Legislator Case Law & Legislation
831/2020 AI generated

831/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 831/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4305/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5550/2017 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

831/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.

Keywords

AI generated
fuel tax petrol station agreement pricing policy non-implementation of the offending agreements issue price bait pricing
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 831 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 831/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χρηστάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4305/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5550/2017 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/10/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 10-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 5550/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4305/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 21-1-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης είχε δεχθεί εν μέρει αυτήν ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 121.570,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.

α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ- αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές έλλειψης της νομιμότητάς της.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).

Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995 "περί προμηθειών του δημόσιου τομέα", που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (2009), οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών, που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως και η διαδικασία τους ρυθμιζόταν από το π.δ. 118/2007 "περί Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου".

Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", που ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο).

Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β'447/1992) 150.000 δραχμών (ή 440,20 €), ήδη δε κατά την υπ' αριθ. 2/59649/0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β Ί427/2001), που ισχύει από 1-1-2002, 2.500 ευρώ ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 επ. του ΑΚ, για τον αδικαιολόγητο πλουτισμός να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 909/2018, 1358/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1372/2012).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 326/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, από το έτος 2000, δραστηριοποιείται στο χώρο της αγοράς διαφημιστικού χώρου και χρόνου στα τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και έντυπα, μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Στο πλαίσιο αυτής της εμπορικής της δραστηριότητας, την 31-12-2009, φέρουσα τότε την προηγούμενη επωνυμία της "... Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία", συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "... Α.Ε." και κατέστη καθολική της διάδοχος, φέρουσα πλέον η ενάγουσα, εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία την επωνυμία "...

Α.Ε.". Εντός του Ιουνίου του έτους 2009, ανατέθηκε στην απορροφηθείσα, ως άνω, διαφημιστική εταιρεία, προφορικά, από το Υπουργείο Ανάπτυξης, η αγορά διαφημιστικού χώρου σε τρεις μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, προκειμένου να δημοσιευθεί καταχώρηση του ως άνω Υπουργείου, σχετική με την τιμή της βενζίνης.

Ακολούθως, η εφεσίβλητη αγόρασε ολοσέλιδο διαφημιστικό χώρο, και την 12-7-2009, προέβη στις 3 διαφημιστικές αυτές καταχωρήσεις, στις πανελλαδικής μεγάλης κυκλοφορίας αθηναϊκές εφημερίδες, "...", οι οποίες και χρέωσαν την εφεσίβλητη, αντίστοιχα με τα ποσά, μετά του Φ.ΠΑ• των: 32.082,40 €, 43.792 €, καν 45.696 €, της αξίας των εν λόγω διαφημιστικών καταχωρήσεων συνολικού ποσού (32.082,40 + 43.792 + 45.696 =) 121.570,40 €, αναγράφοντας στα σχετικά πιστωτικά τους τιμολόγια, ως διαφημιζόμενο, το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Περαιτέρω, η εφεσίβλητη προέβη στην έκδοση των υπ' αριθ. ..., από 31-7-2009, (3) ισόποσων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών της, προς το ήδη εκκαλούν, εναγόμενο, συνολικού, μετά του Φ.Π.Α., ως άνω, ποσού 121.570,40 €, τα οποία και απέστειλε, μαζί με τις διαφημιστικές καταχωρίσεις, προς εξόφληση στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν (εναγόμενο) αποδέχθηκε τις προαναφερόμενες προσφερθείσες σε αυτό υπηρεσίες της εφεσίβλητης, των οποίων έκαμε χρήση, οπότε κατ' αυτό τον τρόπο, άντλησε την ωφέλειά τους, εξοικονομώντας τη δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε, προκειμένου να απευθυνθεί υπό τις ίδιες συνθήκες, σε άλλη διαφημιστική εταιρεία, με έγκυρη σύμβαση.

Η δαπάνη, που εξοικονομήθηκε από το εκκαλούν, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 121.570,40 €, του ισόποσου της συνολικής αξίας των υπηρεσιών-διαφημιστικών καταχωρίσεων, οι οποίες παρασχέθηκαν από την εφεσίβλητη στο εκκαλούν και κατά το ποσό αυτό το εκκαλούν κατέστη αδικαιολογήτως, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι οι ως άνω συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών της εφεσίβλητης προς το εκκαλούν ήταν άκυρες.

Έτσι, το εκκαλούν υποχρεούται να αποδώσει στην εφεσίβλητη, ως ωφέλεια, το συνολικό ποσό των 121.570,40 ευρώ, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, με το νόμιμο τόκο...

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια επί της ουσίας της υποθέσεως, κατά τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο δεύτερος λόγος εφέσεως δια του οποίου το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση, στο σύνολο της να απορριφθεί". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Τούτο δε διότι οι παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα η ύπαρξη πλουτισμού (ωφέλειας) του υποχρέου εναγομένου- αναρεσείοντος, η επέλευση αυτού (πλουτισμού) σε βάρος της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού και συγκεκριμένα η έλλειψη νόμιμης αιτίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού του υποχρέου και επιβάρυνσης της δικαιούχου.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ γίνεται δεκτό ότι συντρέχει, εκτός των άλλων, και η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας του αναφερόμενου πλουτισμού του αναιρεσείοντος συνεπεία της ακυρότητας της αναφερόμενης σύμβασης λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου έγγραφου τύπου.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής στην προκείμενη περίπτωση της προϋπόθεσης της έλλειψης νόμιμης αιτίας του πλουτισμού λόγω της γνώσης, άλλως της αμέλειας της αναιρεσίβλητης ως προς τη γνώση για την απαίτηση τήρησης έγγραφου τύπου στην ένδικη δημόσια σύμβαση δεν ασκούν έννομη επιρροή για το χαρακτηρισμό ως αδικαιολόγητου ή μη του ένδικου πλουτισμού.

Τούτο δε διότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός (πλουτισμός) καλύπτεται από τη δικαιοπρακτική βούληση της ζημιωθείσας αναιρεσίβλητης, η οποία συντρέχει μόνο όταν αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση λόγω της κατά τα ως άνω ακυρότητας της σύμβασης.

Επιπλέον, όσον αφορά την αναφερόμενη από το ίδιο (αναιρεσείον) διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3886/2010 (ΦΕΚ 173Α/30-9-2010) "Δημόσιες Συμβάσεις" περί μη γέννησης έναντι της Διοίκησης αξίωσης του αναδόχου, ο οποίος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ακυρότητα της σύμβασης, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη, η οποία όπως και ο σχετικός νόμος καταργήθηκε με την περ. 27 παρ. 1 του άρθρου 377 του ν. 4412/2016, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη σύμβαση που καταρτίστηκε και εκτελέστηκε τον Ιούνιο και Αύγουστο του 2009.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και μάλιστα στην έκθεση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 2/2Θ19, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 224/2018). Στην προκειμένη περίπτωση έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά το αναιρεσείον με τον ίδιο λόγο προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα δέχθηκε τη βασιμότητα της ένδικης απαίτησης της αναιρεσείουσας με μόνη την προσκόμιση εκ μέρους της των αναφερομένων τιμολογίων, που απέστειλε προς εξόφληση στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ενώ θα έπρεπε να έχουν προσκομιστεί και άλλα έγγραφα, που να αποδεικνύουν την ανεπιφύλακτη παραλαβή από το νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου ή από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα για την παραλαβή των ειδών αυτών.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης καθόσον αφορά τις ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 5550/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ