Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to specify contradictory reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a travel agency against a first-instance judgment regarding an employee's salary and working hours. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts and relied on contradictory reasoning in its decision. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal petition failed to clearly identify the specific contradictory passages or fully state the necessary factual assumptions required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 566, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely state the legal error alleged; vague allegations regarding contradictory reasoning without specifying the exact passages or necessary assumptions are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 831/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ό.-Ν. Λ. του Θ.-Ο. Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Συγγενιώτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και την από 27-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2010 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο, 384/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5159/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των εργαζομένων στα γραφεία ταξιδιών και τουρισμού όλης της χώρας" (Πράξη κατάθεσης Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 99/1-8-2006): "Η προϋπηρεσία των νεοπροσλαμβανομένων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωσή τους, που κατατίθεται στον εργοδότη κατά την πρόσληψή τους, οπότε και αρχίζει η υποχρέωση καταβολής του βάσει προϋπηρεσίας βασικού μισθού, έχουν δε υποχρέωση μέσα σε τρίμηνη προθεσμία από την πρόσληψη να υποβάλουν τα σχετικά πιστοποιητικά.
Αν με τα πιστοποιητικά αυτά αποδεικνύεται προϋπηρεσία μεγαλύτερη από αυτή που δηλώθηκε αρχικώς ή υποβληθούν πιστοποιητικά χωρίς προηγούμενη υπεύθυνη δήλωση, το δικαίωμα για τη λήψη υψηλότερου μισθού με βάση την προϋπηρεσία αυτή γεννάται από την ημερομηνία που κατατίθενται τα πιστοποιητικά αυτά". Ο προβλεπόμενος αυτός τρόπος απόδειξης της προϋπηρεσίας αποσκοπεί στην καθιέρωση ασφαλούς τρόπου της γνώσης αυτής από τον εργοδότη, πλην όμως δεν αποκλείει την απόδειξή της με άλλον ασφαλή τρόπο (βλ.
σχετ. Α.Π. 282/2007, 1945/2006, 1168/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "...Η διάδικος υπάλληλος [ήδη αναιρεσίβλητη] προσελήφθη υπό της διαδίκου εργοδότιδος [ήδη αναιρεσείουσας], η οποία είναι τουριστική επιχείρηση, στις 19-11-2007 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί για λογαριασμό της τελευταίας με την ιδιότητα της υπευθύνου κρατήσεων στο ισπανόφωνο τμήμα αυτής.
Κατά το διάστημα αυτό η διάδικος εργοδότις σκόπευε να καταστήσει ενεργό την επιχειρηματική της δραστηριότητα στις χώρες της Ιβηρικής Χερσονήσου και της Λατινικής Αμερικής. Σύμφωνα με τα ανατεθέντα σε αυτήν καθήκοντα η διάδικος υπάλληλος ήταν υπεύθυνη για τη λειτουργία του ισπανόφωνου τμήματος, πραγματοποιούσε κρατήσεις με πράκτορες των συγκεκριμένων χωρών και συνόδευε τους αρμόδιους προϊσταμένους της ή άλλους συνεργάτες της εταιρείας στα ταξίδια που αυτοί πραγματοποιούσαν στο εξωτερικό προς το σκοπό αυτό.
Η διάδικος υπάλληλος ισχυρίζεται ότι κατά την πρόσληψή της διέθετε 18χρονη προϋπηρεσία σε τουριστικές επιχειρήσεις, την οποία γνωστοποίησε στην αντίδικο της κατά την ανωτέρω πρόσληψή της προφορικώς άνευ προσκομίσεως πιστοποιητικού αλλά και δια καταθέσεως βιογραφικού σημειώματος, στο οποίο έκανε μνεία της προϋπηρεσίας της.
Σύμφωνα με την... Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των εργαζομένων στα γραφεία ταξιδιών και τουρισμού όλης της χώρας" (Πράξη κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 99/1-8-2006) και κατά το άρθρο 2 αυτής: [παρατίθεται η διάταξη].
Ο προβλεπόμενος αυτός τρόπος αποδείξεως της προϋπηρεσίας αποσκοπεί στην καθιέρωση ασφαλούς τρόπου της γνώσεως αυτής από τον εργοδότη, πλην όμως δεν αποκλείει την απόδειξή της με άλλον ασφαλή τρόπο... Η διάδικος εργοδότις δεν αμφισβητεί την προφορική γνωστοποίηση αλλά εστιάζει αποκλειστικά στη μη τήρηση του προβλεπομένου τρόπου γνωστοποιήσεως.
Συνεπώς υπήρξε προφορική γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας της διαδίκου υπαλλήλου, καθώς και γραπτή, δι' αναφοράς στο κατατεθέν κατά την πρόσληψή της βιογραφικό σημείωμα. Ως εκ τούτου αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψιν για τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες οι οποίες αφορούν τον υπολογισμό των οφειλών της εναγομένης εργοδότριας προς την ενάγουσα εργαζομένη για μη ληφθείσα άδεια και για υπερωριακή απασχόληση και για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω σε σχέση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, καθώς και άλλες οι οποίες αφορούν τη συνεκδικασθείσα αντίθετη αγωγή της εργοδότριας κατά της εργαζομένης και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) το εφετείο απέρριψε την έφεση της εργοδότριας και δέχθηκε κατά ένα μέρος της την έφεση της εργαζομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της εργοδότριας και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της εργαζομένης, είχε δε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.100,85 ευρώ και είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.460,76 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορούσε την αγωγή της εργαζομένης, αφού δε κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια το ποσό των 4.938,83 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για κατ' εξαίρεση υπερωρία το ποσό των 17.472,8 ευρώ νομιμοτόκως όπως και πρωτοδίκως.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των εργαζομένων στα γραφεία ταξιδιών και τουρισμού όλης της χώρας" ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας της εναγούσας εργαζομένης στην εναγομένη εργοδότριά της, η οποία γνωστοποίηση κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη μπορούσε να γίνει, πλην της υπεύθυνης δήλωσης, και με άλλο ασφαλή τρόπο.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η προϋπηρεσία της αντίδικης, μας έγινε γνωστή εγγράφως, από την υποβολή σε μας του βιογραφικού της σημειώματος, χωρίς όμως η παραδοχή της αυτή να στοιχίζεται με αντίστοιχο και αποδειχθέντα ισχυρισμό της, η οποία κάνει αναφορά απλή στον πρώτο λόγο εφέσεώς της, περί αυτού, χωρίς να τον αποδείξει ή έστω προσκομίσει ως σχετικό έγγραφο το βιογραφικό της, ώστε να διαγνωσθεί τι μας γνωστοποίησε.
Με την παραδοχή της αυτή, που είναι πλημμέλειά της, κατά την ανωτέρω διάταξη, η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη τους ισχυρισμούς της αντίδικης, ότι μας προσκόμισε βιογραφικό σημείωμα, αλλοίωσε τον νόμιμο μισθό της αντίδικης, αλλά και τις ημέρες αδείας που εδικαιούτο κατά την επίδικη περίοδο και δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, που σαφώς ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη, αλλά με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου της και της επιδίκασε αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, διαλαμβάνοντας όμως στην προσβαλλόμενη απόφασή του "εντελώς αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες" αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο με πληρότητα τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αλλά μόνο αποσπάσματα αυτών ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια πού εντοπίζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις των αιτιολογιών της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 5159/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ