, κατά το άρθρο 23 του ν.δ. 2185/1952, είτε οριστικώς, κατά το άρθρο 74 του Αγροτικού Κώδικα, με την απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ως εξαιρούμενες από την απαλλοτρίωση ή από την παραχώρηση, δεν έπαυσαν να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους, είτε αυτοί είναι ιδιώτες ή το Δημόσιο, αφού η σχετική απόφαση έχει αναγνωριστικό και όχι δικαιοπλαστικό χαρακτήρα (ΟλΣτΕ 375/1956,ΑΠ 651/1970).
Η απόφαση δε για τον οριστικό διαχωρισμό των εξαιρούμενων εκτάσεων είναι αμετάκλητη (άρθρο 74 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα), εκτελείται διοικητικώς, χωρίς η έναρξη των αποτελεσμάτων της να εξαρτάται από τη μεταγραφή της, όπως άλλωστε και η συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας με την οποία αυτή κηρύσσεται, χωρίς να εξαρτάται από τη μεταγραφή της (άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 2185/1952).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το περιγραφόμενο σε αυτή ως επίδικο ακίνητο, το οποίο είχε περιέλθει κατά τα 8/9 αδιαιρέτως στη συγκυριότητα των αρχικώς εναγόντων ΧΑ1 και ΧΒ1, τέθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 και 7 του α.ν. 1636/1940, υπό μεσεγγύηση, ως τμήμα μείζονος αγρού έκτασης 3.600 περίπου στρεμμάτων, διότι φερόταν ως εχθρική περιουσία, η οποία ανήκε στην Ψ1 η οποία είχε αποκτήσει τη γερμανική ιθαγένεια.
Ακολούθως από τις 9-11-1950, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 1530/1950, αυτό περιήλθε αυτοδικαίως, ως εχθρική περιουσία στο Ελληνικό Δημόσιο. Ως κύριο του ακινήτου αυτού το Ελληνικό Δημόσιο, με την Ε/44506/15-11-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ τ.Β΄ 228/22-11-1954), αποφάσισε την απαλλοτρίωση και τη διάθεσή του, μαζί με την μεγαλύτερη έκταση των 3.600 στρεμμάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών της περιφέρειας Λουτρακίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 του Συντάγματος του 1952 και του ν.δ. 2185/1952.
Μάλιστα, η απαλλοτρίωσή του για το σκοπό αυτό ορίσθηκε ότι ίσχυε και για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι η έκταση αυτή ανήκε στην Ψ1. Αργότερα όμως η Ψ1 με την 294/1964 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι δεν είχε την ιδιότητα του εχθρού και για το λόγο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο, με το 100039/1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδριανού Λέλου, της απέδωσε το ανωτέρω μείζον ακίνητο, υπό το βάρος όμως της απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχθεί.
Το μείζον δε ακίνητο διατέθηκε ακολούθως προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών της περιοχής. Όμως το επίδικο τμήμα εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, με την 2/2-8-1968 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ν. Κορινθίας, που μεταγράφηκε νόμιμα την 15-12-1971, και με το από 14-12-1971 πρωτόκολλο οριστικού διαχωρισμού της επιτροπής, που συστάθηκε κατά το άρθρο 89 του Αγροτικού Κώδικα, διαχωρίσθηκε, προκειμένου να αποδοθεί στους δύο πρώτους από τους αρχικούς ενάγοντες ΧΑ1 και ΧΒ1, ενώ απορρίφθηκε από την επιτροπή αυτή ο ισχυρισμός του εναγομένου σωματείου, το οποίο μετείχε στη σχετική διαδικασία, ότι ανήκει σε αυτό η κυριότητα του εν λόγω τμήματος.
Εν τω μεταξύ, με το ...... πωλητήριο έγγραφο - παραχωρητήριο, που μεταγράφηκε νόμιμα την 21-3-1960, στον τόμο ..... με αριθμό ... , των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Β΄ Κορίνθου, το Ελληνικό Δημόσιο, σε εκτέλεση της 1301/4-8-1959 απόφασης της, κατά την 947/1958 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, εξ Υπουργών Επιτροπής και ενώ δεν είχε ακόμη εκδοθεί η ανωτέρω 294/1964 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επώλησε το επίδικο ακίνητο, ως δημόσιο κτήμα με αριθμό Β.Κ. 2062 και αντί τιμήματος 2.000 δραχμών και παρέδωσε τη νομή του στο εναγόμενο, στο οποίο σημειωτέον από το έτος 1955 περίπου το είχε εκμισθώσει και έκτοτε το τελευταίο το χρησιμοποιούσε ως γήπεδο..
Από τη μεταγραφή του ανωτέρω παραχωρητηρίου (21-3-1960) και έκτοτε συνεχώς, έως και τις 15-12-1971, που μεταγράφηκε η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Νομού Κορινθίας, με την οποία το επίδικο ακίνητο εξαιρέθηκε οριστικά από την απαλλοτρίωση για να αποδοθεί στους ΧΑ1 και ΧΒ1, το εναγόμενο, με βάση το εν λόγω παραχωρητήριο, ως νομιζόμενο τίτλο και με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, ήτοι αγνοώντας όχι από βαριά αμέλεια ότι δεν είναι κύριο, αφού δικαιολογημένα πίστευε ότι είχε αποκτήσει αυτήν λόγω παραχωρήσεώς του από το φερόμενο ως κύριο αυτού, λόγω δημεύσεώς του, κατά τις ανωτέρω διατάξεις Ελληνικό Δημόσιο, άρχισε και συνέχισε, καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, χωρίς εναντίωση των αρχικών εναγόντων, να ασκεί στο επίδικο πράξεις φυσικής εξουσίασής του, όπως χρησιμοποίησή του ως γηπέδου για την τέλεση ποδοσφαιρικών αγώνων, τμηματική κατασκευή αποδυτηρίων και μανδρότοιχου από μπετόν και πέτρα, σύνδεσή του με τα δίκτυα ρεύματος και ύδρευσης, διαμόρφωση του εδάφους του κάθε τρία - τέσσερα χρόνια κ.λ.π., με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος.
Τις ίδιες αυτές πράξεις φυσικής εξουσίασης συνέχισε το εναγόμενο ν' ασκεί και στη συνέχεια μέχρι, αλλά και πέραν του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, η οποία επιδόθηκε στις 5-10-1981 σ' αυτό, το οποίο έτσι έγινε κύριο του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση απόκτησης από το ίδιο κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, με τακτική χρησικτησία, που είχε νομίμως προβάλει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένσταση αυτή είχε απορριφθεί, απέρριψε την αγωγή, με την οποία οι αρχικοί ενάγοντες, δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, είχαν ζητήσει να αναγνωριστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου κατά τα 8/9 αυτού.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041 έως 1044 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των α.ν. 2636/1940, α.ν. 1530/1950, ν.δ. 2185/1952, 104 του Συντάγματος του 1952 που προαναφέρθηκαν, αλλά και εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1939/1938, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα του δημοσίου σε ακίνητα δεν υπόκεινται σε παραγραφή και συνεπώς ούτε σε χρησικτησία, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από το αναιρεσίβλητο με τακτική χρησικτησία, με βάση νομιζόμενο τίτλο.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο είχε τεθεί υπό μεσεγγύηση ως εχθρική περιουσία και μετά την αυτοδίκαιη, με βάση το ν.δ. 1530/1950, περιέλευσή του στο Δημόσιο, μεταβιβάστηκε από το τελευταίο με παραχωρητήριο που μεταγράφηκε νόμιμα προς το αναιρεσίβλητο, αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, έστω και αν μετά τη διάθεση αυτή αναγνωρίσθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της απόκτησης σ' αυτό κυριότητας αυτοδικαίως από το Δημόσιο, διότι δεν αποτελούσε εχθρική περιουσία, αφού έως την απόδοσή του στον μη εχθρό ιδιοκτήτη του αυτό θεωρούνταν ότι τελούσε υπό μεσεγγύηση και δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή εξαιρεμένο από τη χρησικτησία.
Ανεπίδεκτο χρησικτησίας δεν ήταν αυτό και λόγω της κατά το άρθρο 104 του Συντάγματος του 1952 απαλλοτρίωσής του, αφού αυτό εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση και συνεπώς αυτό εξακολουθούσε ν' ανήκει στους ιδιώτες ιδιοκτήτες του, τελούσε δε υπό μεσεγγύηση έως ότου αναγνωρίσθηκε ότι δεν ανήκε σε εχθρό και δεν είχε, λόγω της απαλλοτρίωσης, περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να θεωρείται ότι διατέθηκε από αυτό για σκοπούς ξένους προς την απαλλοτρίωση, η οποία ως προς αυτό θεωρείται ότι δεν είχε συντελεσθεί Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας και μπορούσε να διεκδικηθεί από τους δικαιοπάροχους των αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση της 2/1968 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, με την οποία αυτό κρίθηκε οριστικώς ότι εξαιρείται από την απαλλοτρίωση, αφότου έως την άσκηση της αγωγής, που το Εφετείο δέχτηκε ότι εξακολουθούσε να νέμεται αυτό το αναιρεσίβλητο, συμπληρώνεται η απαιτούμενη για την τακτική χρησικτησία δεκαετία.
Εξάλλου, με την παραδοχή ότι μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου και την παράδοση σε αυτό της νομής του ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο, όχι από βαριά αμέλεια το αναιρεσίβλητο δικαιολογημένα πίστευε ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του, λόγω της παραχώρησής του από το φερόμενο ως κύριο αυτού Ελληνικό Δημόσιο, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογείται η ύπαρξη καλής πίστης του αναιρεσιβλήτου, τόσο ως προς την απόκτηση της νομής του επιδίκου, όσο και ως προς την ύπαρξη τίτλου, τον οποίο δικαιολογημένα πίστευε ως έγκυρο το αναιρεσίβλητο..
Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενοι απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αλλά και ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που και με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Όταν συνεπώς το δικαστήριο εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, δε δημιουργείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 346 του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλων διαδίκων.
Επομένως και αν ο διάδικος που πρόβαλε κάποιο ισχυρισμό δε προσκόμισε αποδεικτικά μέσα προς απόδειξή του, δεν αποκλείεται το δικαστήριο να συναγάγει πόρισμα για τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, αντλώντας την προς τούτο απόδειξη από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο αντίδικος εκείνου που πρόβαλε τον ισχυρισμό, χωρίς εξαιτίας αυτού να υποπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Περαιτέρω, για να δημιουργηθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄του ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει να γεννώνται έστω και αμφιβολίες εάν το δικαστήριο έλαβε ή όχι υπόψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Μόνη η μη ειδική αναφορά και ανάλυση καθενός αποδεικτικού μέσου, δεν δημιουργεί τον αναιρετικό αυτό λόγο, εάν από τη γενική κατ΄ είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν το Εφετείο αναφέρει τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο πόρισμα ότι αποδείχθηκε η βασιμότητα της ένστασης απόκτησης κυριότητας στο επίδικο από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, παρότι επισημαίνει ότι το αναιρεσίβλητο δεν εξέτασε μάρτυρες, δεν γεννάται δε αμφιβολία ότι προς άντληση τις απόδειξης για το ζήτημα αυτό το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξέτασαν οι αναιρεσείοντες, όσο και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν όλα τα διάδικα μέρη.
Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, ενόψει του ότι το αναιρεσίβλητο δεν εξέτασε μάρτυρες, χωρίς απόδειξη δέχτηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό του αυτό το Εφετείο.
Επίσης από την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα από την αναφορά σε αυτήν όλων των κατ΄ είδος αποδεικτικών μέσων, ειδικά δε και των καταθέσεων των μαρτύρων των αναιρεσειόντων και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ....., σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις εν λόγω καταθέσεις και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πέμπτος λόγος τις κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2005 αίτηση των Χ1 και των λοιπών αναφερόμενων στο προεισαγωγικό τμήμα αυτής της απόφασης αναιρεσειόντων για αναίρεση της 360/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ