Supreme Court allows appeal against labor contract characterization, ruling prior precedent on employment status was not binding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, overturning its decision on the nature of the legal relationship. The appellant argued that a prior appellate court ruling establishing an employment relationship should have been binding, yet the lower court rejected it by claiming the parties had actually signed successive fixed-term work contracts. The Court held that the characterization of a relationship as employment or work depends on the actual control and subordination exercised, regardless of the contract's name or the existence of prior conflicting rulings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652 of the Civil Code; Article 6 of Presidential Decree 765/1943: The characterization of a legal relationship as an employment contract or a work contract is determined by the court based on the actual circumstances of execution, specifically the existence of subordination and control by the employer, irrespective of the parties' designation or prior conflicting judicial decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 831/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Ζωγράφου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2094/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6235/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της εργασίας ως εξαρτημένης απαιτείται αυτός, που την παρέχει, να τελεί, κατά την εκτέλεσή της, κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος ρυθμίζει τον τόπο, το χρόνο και την έκταση της παροχής, μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, ενώ ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 28/2005).
Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή ως σύμβασης έργου γίνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των περιστάσεων, υπό τις οποίες αυτή καταρτίσθηκε και λειτούργησε, ανεξάρτητα από την ονομασία, την οποία προσέδωσαν σ' αυτήν οι ενδιαφερόμενοι, ακόμη και με τυπική εφαρμογή κάποιας διάταξης νόμου, την οποία, ουσιαστικώς, καταστρατήγησαν.
Η δυνατότητα τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ισχύει και για τις εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν. 4547/1966, όλοι οι μισθωτοί, εφ' όσον απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν, κατά την έναρξη της κανονικής τους άδειας και το επίδομα αδείας.
Για τη λήψη του επιδόματος αδείας πρέπει ο μισθωτός αφ' ενός να υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 539/1945 ή σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση κανονικής άδειας και αφ' ετέρου να δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανονική άδεια με αποδοχές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980 και 1 παρ. 1 και 2 της 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, καταβάλλεται επίδομα (δώρο) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως ορίζεται ειδικότερα στην απόφαση αυτή.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφ' όσον μια ενοχική σχέση χαρακτηρισθεί από το αρμόδιο δικαστήριο ως παροχή εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, ακόμη και αν, για οποιοδήποτε λόγο, η σχέση αυτή δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1335/2014).
Στην τελευταία περίπτωση, τόσο το αντάλλαγμα (ο μισθός) της εργασίας, που έχει παρασχεθεί χωρίς έγκυρη σύμβαση, όσο και οι νόμιμες, πρόσθετες παροχές (τα δώρα εορτών, το επίδομα και οι αποδοχές αδείας) αναζητούνται από τον εργαζόμενο ως άνευ νομίμου αιτίας ωφέλεια του εργοδότη, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.).
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 11-12-2008 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι, την 1-10-2002, είχε καταρτίσει με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ασφαλιστικό οργανισμό σύμβαση έργου, σε εκτέλεση της οποίας είχε την υποχρέωση να καλύπτει τις πάγιες ανάγκες αυτού, ως ελεγκτής φαρμακοποιός σε υποκατάστημά του, στον Πειραιά.
Ότι, έκτοτε, αυτή μεν παρέσχε τις υπηρεσίες της, αντί μηνιαίας αμοιβής 1.100 ευρώ, η δε αρχική σύμβαση ανανεώθηκε δύο φορές, την 31-7-2003 και την 29-10-2004, με χρόνο λήξεως της τελευταίας την 29-10-2005. Ότι, τότε, ο εναγόμενος της διαμήνυσε να απέχει στο εξής από την εργασία της, αλλά αυτή, η οποία φρονούσε ότι, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, οι τρεις, διαδοχικές συμβάσεις έργου συνιστούσαν μία, ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε, με την από 14-11-2005 αγωγή, να αναγνωρισθεί το εν λόγω περιεχόμενο τής υφιστάμενης έννομης σχέσης και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Ότι, παράλληλα, με την 2277/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πέτυχε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, προσωρινά, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της από 14-11-2005 αγωγής, που είχε ασκήσει. Ότι σε εκτέλεση της 2277/2006 αποφάσεως, ο εναγόμενος αποδέχθηκε την εργασία της από 6-4-2006, χωρίς, όμως, να της καταβάλει τις συμφωνημένες αποδοχές, οπότε, την 29-7-2007, η ενάγουσα αποχώρησε από την εργασία.
Ότι, τέλος, με την 2174/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων λειτουργούσε μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, όπως περιόρισε την αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζητεί α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για συμφωνημένο μισθό κατά την απασχόλησή από 6-4-2006 μέχρι 29-7-2007 (16 μήνες προς 1.100 ευρώ=) 17.600 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος της οφείλει για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 μέχρι 29-7-2007, συνολικώς 17.881,57 ευρώ.
Για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι από 6-4-2006 απασχολήθηκε χωρίς έγκυρη σύμβαση, η ενάγουσα ζητεί τις αντίστοιχες αμοιβές σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2094/2011 απόφασή του, έκρινε ότι η σχέση μεταξύ των διαδίκων είχε μεν το χαρακτήρα παροχής εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, πλην, όμως, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μία, ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου (διότι προσέκρουε στις απαγορεύσεις του νόμου 2190/1994, που είχαν ήδη προσλάβει συνταγματικό κύρος, μετά την προσθήκη των παρ.7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, βλ.
ΟλΑΠ 7 και 8/2011), αλλά ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταία των οποίων είχε λήξει την 29-10-2005. Για τη συναγωγή του πορίσματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψη δεδικασμένο που απέρρεε από την 3854/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί στο μεταξύ και με την οποία είχε εξαφανισθεί η ως άνω, προεκδοθείσα 2174/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Σύμφωνα με το δεδικασμένο αυτό, μεταξύ των διαδίκων είχαν λειτουργήσει διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως παραγραμμένες τις αξιώσεις για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2005 (άρθρο 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974), έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή σύμφωνα με την επικουρική βάση αυτής.
Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη 6235/2013 απόφαση, δέχθηκε ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, οι διαδοχικές συμβάσεις έργου είχαν συναφθεί μετά την 18-4-2001 (ήτοι την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος), χωρίς να συντρέχουν ως προς αυτές οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για τη μετατροπή τους σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατόπιν αυτού, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στη σκέψη αρ.1 της παρούσας και σύμφωνα με τις οποίες για τη γένεση των αξιώσεων αμοιβής για την παροχή εργασίας σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής ήταν αρκετή η διαπίστωση της υπάρξεως σχέσεως εργασίας μεταξύ των διαδίκων και η πραγματική παροχή της εργασίας, η οποία παρήγαγε τον πλουτισμό του αποδέκτη αυτής, χωρίς να προσαπαιτείται η διαπίστωση έγκυρης σύμβασης και, μάλιστα, αορίστου χρόνου.
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράβαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Αυτό συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με εκείνο που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.16 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση και πέραν των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 3854/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε γίνει δεκτό ότι η σχέση μεταξύ των διαδίκων είχε μεν το χαρακτήρα παροχής εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, πλην, όμως, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μία, ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αλλά ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταία των οποίων είχε λήξει την 29-10-2005.
Η κρίση ότι δεν επρόκειτο περί συμβάσεων έργου, αλλά περί συμβάσεων εργασίας, είχε νομική σημασία για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής και, ιδίως, για τις αξιώσεις που αναφέρονται σε δώρα εορτών, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας, οι οποίες προϋποθέτουν την παροχή εξαρτημένης εργασίας, ακόμη και χωρίς έγκυρη σύμβαση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε δεδικασμένο ως προς το εν λόγω νομικό ζήτημα, που απέρρεε από την ως άνω, 3854/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η ενάγουσα. Κατόπιν, όμως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη 6235/2013 απόφαση, κρίνοντας επί εφέσεως του εναγομένου, δέχθηκε ότι "ουδεμία υφίσταται δέσμευση από το παραχθέν δεδικασμένο της με αριθμό 3854/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθόσον το δικαστήριο [εκείνο] έκρινε ότι για τους στην ως άνω απόφαση διαλαμβανόμενους λόγους δεν υφίστατο δυνατότητα μετατροπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η ενάγουσα συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ διαδοχικές συμβάσεις έργου ετήσιας διάρκειας εκάστη και όχι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε δεν υφίσταται η απαιτούμενη, για τη συγκρότηση δεσμευτικού για την παρούσα υπόθεση δεδικασμένου, ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας" (η εντός εισαγωγικών περικοπή μεταφέρεται αυτούσια).
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο, διότι τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη δίκη κρίσιμο ήταν το ζήτημα εάν μεταξύ των διαδίκων είχε λειτουργήσει ή όχι σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, και ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράβαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, βάσιμος.
4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 6235/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ