Legislator Case Law & Legislation
831/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against health authority judgment on five-year statute of limitations for pension claims.

Case Number 831/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Attica Health Administration against the First Instance Court's judgment. The lower court correctly applied a five-year statute of limitations to the pension claims, rejecting the administration's argument for a two-year limit. The court ruled that the specific provision granting the Social Security Institute a five-year limitation period overrides general rules for public legal persons.

Legislator headnote

AI generated

Art. 40 para. 6 of A.N. 1846/1951; Art. 48 para. 1, 2, 3 and 56 of Law 496/1974: The specific five-year statute of limitations for pension claims applies to the Social Security Institute, overriding the general two-year limitation for public legal persons.

Keywords

AI generated
statute of limitations Social Security Institute public legal persons pension claims administrative appeal limitation period statutory override

Cited Legislation

AI generated
Art. 40 para. 6 of A.N. 1846/1951
Art. 48 para. 1, 2, 3 and 56 of Law 496/1974
Art. 19 para. 1 lit. a of A.N. 1846/1951
Art. 33 para. 7 of Law 3918/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 831 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 831/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1. Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3. Κ. Α. του Ν., 4. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5. Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 6. Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 7. Δ. Τ. του Χ., Μ. Β. του Α. και Α. Β. του Α., κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων του Α. Β. του Γ., και 8. Γ. Μ. του Α., Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου νόμιμων κληρονόμων της Α. Χ. του Ε. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι: α. η 2η (Β. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Ν. - Α. Β., β. η 5η (Α. Α.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ. Μ. - Ζ. του Ι. και Ι. Μ. - Ζ., και γ. ο 8ος (Γ. Μ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και Α. Μ. του Γ. Ο ως άνω δικηγόρος δεν κατέθεσε προτάσεις στη δίκη αυτή, είχε όμως καταθέσεις υπόμνημα στις 15-11-2019.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-02-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3682/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 21-11-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 542/2020 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους 1ο έως 6ο των καλούντων και κήρυξε βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς τους Α. Β. και Α. Χ. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 13-12-2021 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.12.2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων επαναφέρεται για να συζητηθεί ως προς αυτούς η από 21.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 8991/868/2017 αίτηση για την αναίρεση της 3682/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η οποία είχε γίνει δεκτή για τους ομοδίκους των αναιρεσιβλήτων με την 542/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ χωρίστηκε η δίκη και για τους μεν πρώτο έως και έκτο των καλούντων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, διότι δεν προέκυπτε η νόμιμη εκπροσώπηση αυτών και η κλήτευση τους στη συζήτηση, για δε τους λοιπούς αναβλήθηκε ώστε να νομιμοποιηθούν και να συνεχίσουν τη δίκη που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου, ως κληρονόμοι των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων Α. Β. και Α. Χ.

Ικανός να είναι διάδικος θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 62 ΚΠολΔ, εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, παύει με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, η απόφαση, η οποία εκδόθηκε σε δίκη με ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο, όπως είναι εκείνο που αποβίωσε, στερείται, όπως ορίζει το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ, υπόστασης και χαρακτηρίζεται ρητώς ως ανύπαρκτη. Από τη διατύπωση όλων των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 286 και επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, με βάση το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι εφόσον ο διάδικος βρισκόταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβιώσει μεταγενεστέρως και πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της, εάν μεν ο θάνατος επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση τότε, εφόσον τηρηθούν και οι λοιπές διατυπώσεις προς τον αντίδικο, επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης με συνέπεια όλες οι έκτοτε και μέχρι την επανάληψη αυτής επιχειρούμενες διαδικαστικές πράξεις, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, να λογίζονται άκυρες.

Εάν δε ο θάνατος, αν και επήλθε πριν από το πέρας της συζήτησης εκείνης, δεν γνωστοποιήθηκε στον αντίδικο, ώστε να χωρήσει βίαιη διακοπή της δίκης ή επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής και εκδόθηκε οριστική απόφαση, ή επήλθε μετά την έκδοσή της, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής και επανάληψης της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά του καθολικού διαδόχου (κληρονόμου) του αποβιώσαντος.

Έτσι το ένδικο αυτό μέσο, εφόσον απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση πριν από την άσκηση της αναίρεσης, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τον κληρονόμο του και να απευθύνει κατ' αυτού την αναίρεση.

Αυτή όμως που στρέφεται κατά του αποβιώσαντος αντιδίκου, δεν είναι άκυρη, εάν ο αναιρεσείων αγνοούσε το θάνατό του, και, επομένως, νομίμως χωρεί η συζήτησή της με τον κληρονόμο του αποβιώσαντος, ο οποίος πρέπει, για το λόγο αυτό, να κληθεί ή να εμφανισθεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτού στη θέση του αναιρεσίβλητου και να προβάλλει υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 895/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται μεταξύ άλλων κατά των Α. Β. ήδη αποβιώσαντα την ..., Α. Χ. αποβιώσασα την ... και την Α. Α. αποβιώσασα την ..., δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από την έκδοση απόφασης από Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η κατ' αυτής έφεση και, όπως και κατά του Α. Β. και εν συνεχεία η αναίρεση ασκήθηκε από το αναιρεσείον χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός τους και η βίαιη διακοπή της δίκης στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ομοίως η αναίρεση κατά της Α. Χ. ασκήθηκε πριν γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ο θάνατός της.

Συνεπώς, με βάση τα περιστατικά αυτά και σε συνδυασμό με την έλλειψη προβολής ισχυρισμού εκ μέρους των ανωτέρω κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων ότι το αναιρεσείον γνώριζε το θάνατό τους, συνάγεται απόδειξη ότι δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο της επέλευσης του θανάτου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, είναι έγκυρη η άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων.

Η νομιμοποίηση των τελευταίων προκύπτει ως εξής: α) Για τον Α. Β. που απεβίωσε την ... από την ....2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ..., το από ....2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Λέσβου, το 407/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου για τη δημοσίευση της από ....2014 ιδιόγραφης διαθήκης του και το 1986/30.7.2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου περί μη αποποίησης της κληρονομίας, β) για την Α.

Χ. που απεβίωσε την ... από την ....2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ..., το από ....2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ίδιου Δήμου και το 32121/2017 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, αντίστοιχα περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην διαδικασία της αναιρετικής δικής, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι η δική διακόπτεται εάν μέχρι του τέλους της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανάτου με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατήριου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, ότι η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη η από τον μέχρι τον χρόνο του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος και ότι η επανάληψη της διακοπείσης δίκης δύναται να γίνει εκουσίως με ρητή δήλωση ή σιωπηρώς από τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκείμενη υπόθεση, απεβίωσαν οι 2η, 5η και 8ος των καλούντων, τη δε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου τους και τη συνέχιση αυτής δήλωσαν στο ακροατήριο για τη 2η καλούσα ο Ν.-Α. Β., για την 5η καλούσα οι Γ. Μ.-Ζ. και η Ι. Μ.-Ζ. και για τον 8ο καλούντα οι Ε. και Α. Μ. Τα θεμελιούντα την νομιμοποίηση των εν λόγω καλούντων πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, α) για τη 2η καλούσα από την ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Λάρισας, το 3313/2021 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τα 17387/2021 27809/2021 πιστοποιητικά του ίδιου Ειρηνοδικείου περί μη αμφισβητήσεως κληρονομικού δικαιώματος και μη αποποίησης αυτού του ιδίου Ειρηνοδικείου, β) για την 5η καλούσα η ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Παλήνης, το ....2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Λαμιέων και το 2647/18.7.2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και γ) για τον 8ο καλούντα από την ....2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ..., το από ....2021 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ίδιου Δήμου και το 2384/2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, ενώ η ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων των αποβιωσάντων δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον.

Πρέπει, συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω να κηρυχθεί η δίκη επαναληφθείσα επ' ονόματι των ανωτέρω καλούντων. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 12ης Φεβρουαρίου 2015 αγωγή κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με την οποία, επικαλούμενοι ότι υπηρέτησαν ως ιατροί υπό ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εν συνεχεία της 1ης Δ.Υ.ΠΕ Αττικής, εζήτησαν την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 Ν. 3205/2003.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπεισήλθε στην θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. το αναιρεσείον και συνέχισε χωρίς διακοπή την δίκη συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' Ν 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 38/17 Φεβρουαρίου 2014), κατά την οποία "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης".

Εκδόθηκαν η 99/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους, και η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απερρίφθησαν η ασκηθείσα από 5ης Ιανουαρίου 2016 έφεση της 1ης Δ.Υ.ΠΕ. και η ασκηθείσα δια των προτάσεων αντέφεση των αναιρεσιβλήτων.

Εν συνεχεία το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 14 παρ. 1 εδ. α' και 15 παρ. 1 Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 143/7 Οκτωβρίου 1983), εκ των οποίων τα άρθρα 14 και 15 είχαν καταργηθεί δια του άρθρου 132 Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 123/1992 - διόρθωση σφαλμάτων Α' 149/1992), επανήλθαν όμως εν ισχύι δια του άρθρου 1 περ.

β' Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 34/1994), ορίζεται αντιστοίχως: "Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς", "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας" και "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι:

α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο.

δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα.

η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους", ενώ από την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 2071/1992 ορίζεται: "Σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι.

δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.

ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.

ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δε λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του οικείου νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης".

Αφ' ετέρου, το "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)" ιδρύθη δια του Ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 346/1934) και εν συνεχεία μετωνομάσθη δια του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (Φ.Ε.Κ. Α' 160/11 Ιουλίου 2002) σε "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ/ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ/ Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", αποτελεί δε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 11 Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ.

Α' 14/21 Ιουνίου 1951) αυτόνομο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας. Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2, 3 και 10 του Οργανισμού του Ιδρύματος, ο οποίος ενεκρίθη δια του Π.Δ. 266/1989 (Φ.Ε.Κ. Α' 127/1989), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 24 παρ. 5 Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (Φ.Ε.Κ.

Α' 137/1985) και 2 Ν. 51/1975 "Περί αναδιοργανώσεως των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών" (Φ.Ε.Κ. Α' 125/26 Ιουνίου 1975), ως η παράγραφος 10 αντικατεστάθη αρχικώς δια της παρ. 1 του άρθρου 3 Π.Δ. 363/1992 (Φ.Ε.Κ. Α' 184/1992), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 2026/1992 "Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης και προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 43/23 Μαρτίου 1992), και εν συνεχεία δια του άρθρου 1 Π.Δ. 144/2003 (Φ.Ε.Κ. Α' 120/20 Μαΐου 2003), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2503/1997 "Διοίκηση, οργάνωση, στελέχωση της Περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 107/30 Μαΐου 1997), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Διακρίσεις και μορφή οργάνωσης Περιφερειακών Υπηρεσιών Υγείας 1.

Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.

β) Τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2. Τοπικές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους.

Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας. Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3.

Τοπικά Ιατρεία: Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται. Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. 10.

Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης: Οι Υπηρεσίες αυτές είναι επιπέδου Διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος. Οι Υπηρεσίες αυτές είναι (5) και ειδικότερα: 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 και 2 παρ. 1 Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (Φ.Ε.Κ.

Α' 53/18 Φεβρουαρίου 2004), του οποίου η ισχύς άρχισε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 16 αυτού από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται αντιστοίχως: "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.

την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο, η. τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας" και "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε.

από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 10 Ν.Δ. 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 18/21 Ιουλίου 1972), 24 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3232/2004 "Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 48/12 Φεβρουαρίου 2004) και 1 παρ. 1, 2, 3 Ν. 119/1975 "Περί μονιμοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Υγειονομικών Υπηρεσιών παρ' αυτώ και άλλων τινών διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 19/20 Αυγούστου 1975) ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Αι ιατρικαί φροντίδες (προληπτικαί - διαγνωστικαί - θεραπευτικαί), ων δικαιούνται κατά την νομοθεσίαν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι εις τούτο ησφαλισμένοι πραγματοποιούνται υπό θεράποντος ιατρού της ελευθέρας εκλογής του ησφαλισμένου ως και ιατρών ειδικοτήτων κατά τα εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα", "1.

Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας εκ του ΙΚΑ. 2.

Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι", "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.

Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών", "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.

Ε.Τ.Α.Μ. είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και "1. Το μόνιμον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών Θεραπευτών. β) Εξ Ιατρών Ελεγκτών. γ) Εξ Υγειονομικών Διευθυντών. 2. Το περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίμακος αντιστοίχου της βαθμίδος των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως ακολούθως:

α) Ιατροί Θεραπευταί επί μισθώ 6ου έως και 3ου βαθμού. β) Ιατροί Ελεγκταί επί μισθώ 3ου έως και 2ου βαθμού. γ) Ιατροί Υγειονομικοί Διευθυνταί επί μισθώ 2ου βαθμού. 3. Πάσα μεταβολή των βασικών μισθών των βαθμών των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφαρμόζεται και επί των μισθολογικών κλιμακίων του περί ου η προηγουμένη παράγραφος προσωπικού".

Βάσει των ως άνω διατάξεων οι αποδοχές του μονίμου ιατρικού προσωπικού του Ι.Κ.Α. είχαν καθορισθεί από τους Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 3/3 Δεκεμβρίου 1984) και 1810/1988 "Για τη συμπλήρωση και βελτίωση του Ν. 1505/1984 και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 5/5 Οκτωβρίου 1988), όπως ίσχυσαν μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2470/1997. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1, 2 Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 98/1993), "1. Οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α.

στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 24 Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 40/21 Μαρτίου 1997), ως το άρθρο 8 συνεπληρώθη δια της παρ. 1 του άρθρου 25 Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 96/17 Μαΐου 1999), οι οποίες ίσχυσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2003, "1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι: α) του Δημοσίου, β) της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). 2.

Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου:... δ) οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.)...", "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα:... 7. Νοσοκομειακό Επίδομα, για το προσωπικό των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.)... 10.

Τα επιδόματα των προηγούμενων παραγράφων 7, 8 και 9 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Η χορήγηση των επιδομάτων αυτών διακόπτεται σε περίπτωση απομάκρυνσης των δικαιούχων από τους χώρους για τους οποίους δικαιολογείται η καταβολή τους" και "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 1.1.1997".

Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθησαν οι Κοινές Αποφάσεις των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2043269/6792/0022/1 Ιουλίου 1997 και η αντικαταστήσασα αυτή 2052675/5630/0022/10 Αυγούστου 1998 (Φ.Ε.Κ. Β' 587/1997, 944/1998 αντιστοίχως), δια των οποίων επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1997 οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980, ν.δ. 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 297/23 Δεκεμβρίου 2003) ορίζεται: "Επιδόματα Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής Επιδόματα κατά μήνα:

Α.1.... 5. Νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής: α. Για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, σε διακόσια σαράντα ευρώ (240 Ε)...

Β.1. Τα Επιδόματα των παραγράφων 4, 5,6, 7, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.

και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή τους, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή τους με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α)", ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007, φορολογικές και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 80/16 Απριλίου 2007), "Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, για τις αναφερόμενες σε αυτές κατηγορίες δικαιούχων, αναπροσαρμόζονται, κατά μήνα, ως εξής: α.i. Από 1.1.2007, σε διακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (257,50). ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (275). iii. Από 1.1.2008, σε τριακόσια δέκα ευρώ (310). iv.

Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια σαράντα πέντε ευρώ (345). Τα ανωτέρω ποσά δικαιούνται, από 1.1.2007 και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί", βάσει δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Φ.Ε.Κ.

Α' 40/15 Μαρτίου 2010) και 3 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Φ.Ε.Κ. Α' 65/6 Μαΐου 2010) τα ως άνω ποσά του νοσοκομειακού επιδόματος εμειώθησαν αντιστοίχως κατά ποσοστό 12% από 1ης Ιανουαρίου 2010 και περαιτέρω κατά ποσοστό 8% από 1ης Ιουνίου 2010.

Από δε την διάταξη του άρθρου 21 Ν. 3205/2003 ορίζεται: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής.... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004".

Κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω διατάξεως εξεδόθη η Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 (Φ.Ε.Κ. Β' 250), δια της οποίας επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 οι διατάξεις του Α' μέρους του Ν. 3205/2003 "στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον Ν. 2470/97 και στους με σύμβαση γιατρούς (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85, Ν. 1057/80 και ΝΔ 1204/72), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93".

Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι νομαρχιακές και οι τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους έχει βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003.

Επομένως οι ιατροί των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσία πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, δικαιούνται του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 8 του ως άνω Νόμου. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει παντελώς πραγματικά περιστατικά ή τα περιεχόμενα δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπηρέτησαν ως ιατροί υπό ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορες νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εν συνεχεία της 1ης Δ.Υ.ΠΕ Αττικής, υπό πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, μισθοδοτούμενοι βάσει του Ν. 3205/2003, δικαιούνταν ευθέως εκ του νόμου το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 κατά το διάστημα από 15ης Φεβρουαρίου 2009 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 2011, συνολικού ποσού 9888,77 ευρώ.

Υπό τις ως άνω παραδοχές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε επιδικάσει υπέρ εκάστου αναιρεσιβλήτου το αυτό ποσόν. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 Α' αρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 περ.

β' Ν. 3235/2004, δεχόμενο ότι οι ιατροί οι υπηρετούντες στις νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δικαιούνταν το νοσοκομειακό επίδομα, καθώς οι εν λόγω μονάδες έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής έκτοτε και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 έχει επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003, διέλαβε δε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.?Συνεπώς, ο λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α' και 19 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του ως άνω Α.Ν. 1846/1951, "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως αντικατεστάθη αρχικώς με το άρθρο 15§2 του Ν.4476/1965 και εν συνεχεία με το άρθρο 7 του Ν.825/1978, ορίζεται: "πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας... Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν...", στις δε διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Φ.Ε.Κ.

Α'204/19 Ιουλίου 1974), ως το άρθρο 56 έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 15 Ν.369/1976 "Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως του Ν.Δ. 496/1974" (Φ.Ε.Κ. Α' 164/29 Ιουνίου 1976), ορίζονται τα εξής: "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.

δι' αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών. 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "1.

Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" 2.

Δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1977, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού, δύναται να εξαιρούνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει, και έτερα Ν.Π.Δ.Δ. εφ' όσον ειδικοί λόγοι επιβάλλουν τούτο. Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, εάν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους εξεδόθησαν".

Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθη το Π.Δ. 437/1977 (Φ.Ε.Κ. Α' 134/18 Μαΐου 1977), δια του άρθρου μόνου του οποίου ορίζεται: "Εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν. Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ως ετροποποιήθη υπό του Ν. 369/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. 496/1974 περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών", προς τούτοις, δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 305/1985 (Φ.Ε.Κ.

Α' 113/31 Μαΐου 1985), ως αντικατεστάθη δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 192/1986 (Φ.Ε.Κ. Α' 78/18 Ιουνίου 1986), τα οποία Π.Δ. εξεδόθησαν αμφότερα βάσει της αυτής ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ορίζεται: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και του άρθρου 43 του Ν.Δ. 496/74 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους Νόμους 369/76 και 578/77, καθώς και οι διατάξεις του κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθ. 43 εκδοθέντος Π.Δ/τος 715/79, εφαρμόζονται και για τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς που υπάγονται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ, καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά, με το Π.

Διάταγμα 437/77". Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι μισθολογικές αξιώσεις του προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατ' αυτού υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή, αφού το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Τούτο δεν αναιρείται ούτε από την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' Ν. 3210/1955 "Περί τροποποιήσεως της περί του Ι.Κ.Α. νομοθεσίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 115/6 Μαΐου 1955), κατά την οποία "Το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολ.

και Ποιν. Δικονομίας", αφού η εν λόγω διάταξη αφορά διαδικαστικά προνόμια, ενώ η σύντομη παραγραφή των δύο ετών συνιστά ουσιαστικό προνόμιο, ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ. α' Α.Ν. 1846/1951 και 33 παρ. 7 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 31/2 Μαρτίου 2011), κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Το Ι.Κ.Α.

απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον" και "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερομένη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951.?Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει περαιτέρω ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν παραγραφεί ως υποκείμενες σε διετή παραγραφή.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951 και 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, αφού, συμφώνως προς τα ανωτέρω, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων, και τυγχάνει εφαρμογής επ' αυτού η ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951, η οποία θεσπίζει πενταετή παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων.

Συνεπώς, ο έτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση εκ του αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο την πενταετή παραγραφή, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και το αναιρεσείον να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 3682/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους καλούντες αναιρεσιβλήτους.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ