Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence was not illegally obtained despite privacy concerns.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two parties against a Third Instance Court decision regarding the validity of share sale and loan agreements. The appellants argued that the court improperly considered a letter containing personal data, violating privacy rights and the attorney-client privilege. The court rejected this claim, ruling that the letter originated from the appellant himself and was not illegally acquired, thus rendering the evidence admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 371 of the Criminal Code; Articles 9, 19, 25 of the Constitution: Evidence obtained in violation of privacy or attorney-client privilege is inadmissible only if the court failed to consider it as an exceptional witness; here, the letter was self-provided by the appellant and not illegally obtained, so the appeal based on this ground is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 831/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. Κ., κατοίκου …….. και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……….", που εδρεύει στο ……. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου- Αλμπανίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Κ., κατοίκου …... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μεντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4031/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3952/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-09-2019 αίτησή τους και τους από 1-02-2021 προσθέτους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 6-9-2019 αίτησης για αναίρεση της 3952/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η δικάσιμος της 8-3-2021 και μετά από επαναπροσδιορισμό της υπόθεσης, κατά το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (11-10-2021), η δε αναιρεσείοντες άσκησαν προσθέτους λόγους με το από 1-2-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία και επιδόθηκε αυθημερόν στον αναιρεσίβλητο, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο (βλ.
την υπ' αριθμ. 8153Γ'/1-2-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ι. Χ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με το από 6-9-2019 κυρίως δικόγραφο, να ερευνηθούν περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 35γ, 39 και 40 του ν. 2190/1920 προκύπτει, ότι η μετοχή της ανώνυμης εταιρίας είναι δηλωτική τόσο του μεριδίου του εταιρικού κεφαλαίου όσο και του δικαιώματος συμμετοχής στην εταιρεία και, επιπλέον, είναι πράγμα κινητό και αξιόγραφο, ως πράγμα δε, είναι αντικείμενο κυριότητας και ενσωματώνει τη μετοχική σχέση, η οποία ακολουθεί το εμπράγματο δικαίωμα επί του τίτλου (ΑΠ 576/2002).
Η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος, και δη αξιόγραφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται κατ' άρθρο 1034 ΑΚ με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σε αυτόν που την αποκτά και συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας (Ολ.
ΑΠ 62/1981, ΑΠ 973/2017, ΑΠ 1261/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 του ν. 2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 2459/1997: "Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.
Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κλπ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές, δεν είναι φυσικό πρόσωπο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες, που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις, που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει και με άλλο τρόπο". Επιπρόσθετα δε, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 ορίζει, πως " κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδικη, που αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου παύει να ισχύει".
Συναφώς, εκδόθηκε η Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 1056431/104/79/Β0012/ πολ1169/23.5.1997 (ΦΕΚ Β'479/11.6.1997), η οποία καθορίζει ένα ελάχιστο περιεχόμενο για την ιδιωτική ή, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμβαση μεταβίβασης μετοχών και δίδει διευκρινίσεις για τη διαδικασία θεώρησης του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού από την αρμόδια ΔΟΥ.
Από το συνδυασμό των ρυθμίσεων αυτών με τα άρθρα 1034 επ, 888 επ, 1710 και 1846 επ. ΑΚ και ενόψει της προφανούς (φορολογικής) νομοθετικής σκοπιμότητάς τους, συνάγεται, αφενός μεν, ότι ο επιβαλλόμενος (έγγραφος) τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών δια συμβάσεως ή κληρονομικής διαδοχής, δεν είναι συστατικός, αλλά αποδεικτικός, αφετέρου δε, ότι η προβλεπόμενη ακυρότητα της μεταβίβασης σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτού, ισχύει μόνον έναντι των φορολογικών αρχών και όχι στις μεταξύ των μερών σχέσεις (βλ.
ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1963/2014, ΑΠ 1426/2013, ΑΠ 1964/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138 παρ.1 Α.Κ. δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016). Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας (ΑΠ 563/2016). Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεώς της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1169/2003, ΑΠ 874/1996).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 794/2008).
Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015, ΑΠ1426/2007).
Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι και συστατικός τύπος αρκεί ότι ο τύπος αυτός να τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ36/1998, ΑΠ1438/1995) αλλ` αυτά αποδεικνύονται με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα.
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1060/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 46/2020).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... O ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, πολιτικοί μηχανικοί στο επάγγελμα, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις και συνεργάζονταν στην εκτέλεση διάφορων έργων ήδη από το έτος 1989, συστήνοντας μάλιστα και την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
Το 2001 αποφάσισαν να μετατρέψουν την ανωτέρω εταιρεία που διατηρούσαν σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", δηλαδή, συνέστησαν την δεύτερη εναγομένη, της οποίας μετά την αποχώρηση του ενάγοντα τροποποιήθηκε η επωνυμία σε "..." με έδρα στο …….. Κατά τη δεκαετία του 2000 τους ανατέθηκαν πολλές κατασκευές και ο τζίρος της εταιρείας κινήθηκε ανοδικά και ειδικά στα δύο πρώτα έτη λειτουργίας (2001-2002) ανήλθε στο ποσό των 979.484 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 965.704 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 2.131.859 ευρώ, το 2005 στο ποσό των 2.629.422 ευρώ, το 2006 στο ποσό των 335.735 ευρώ, το 2007 στο ποσό των 699.138 ευρώ, το 2008 στο ποσό των 2.709.495 ευρώ, το έτος 2009 στο ποσό των 5.598.452 ευρώ και το 2010 ο τζίρος της εταιρίας στο ποσό των 5.983.076 ευρώ.
Το Νοέμβριο του 2010 ο ενάγων αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί. Έτσι, ήλθε σε συμφωνία με τον πρώτο εναγόμενο για τη αποχώρησή του από την εταιρεία και τη μεταβίβαση των 40.000 μετοχών του, δηλαδή του 50% των μετοχών της εταιρείας. Η αξία των μετοχών του ενάγοντος εκτιμήθηκε από τα μέρη στο συνολικό ποσό των 1.224.000 ευρώ και συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον ενάγοντα από τον πρώτο εναγόμενο τμηματικά και ειδικά:
Το έτος 2011 να του καταβληθεί το ποσό των 8.000 μηνιαίως (δηλαδή συνολικά το ποσό των 96.000 ευρώ για το έτος 2011), τα δε επόμενα εννέα έτη το ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή συνολικά το ποσό των 648.000 ευρώ για τα έτη 2012- 2020), καθώς επίσης, ανέλαβε την υποχρέωση σ πρώτος εναγόμενος να καταβάλει τη δόση του στεγαστικού δανείου που είχε καταρτίσει ο ενάγων με την Εθνική Τράπεζα (αριθ.
λογαριασμού ... ύψους 4.000 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή συνολικά 480.000 ευρώ για τα έτη 2011 - 2020). Για καθαρά λογιστικούς- φορολογικούς λόγους και ειδικά τη μείωση στο ελάχιστο του ποσού του καταβλητέου φόρου μεταβίβασης, καταρτίστηκε το από 2.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων φέρεται να πωλεί και μεταβιβά(ζ)ει στον πρώτο εναγόμενο τις 40.000 μετοχές του της εταιρείας "...", αντί του (εμφανούς φορολογικά) τιμήματος των 117.200 ευρώ, το οποίο, φέρεται να έλαβε κατά την υπογραφή του.
Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, ακολούθησε η υπογραφή, στις 2.12.2010, αυθημερόν δηλαδή και καταρτίσθηκε, κατά την επικεφαλίδα του, το ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο, με το ποσό του τιμήματος για την αγορά των μετοχών να ορίζεται στο συνολικό ύψος των 1.224,000 ευρώ. Κατά τη συμφωνία τους στο αντέγγραφο αυτό που δεν προσβλήθηκε ως πλαστό ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του, οι μηνιαίες δόσεις καταβολής του τιμήματος ρυθμίσθηκαν σε δύο τμήματα, όπως ανωτέρω συμφωνήθηκε.
Έτσι ο πρώτος εναγόμενος θα κατέβαλε κάθε μήνα ποσό 4.000 ευρώ στην Εθνική τράπεζα για την εξόφληση του στεγαστικού δανείου του ενάγοντος και επίσης θα του κατέβαλε 8.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος παροχής πίστωσης δηλαδή το 2011 και 6.000 ευρώ μηνιαίως για τα επόμενα εννέα έτη από το 2012 και έπειτα έως το 2020.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι θα εμφανιζόταν, για λόγους ταμειακής διευκόλυνσης του εναγομένου, ως δήθεν άτοκο δάνειο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας προς τον πωλητή. Για το λόγο αυτό καταρτίσθηκε το με ημερομηνία 17.1.2011 ιδιωτικό έγγραφο με τίτλο "σύμβαση δανείου", σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει ως άτοκο δάνειο για μία δεκαετία από την 1.1.2011 έως τις 31.12.2020 το ποσό των 12.000 ευρώ κάθε μήνα για όλο το έτος 2011 και το ποσό των 10.000 ευρώ κάθε μήνα για τα επόμενα μετά το 2011 έτη έως το έτος 2020, για το μεν έτος 2011 με κατάθεση ποσού 8.000 ευρώ μηνιαίως και για τα επόμενα 9 έτη με κατάθεση ποσού 6.000 ευρώ μηνιαίως στον υπ' αριθμό ...
λογαριασμό της Τράπεζας Eurobank που είναι ο ίδιος που αναφέρεται στο προγενέστερο αντέγγραφο της 2.12.2010 με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει το ίδιο ποσό ως μέρος του τιμήματος, και επίσης, για όλα τα έτη από την 1.1.2011 και έπειτα με μηνιαία κατάθεση ποσού 4.000 ευρώ στον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας για την εξόφληση ενός στεγαστικού δανείου του ενάγοντος που είναι ο ίδιος που αναφέρεται στο προγενέστερο αντέγγραφο της 2.12.2010 κατά το οποίο ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει το ίδιο ποσό ως μέρος του τιμήματος.
Με το τρόπο αυτό, το τίμημα της μεταβίβασης των μετοχών καθορίστηκε κατά τη συμφωνία τους στο ποσό του 1.224.000 ευρώ που θα καταβαλλόταν τμηματικά με μηνιαίες δόσεις εντός των επόμενων δέκα ετών, αφού σ πρώτος εναγόμενος δεν διέθετε όλο το ποσό της εξαγοράς των μετοχών κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους σ' αυτόν.
Έτσι συμφώνησαν να εκταμιεύονται τα χρήματα με την παροχή εικονικού δανείου, στο οποίο εμφανιζόταν ο ενάγων ως πιστούχος και η εταιρεία, ως δανείστρια. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τη με ημερομηνία 25.11.2010 ιδιόχειρη επιστολή, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων, τη συνέταξε και την υπέγραψε πρόσωπο με το όνομα "Ν.", ήτοι σ πρώτος εναγόμενος, που δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητά της, ξεκινάει με την προσφώνηση "Θεία μου καλημέρα με το Γ.
συμφωνήσαμε τα εξής", καθότι απευθύνεται στη δικηγόρο Τ. χήρα Κ. Π., της οποίας προσκομίστηκε από τον ενάγοντα η με αριθμό 1905/2017 ένορκη βεβαίωσή της για την οποία υποβλήθηκε πρωτοδίκως η ένσταση εξαίρεσης και στο περιεχόμενο της (της ιδιόγραφης επιστολής) εκτίθενται τα ακόλουθα: "1. O Γ. μεταβιβάζει το 50% της ...
στο Ν. (το Ιδιωτ. συμφωνητικό των μετοχών το ετοιμάζει ο Οικονομικός διευθυντής μας).
2. O Ν. θα καλύπτει κάθε μήνα τη δόση του δανείου για το σπίτι του Γ. στην ….. (είναι περίπου 4.000 ευρώ). 3. Για τα επόμενα 10 χρόνια (2011 - 2021) θα δίνει ο Ν. στον Γ. 6.000 ευρώ μηνιαίως εκτός από το 2011 τον πρώτο δηλαδή χρόνο που θα του δίνει 8.000 ευρώ μηνιαίως. 4. Επίσης ο Ν. αναλαμβάνοντας την εταιρεία θα καλύψει και για λογαριασμό του Γ. το παθητικό της εταιρείας χρέος των 950.000 ευρώ.
5. O Γ. έχει μία οφειλή προς την εταιρεία 318.927 ευρώ την οποία στα επόμενα χρόνια θα εξοφλήσει (το χρέος αυτό ήταν για το σπίτι του στην Κερατέα)". Επίσης παρατίθεται μία ακόμη παράγραφος με τίτλο "Παρατήρηση Εννοείται ότι αυτά ισχύουν όσο είμαστε εν ζωή ο Γ. και εγώ, και αφορούν μόνο τον Γ. και εμένα και δεν μεταβιβάζονται στους συγγενείς μας".
Ήδη από την ανωτέρω επιστολή, αποδεικνύεται ότι ως προς το περιεχόμενο της ένστασης εξαίρεσης της μάρτυρος αυτής, σαφώς ενεργούσε ως πληρεξούσια δικηγόρος τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγομένου, καθώς στο πλαίσιο της δραστηριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας φρόντιζε κατ' εντολή τους να τους παρέχει νομικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες και να επιλύει τα τυχόν ανακύψαντα νομικά και πραγματικά ζητήματα που αφορούσαν ή παρεμπόδιζαν τη λειτουργία της είτε η ίδια είτε με τη χρήση υπηρεσιών από δικηγόρους που συστεγάζονταν με αυτήν.
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση η ίδια οργάνωσε και συνέταξε τα ιδιωτικό συμφωνητικά που τώρα φέρονται και προσβάλλονται ως εικονικά, ενεργώντας ως πληρεξούσια αμφοτέρων των διαδίκων, καθότι παρείχε τις υπηρεσίες της και τη βοήθεια της στη σύνταξη τους, όπως επίσης αποδεικνύεται και από σωρεία άλλων σχετικών με την ένσταση εξαίρεσης εγγράφων κατά τα οποία ενεργούσε για λογαριασμό αμφοτέρων των διαδίκων αλλά όπου χρειαζόταν και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας, και επομένως η ένσταση εξαίρεσης της που προβλήθηκε πριν ορκιστεί και καταχωρήθηκε (άρθρο 403 παρ. 2 ΚΠολΔ) και στη συνταχθείσα υπ' αριθμόν 1905/2017 ένορκη βεβαίωσή της, που λήφθηκε κατόπιν της προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις 2519/7.3.2017 και 2520/7.3.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε.
Α., πρέπει να γίνει δεκτή και η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση δεν πρέπει να ληφθεί υπ' όψη κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 424 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, όμως, από τη συνεκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω έγγραφων συμβάσεων, που υπέγραψαν οι διάδικοι, της ανωτέρω επιστολής αλλά και το σύνολο όλων των λοιπών αποδείξεων σαφώς αποδείχθηκε, ότι η σύμβαση της πώλησης ήταν εικονική ως προς το ύψος το τιμήματος, με σκοπό τη μείωση στο ελάχιστο του ποσού του καταβλητέου φόρου μεταβίβασης που θα βάρυνε τον εναγόμενο.
Επίσης, η σύμβαση δανείου ήταν εικονική τόσο ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου, αφού φαινομενικώς μόνο συμβλήθηκε η εταιρεία και δεύτερη εναγομένη με τον ενάγοντα, ενώ πραγματικός αντισυμβαλλόμενος ήταν μόνο ο πρώτος εναγόμενος, όσο και ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης, αφού βεβαίως η βούληση των συμβαλλομένων δεν ήταν η συνομολόγηση δανείου, αλλά αφενός ο προσδιορισμός κατά τον τρόπο αυτόν του ύψους του συμφωνημένου τιμήματος για την πώληση των μετοχών προς τον πρώτο εναγόμενο και αφετέρου η συμφωνία για την παροχή πίστωσης του τιμήματος, καθώς έτσι, παρεχόταν η δυνατότητα διευκόλυνσης στον πρώτο εναγόμενο για την καταβολή του.
Η εικονικότητα αυτή μόνο τον πρώτο εναγόμενο εξυπηρετούσε, αφού το τίμημα της αγοράς των μετοχών, εμφανιζόταν ως "δάνειο" της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και κατά συνέπεια οι δόσεις θα μπορούσαν να πληρώνονται από τα διαθέσιμα της εταιρείας αυτής (δεύτερης εναγομένης) που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να χρηματοδοτεί την αγορά των δικών της μετοχών, καθότι αυτό απαγορεύεται κατά το άρθρο 15β παρ.
ν. 2190/1920. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος κάποιο διάστημα πλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τον ενάγοντα, αργότερα όμως περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη, καθότι σταμάτησε τις χρηματικές καταβολές των συμφωνημένων δόσεων. Ο ενάγων κάλεσε αυτόν εγγράφως, όπως αποδεικνύεται από τη με ημερομηνία 3.6.2016 εξώδικη όχλησή του που επιδόθηκε αυθημερόν, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε.
Μέχρι τις 18.11.2016 κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι παρακάτω μηνιαίες δόσεις που αφορούσαν τόσο στην καταβολή στον ίδιο των συμφωνημένων μηνιαίων δόσεων όσο και στη μηνιαία κατάθεση σε λογαριασμό στην εθνική τράπεζα για την εξυπηρέτηση δανείου που είχε λάβει ο ενάγων. Ειδικότερα, το ποσό που όφειλε ο εναγόμενος μέχρι την άνω ημερομηνία ανερχόταν στις 96.000 ευρώ (8.000 ευρώ X 12 μήνες) για το έτος 2011, στις 72.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 12 μήνες) για το 2012, στις 72.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 12 μήνες) για το 2013, στις 72.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 12 μήνες) για το 2014, στις 72.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 12 μήνες) για το 2015 και στις 60.000 ευρώ (6.000 ευρώ X 10 μήνες από Ιανουάριο έως και Οκτώβριο του 2016 και συνολικά στις 444.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως συνομολογεί και ο ενάγων, ότι ο πρώτος εναγόμενος του έχει καταβάλει το ποσό των 80.000 ευρώ για το έτος 2011, το ποσό των 31.000 ευρώ για το έτος 2012, το ποσό των 5.500 για το έτος 2013, το ποσό των 18.075 ευρώ για το έτος 2014, το ποσό των 10.300 ευρώ για το έτος 2015 και το ποσό των 1.500 ευρώ για το έτος 2016, και συνολικά το ποσό των 144.375 ευρώ, με αποτέλεσμα να υφίσταται ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή του εναγομένου συνολικού ποσού των 297.625 (444.000-144.375).
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι επιπλέον των ανωτέρω καταβολών, κατέβαλαν συνολικά και το ποσό των 26.700 ευρώ. Πλην, όμως, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι επικαλούμενες από τους εναγομένους καταβολές αποτελούν επιπλέον καταβολές αυτών που ανωτέρω αναφέρονται και ήδη o ενάγων συνομολογεί, απορριπτομένου του ανωτέρω ισχυρισμού τους, ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Ακολούθως η οφειλόμενη δόση κάθε μηνός έπρεπε να καταβάλλεται μέχρι την τελευταία ημερολογιακή ημέρα του αντίστοιχου μηνός που αποτελούσε κατά το 341 ΑΚ, δήλη ημέρα και συνεπώς η μη καταβολή της κατά την ημερομηνία αυτή συνεπαγόταν και τη γέννηση των τόκων υπερημερίας. Έτσι για το έτος 2011, για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 16.000 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 6.637,61 ευρώ, για το έτος 2012 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 41.000 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 13.509,07 ευρώ, για το έτος 2013 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 66.500 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 16.553,88 ευρώ, για το έτος 2014 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 53.925 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 9.461,12 ευρώ, για το έτος 2015 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 61.700 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 6.059,23 ευρώ και για το έτος 2016 έως τις 18.11.2016 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 58.500 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 1.752,56 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 53.973,47 ευρώ.
Επίσης, ως προελέχθη ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε το ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως που κατά τη συμφωνία τους αποτελούσε την κάλυψη της μηνιαίας δόσης του στεγαστικού δανείου του ενάγοντος και ειδικότερα, το ποσό που όφειλε ο πρώτος εναγόμενος μέχρι τις 18.11.2016 να καταβάλει ανερχόταν στις ευρώ (4.000 ευρώ X 12 μήνες) για το έτος 2011, στις 48.000 ευρώ για το έτος 2012, στις 48.000 ευρώ για το έτος 2013, στις 48.000 ευρώ για το έτος 2014, στις 48.000 ευρώ για το έτος 2015 και στις 40.000 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο έως και τον Οκτώβριο του 2016, ήτοι συνολικά ώφειλε να καταβάλει τω ποσό των 280.000 ευρώ.
Αντί δε αυτού έχει καταβάλει έως σήμερα το ποσό των 44.000 ευρώ για το έτος 2011, το ποσό των 35.800 ευρώ για το 2012, το ποσό των 7.500 ευρώ για το 2013, το ποσό των 14.680 ευρώ για το έτος 2014 και το ποσό των 6.000 ευρώ για το 2015, ήτοι συνολικά έχει καταβάλει το ποσό των 107.980 ευρώ, με αποτέλεσμα να του οφείλει ακόμη (280.000 - 107.980 =) το ποσό των 172.020 ευρώ.
Μάλιστα η οφειλόμενη δόση κάθε μηνός έπρεπε να καταβάλλεται μέχρι την τελευταία ημερολογιακή ημέρα του αντίστοιχου μηνός που αποτελούσε κατά το άρθρο 341 ΑΚ, δήλη ημέρα και συνεπώς η μη καταβολή της κατά την ημερομηνία αυτή συνεπαγόταν και τη γέννηση τόκων υπερημερίας. Έτσι για το έτος 2011, για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 4.000 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 1.849,43 ευρώ, για το έτος 2012 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 12.200 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 3.860,93 ευρώ, για το έτος 2013 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 40.500 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 10.175,28 ευρώ, για το έτος 2014 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 33.320 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 5.784,82 ευρώ, για το έτος 2015 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 42.000 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 3.930,76 ευρώ και για το έτος 2016 έως τις 18.11.2016 για το οποίο δεν καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 40.000 ευρώ, το ποσό των τόκων υπερημερίας ανήλθε για τις καθυστερούμενες μηνιαίες δόσεις στο ποσό των 1.226,08 ευρώ, ήτοι συνολικά οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας ανήλθαν στο ποσό των 26.827,30 ευρώ.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση πώλησης των μετοχών ήταν εικονική ως προς το ύψος του τιμήματος, η σύμβαση δανείου ήταν εικονική και ως προς τον αντισυμβαλλόμενο που δεν ήταν η δεύτερη αλλά ο πρώτος εναγόμενος που ανέλαβε έγκυρα με την υποκρυπτόμενη προσδιοριστική του τιμήματος της πώλησης των μετοχών σύμβαση να καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που προσβάλλουν τις διατάξεις της εκκαλούμενης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, συμφωνήθηκε, με την αποχώρηση του ενάγοντος από την εταιρεία, η πώληση των μετοχών του τελευταίου (ενάγοντος) προς τον πρώτο εναγόμενο αντί του τιμήματος των 1.224.000 ευρώ και η τμηματική καταβολή του ποσού αυτού κατά τον οριζόμενο στο από 2.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό- αντέγγραφο (εννοεί τρόπο), όπως αυτό προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του ανωτέρω αντεγγράφου, όσο και από την από την από 25.11.2010 ιδιόχειρη επιστολή του πρώτου εναγομένου που η γνησιότητά της δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, επίσης, συνδυαστικά, και από την μεταγενέστερα καταρτισθείσα από 17.1.2011 σύμβαση δανείου, στην οποία, σε εκτέλεση όρου του αμέσως ανωτέρω αντεγγράφου, σύμφωνα με τον οποίο θα εμφανιζόταν το καταβαλλόμενο τίμημα για την αγορά των μετοχών ως άτοκο δάνειο της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, φέρεται η τελευταία να δανείζει στον ενάγοντα το ίδιο ακριβώς με το τίμημα για τις μετοχές ποσό και μάλιστα με τον ίδιο τμηματικά καταβαλλόμενο τρόπο, που ήδη συμφωνήθηκε και με το αντέγγραφο.
Όσον δε αφορά την ανωτέρω από 25.11.2010 ιδιόχειρη επιστολή του πρώτου εναγομένου, νομίμως λήφθηκε υπόψη από την εκκαλουμένη, καθόσον πρόκειται για έγγραφο που ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος συνέταξε και τη γνησιότητα αυτής δεν αμφισβητεί, επιπλέον δε η αποστολή αυτής προς την πληρεξούσια δικηγόρο που διαχειρίζονταν τις υποθέσεις των διαδίκων και της οποίας η ένορκη βεβαίωση κρίθηκε εξαιρετέα, δεν καθιστά και τη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού ως παράνομη, όπως διατείνονται οι εκκαλούντες- εναγόμενοι, αφού κατά τα άρθρα 444, 445 ΚΠολΔ νομίμως λαμβάνεται υπόψη και αποτελεί πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης, ότι η δήλωση που περιέχει προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου αυτού.
Ως εκ τούτου τόσο η από 2.12.2010 σύμβαση πώλησης των μετοχών ήταν εικονική ως προς το ύψος του τιμήματος, και η από 17.1.2011 σύμβαση δανείου ήταν εικονική και ως προς τον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος δεν ήταν η δεύτερη εναγομένη αλλά ο πρώτος εναγόμενος, που ανέλαβε έγκυρα με την υποκρυπτόμενη προσδιοριστική του τιμήματος της πώλησης των μετοχών σύμβαση να καταβάλει το συμφωνημένο ποσό.
Οι ισχυρισμοί λοιπόν των εκκαλούντων - εναγομένων περί αντιφατικότητας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της εκκαλουμένης τόσο ως προς το αντέγγραφο όσο και ως προς τη σύμβαση δανείου, καθώς και περί της παραμόρφωσης του περιεχομένου του αντεγγράφου, πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου ότι με σαφήνεια προκύπτει η εικονικότητα της σύμβασης πώλησης μετοχών ως προς το αναφερόμενο στη σύμβαση αυτή ποσό των 117.200 ευρώ και η πραγματική βούληση των μερών, που αποτυπώνεται στο με ίδια ημερομηνία αντέγγραφο και που ήταν η πώληση των μετοχών αυτών αντί του ποσού των 1.224.000 ευρώ, ποσό που σε κάθε περίπτωση υπήρξε αποτέλεσμα της μεταξύ των μερών συμφωνίας και δεν ασκεί επιρροή ο μεταγενέστερα προβαλλόμενος ισχυρισμός των εκκαλούντων- εναγομένων κατά τον οποίο η πραγματική αξία των μετοχών ανερχόταν στο ποσό που ήδη αναφέρεται στην σύμβαση πώλησης, δηλαδή στο ποσό των 117.200 ευρώ, ποσό που σε κάθε περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σύμφωνα και με την ανοδική πορεία της εταιρείας κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης των μετοχών, όπως αυτή ειδικά αναφέρεται ανωτέρω.
Στο ανωτέρω αντέγγραφο, που υπογράφηκε αυθημερόν με τη σύμβαση πώλησης μετοχών, αναφέρεται η καταβολή του ποσού της πώλησης των μετοχών ως εξ ελευθεριότητας προσφορά του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, χάριν της μεταξύ τους επί τόσα έτη άψογης συνεργασίας, πλην όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, όπως ήδη ανωτέρω αποδείχθηκε και γίνεται μόνο για να καλύψει αφενός την πραγματική και συμφωνημένη αξία πώλησης των μετοχών και αφετέρου να ρυθμιστεί ο τρόπος καταβολής του ποσού αυτού, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εκκαλούντων- εναγομένων ότι αφενός δεν είναι εικονική η σύμβαση πώλησης μετοχών, ως προς το ύψους του συμφωνημένου τιμήματος των μετοχών και επικουρικά ότι με το αντέγγραφο υποκρύπτεται σύμβαση δωρεάς του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα, η οποία μάλιστα είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του συστατικού τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Κατά τα λοιπά, δεν απαιτείται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ ως προς το αντέγγραφο όπως διατείνονται οι εκκαλούντες- εναγόμενοι, δεδομένου ότι με σαφήνεια προκύπτει χωρίς να υφίσταται κενό, η δικαιοπρακτική βούληση των μερών περί της αξίας των μετοχών που πώλησε ο ενάγοντας στον πρώτο εναγόμενο, ο τρόπος καταβολής του τιμήματος αυτών, με τους συναφείς όρους που αποτυπώνονται στο εν λόγω αντέγγραφο (όπως η διακοπή της καταβολής των δόσεων κατά την περίπτωση θανάτου του ενάγοντος, με την ειδικότερη εξαίρεση να μπορεί η νυν σύζυγος του τελευταίου να διεκδικήσει την καταβολή των δόσεων, εφόσον εξακολουθεί αυτή να είναι σύζυγός του), καθώς επίσης και η πρόθεση τους για κατάρτιση εικονικής σύμβασης δανείου, με την οποία να φέρεται η δεύτερη εναγομένη εταιρεία να δανείζει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό και αυτό προς διευκόλυνση του πρώτου εναγομένου.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της έφεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) πρέπει, κατά τα ανωτέρω, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους αυτής λόγους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω εικονικότητας της από 17-1-2011 σύμβασης δανείου με τη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία και του από 2-12-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού ως προς το ύψος του τιμήματος πώλησης των μετοχών και υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 469.645 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 80.800,77 ευρώ άτοκα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο Α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 361, 513, 531, 341 ΑΚ, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ενόψει του ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του πρώτου αναιρεσείοντος καταρτίστηκε σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος πώλησε στον πρώτο αναιρεσείοντα τις μετοχές του αντί τιμήματος 1.224.000 ευρώ και β) ήσαν εικονικές, αφενός μεν η καταρτισθείσα μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων από 2-12-2010 σύμβαση πώλησης των μετοχών ως προς το ύψος του τιμήματος, αφετέρου δε η συναφθείσα από 17.1.2011 σύμβαση δανείου μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της δεύτερης αναιρεσείουσας, τόσο ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου όσο και ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης, και Β) δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 380, 383 ΑΚ που διέπουν τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ρυθμίζουν τα δικαιώματα του αντισυμβαλλόμενου στην περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής και υπερημερίας εκπλήρωσης του ενός συμβαλλόμενου, ούτε εκείνη των άρθρου 343 ΑΚ (που ρυθμίζει τις συνέπειες επί υπερημερίας και δη το δικαίωμα μερικής αποζημίωσης σε περίπτωση καθυστέρησης), ούτε τέλος τις διατάξεις των άρθρων 478 (περί συμβάσεως ελευθερώσεως), 317 ΑΚ (περί εκπλήρωσης παροχής από τρίτον) και 288 ΑΚ (περί εκπλήρωσης της παροχής κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη), οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, στην προκείμενη περίπτωση, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων αυτών, ενόψει του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόκειται για την πρωτογενή αξίωση του αναιρεσίβλητου προς εκπλήρωση της παροχής από τη σύμβαση πώλησης των μετοχών προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και δη για την καταβολή του ληξιπρόθεσμου μέρους του αληθούς τιμήματός τους ως προς το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων - αγοραστής κατέστη υπερήμερος.
Η εξόφληση δε από τον πρώτο αναιρεσείοντα μέρους του τιμήματος αγοράς των μετοχών με καταβολή των αντιστοίχων ποσών στο λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στην εθνική τράπεζα, απ' όπου εκταμιευόταν το δάνειο που αυτός είχε λάβει από την τελευταία, δεν συνιστά κατά τις ανωτέρω παραδοχές σύμβαση ελευθερώσεως (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 1230/2010) ούτε εκπλήρωση παροχής από τρίτο, αλλά καταβολή του εν λόγω τιμήματος από τον αγοραστή στον αντισυμβαλλόμενό του πωλητή με τον ειδικότερα συμφωνημένο τρόπο.
Συνεπώς ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 343, 478, 380, 383 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε αυτές, ενόψει των προδιαληφθεισών παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αφενός μεν της εικονικότητας του από 2.12.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως των μετοχών του αναιρεσιβλήτου προς τον πρώτο αναιρεσείοντα ως προς το ύψος του τιμήματος αυτών, καθώς και του από 17.1.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού ατόκου "δανείου" ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου του αναιρεσιβλήτου αλλά και ως προς το περιεχόμενό της, αφετέρου δε της υπερημερίας του αληθούς αντισυμβαλλόμενου πρώτου αναιρεσίβλητου στην καταβολή του υπολοίπου ληξιπροθέσμου και απαιτητού αληθούς τιμήματος πώλησης των επίμαχων μετοχών μετά των αναλογούντων τόκων, οι οποίες (παραδοχές) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων των εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα ότι:
α) η αξία των μετοχών του αναιρεσίβλητου εκτιμήθηκε από τα μέρη στο συνολικό ποσό των 1.224.000 ευρώ, και το τίμημα συμφωνήθηκε να εξοφλήσει ο πρώτος αναιρεσείων τμηματικά με μηνιαίες καταβολές 8.000 ευρώ για το 2011 και 6.000 ευρώ για τα υπόλοιπα έτη, καθώς και με καταθέσεις 4.000 ευρώ κατά μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στην Εθνική τράπεζα απ' όπου είχε λάβει στεγαστικό δάνειο, β) ότι το καταρτισθέν από 2.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών με το οποίο αναιρεσίβλητος φέρεται να πωλεί και μεταβιβάζει στον πρώτο αναιρεσείοντα τις 40.000 μετοχές του της δεύτερης αναιρεσείουσας αντί του εμφανούς φορολογικά τιμήματος των 117.200 ευρώ ήταν εικονικό ως προς το ύψος του τιμήματος, γ) ότι οι ίδιοι ως άνω συμβαλλόμενοι υπέγραψαν και το από 2.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο, σύμφωνα με το οποίο το τίμημα για την αγορά των μετοχών ορίστηκε στο συνολικό ύψος των 1.224.000 ευρώ, με τις μηνιαίες δόσεις καταβολής του να ρυθμίζονται σε δύο τμήματα, όπως πράγματι είχε συμφωνηθεί, δ) ότι η αναφορά στο αντέγγραφο της καταβολής του ποσού της πώλησης των μετοχών ως "εξ ελευθεριότητας προσφοράς" του πρώτου αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ούτε υποκρύπτει δωρεά του πρώτου προς τον δεύτερο, στ) ότι σε εκτέλεση σχετικού όρου του αντεγγράφου, καταρτίσθηκε το από 17-1-2011 ιδιωτικό έγγραφο, με το οποίο φέρεται η δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία να δανείζει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.224.000 ευρώ, καταβαλλόμενο τμηματικά κατά τον οριζόμενο στο αντέγγραφο τρόπο, ε) ότι η ως άνω σύμβαση του δανείου ήταν εικονική τόσο ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου, αφού φαινομενικώς μόνο συμβλήθηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο, ενώ πραγματικός αντισυμβαλλόμενος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων, όσο και ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης, αφού αυτό που θέλησαν πράγματι οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι και ο πρώτος αναιρεσείων με τη συγκεκριμένη σύμβαση, δεν ήταν η χορήγηση δανείου από την δεύτερη αναιρεσείουσα προς τον αναιρεσίβλητο, αλλά αφενός ο προσδιορισμός του ύψους του συμφωνημένου τιμήματος για την πώληση των μετοχών και αφετέρου η συμφωνία τους για την πίστωση του τιμήματος στον αναιρεσείοντα αγοραστή, στ) ότι ο πρώτος αναιρεσείων περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη γιατί σταμάτησε τις χρηματικές καταβολές των συμφωνημένων δόσεων, και ζ) ότι μέχρι την 18-11-2016 υφίστανται ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις τόσο προς τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) όσο και προς τον τραπεζικό λογαριασμό του συνολικού ποσού 297.625 ευρώ και 172.020 ευρώ αντιστοίχως καθώς και τόκοι υπερημερίας που γεννήθηκαν από τη μη καταβολή των συμφωνημένων δόσεων ποσού 53.973,47 ευρώ καθώς και από τη μη κατάθεση των αντιστοίχων δόσεων στον άνω λογαριασμό ποσού 26.827,30 ευρώ.
Η προβαλλόμενη αιτίαση, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί εικονικότητας της σύμβασης δανείου ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου του αναιρεσίβλητου και ότι ο αληθινός συμβαλλόμενος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων, δεν είναι αντιφατική με την έτερη παραδοχή ότι με τον τρόπο αυτό ο πρώτος αναιρεσείων εξασφάλισε την παροχή πίστωσης από την εταιρεία για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωση, καθόσον οι συγκεκριμένες παραδοχές δεν συγκρούονται ούτε αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους ώστε να αποδυναμώνεται η κρίση της απόφασης για τη μη υπαγωγή της εν λόγω ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι διέλαβε τις προμνησθείσες αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμοι, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ως στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά και απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της πιο πάνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, ως προς τις προβαλλόμενες πλημμέλειες όσον αφορά την παραδοχή της απόφασης ότι "οφελούνταν μόνον ο πρώτος αναιρεσείων, αφού το τίμημα αγοράς των μετοχών εμφανιζόταν ως δάνειο της εταιρείας προς τον αναιρεσίβλητο και οι δόσεις μπορούσαν να πληρώνονται από τα διαθέσιμά της, η οποία (εταιρεία) δεν μπορούσε να χρηματοδοτεί την αγορά των δικών της μετοχών καθότι αυτό απαγορεύεται", είναι απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω παραδοχές στη διατύπωση του συλλογισμού του Εφετείου παρατίθενται όχι για το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών γεγονότων, που αποτελούν την ελάσσονα πρότασή του, βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί εικονικότητας των δηλώσεων των διαδίκων στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, αλλά ως επιχείρημα ενισχυτικό του εν λόγω πορίσματός του.
Επιπροσθέτως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην αυτήν ως άνω πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 288 και 478 ΑΚ, και ειδικότερα ότι στερείται επαρκών αιτιολογιών που να δικαιολογούν την κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος νόμιμα απαίτησε την εκπλήρωση της παροχής προς τον ίδιο και όχι προς την τράπεζα, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση της εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν ούτε και ήσαν εφαρμοστέες και συνεπώς η επικαλούμενη έλλειψη αποδίδεται με βάση μη εφαρμοσθείσες διατάξεις και όχι με βάση αυτές που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας, πέραν του ότι ακόμη κι' αν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 478 ΑΚ ο δέκτης της υπόσχεσης δεν κωλύεται κατ' αρχήν να απαιτήσει κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή (ΑΠ 288/2021, ΑΠ1421/2007).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άνω άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 1459/2011, ΑΠ 632/2009, ΑΠ1426/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, α) παρότι δέχθηκε ανέλεγκτα, όσον αφορά το από 2-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι με σαφήνεια προκύπτει η εικονικότητα της σύμβασης πώλησης μετοχών ως προς το αναγραφόμενο εκεί τίμημα, παρ' όλα αυτά αναζήτησε την πραγματική βούληση των μερών στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων και ειδικότερα στο με ίδια ημερομηνία αντέγγραφο, και β) όσον αφορά το εν λόγω αντέγγραφο, αφενός μεν διότι δεν προσέφυγε στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, παρότι διαπίστωσε εμμέσως κενό και ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των αντισυμβαλλομένων, αφετέρου δε, ως προς τον ειδικότερο όρο του αντεγγράφου περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών στην περίπτωση θανάτου τους, προσέφυγε στους συγκεκριμένους κανόνες, προέβη σε κακή εφαρμογή τους, αφού το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Από την εκτίμηση, όμως, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων στο από 2-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών και στο με ίδια ημερομηνία αντέγγραφο, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης, η δε κρίση του δικαστηρίου περί εικονικότητας των εν λόγω συμβάσεων αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, ούτε και διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις εν λόγω δηλώσεις και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ο αυτός ως άνω πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, πέραν του ότι είναι και αβάσιμος, εφόσον σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις επίμαχες ως άνω δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβαλλομένων και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στην εφαρμογή των πιο πάνω ερμηνευτικών κανόνων αλλά ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ. 2 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ8/1987, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 346/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11αΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο και ειδικότερα την από 25.11.2010 επιστολή του πρώτου αναιρεσείοντος προς την πρώην κοινή πληρεξουσία δικηγόρο των διαδίκων Τασία Βασιλακοπούλου - Πουλή με την αιτίαση ότι παραδόθηκε στον αναιρεσίβλητο από την ίδια κατά παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου (άρ.371 ΠΚ), του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής, των προσωπικών δεδομένων, του απορρήτου των επιστολών και της αρχής της αναλογικότητας (άρθ. 9 παρ. 1 2, 9Α, 19 παρ.
Ι 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος ), καθόσον η με αρ. 1905/2017 ένορκη βεβαίωσή της δεν λήφθηκε υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας ως εξαιρετέας μάρτυρος κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των αναιρεσειόντων. Ωστόσο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα περί της εικονικότητας του από 2.12.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών και της από 17-1-2011 σύμβασης "δανείου" στην άνω επιστολή, αλλά την συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, όπως τούτο προκύπτει ειδικότερα από τις παραδοχές ότι τα περί εικονικότητας των επίμαχων δηλώσεων "...επιβεβαιώνονται και από τη με ημερομηνία 25.11.2010 ιδιόχειρη επιστολή..." και "όπως αυτό προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του ανωτέρω αντεγγράφου, όσο και από την από την από 25.11.2010 ιδιόχειρη επιστολή του πρώτου εναγομένου που η γνησιότητά της δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο".
Πέραν αυτού, όμως, η επίμαχη ως άνω επιστολή δεν εκπορεύεται από την εν λόγω εξαιρετέα μάρτυρα, αλλά από τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν αμφισβητεί τη γνησιότητά της και, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η συγκεκριμένη ήταν δικηγόρος αμφοτέρων των διαδίκων και της εταιρείας τους, παρέχοντας τις νομικές και συμβουλευτικές της υπηρεσίες, η ίδια δε οργάνωσε και συνέταξε τα ιδιωτικά συμφωνητικά που προσβλήθηκαν ως εικονικά και στο πλαίσιο αυτής της υπηρεσίας προς τους νυν διαδίκους εστάλη από τον πρώτο αναιρεσείοντα η επίμαχη επιστολή με την οποία της γνωστοποιούσε την κατάληξη της μεταξύ του ιδίου και του αναιρεσίβλητου συμφωνίας, κατόπιν των μεταξύ τους συζητήσεων και διαπραγματεύσεων ώστε να λήξει η κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα με την αποχώρηση του τελευταίου.
Εν όψει των ανωτέρω, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του δικηγορικού απορρήτου, ούτε παραβίασης της ιδιωτικής ζωής, των προσωπικών δεδομένων, του απορρήτου των επιστολών και της αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ1/2017) και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου.
Συνεπώς και ο πρόσθετος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2019 αίτηση και τους από 1-2-2021 πρόσθετους λόγους των: 1. Ν. Μ., 2. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αρ. 3952/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ