Legislator Case Law & Legislation
831/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on public road status based on common experience doctrine violation claim.

Case Number 831/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against the High Court's decision regarding the status of a disputed road segment. The appellants argued the High Court erred by failing to apply the doctrine of common experience to recognize the road as public, citing local topographical challenges. The court rejected this claim, ruling that the doctrine of common experience applies to legal interpretation and fact-finding, not to the determination of whether a road is public, which falls under the exclusive jurisdiction of civil courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)b and 560(1)c of the Code of Civil Procedure; The doctrine of common experience applies to the interpretation of legal rules and the assessment of evidence, but does not govern the determination of whether a road is public, a matter reserved for civil jurisdiction.

Keywords

AI generated
doctrine of common experience public road status civil court jurisdiction appeal dismissal evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)b of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)c of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 831 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 831/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Α., πρώην συζ. Ι. Λ., 2) Α. Λ. του Ι., κατοίκων ..., 3) Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., 4) Π. συζ. Π. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., και 5) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ιωλκού Νομού Μαγνησίας" και έδρα το Δημοτικό Διαμέρισμα Ανακασιάς Δήμου Ιωλκού Ν. Μαγνησίας, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Οι 1η, 2ος, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σαριδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο 5ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χήρας Γ. Σ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., και 3) Δ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1η και ο 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βούλγαρη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2006 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με την προφορικά και τις προτάσεις ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του 5ου των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2007, 240/2007 διορθωτική αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 1/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-7-2009 αίτησης για αναίρεση της 60/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της, κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 966, 967 και 968 του Α.Κ. προκύπτει ότι μεταξύ των εκτός συναλλαγής κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι δρόμοι, οι οποίοι, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά ανήκουν στο Δημόσιο. Οι δρόμοι δημιουργούνται είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη με τη σχετική νόμιμη δικαιοπραξία, είτε με την αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή - αρχαιότητα (vetustas).

Εξάλλου ακίνητο καθίστανται κοινόχρηστος δημοτικός ή κοινοτικός δρόμος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα την οποία προέβλεπε το προϋσχύσαν Β.Ρ.Δ (ν.3 πανδ. 437, ν.2 παρ. 8 πανδ. 39.3, ν. 28 πανδ. 22.3) και η οποία υφίσταται, όταν δύο κατά συνέχεια γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται επί σαράντα έτη, ως τέτοια εγνώρισαν τη χρήση του πράγματος, δηλαδή ως δρόμου, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η αρχαιότητα αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι της κατά την 23-2-1946 εισαγωγής του Α.Κ, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής- αρχαιότητας.

Τέλος ο επικαλούμενος την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημονεύτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση, πρέπει να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ότι η τωρινή κατάσταση πραγμάτων υπάρχει από χρόνο τόσο ώστε η γενιά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του Α.Κ.

και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, καθεμία από αυτές διάρκειας σαράντα ετών, να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι ψιλοί κύριοι και επικαρπωτές ακινήτων που βρίσκονται στο Δημοτικό διαμέρισμα του Αγίου Ονούφριου του Δήμου Ιωλκού Μαγνησίας και μεταξύ των ιδιοκτησιών τους, ήτοι μεταξύ των ιδιοκτησιών των εναγόντων και των εναγομένων βρίσκεται το επίδικο εδαφικό τμήμα συνολικού εμβαδού 11 τ.μ.

περίπου, το οποίο αρχίζει από δίοδο που ξεκινά από τη δημοτική οδό ... και καταλήγει στην αυλή του ακινήτου των εναγομένων με κατεύθυνση από νότο προς βορά. Όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τα τοπογραφικά διαγράμματα που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, το πλάτος της διόδου που ξεκινά από την οδό ...

και καταλήγει στο επίδικο τμήμα είναι τρία (3) μέτρα, ενώ από το επίδικο τμήμα, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα αρχίζει από την παραπάνω δίοδο και καταλήγει στην αυλή του ακινήτου των εναγομένων, είναι μεγαλύτερο, κατά 1,45 μέτρα και εφάπτεται στην ανατολική και δυτική του πλευρά με τις ιδιοκτησίες των διαδίκων σχηματίζοντας κατά τον τρόπο αυτό πλάτωμα που είναι διακριτό από την υπόλοιπη δίοδο.

Ακόμη από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα καταλήγει στη βόρεια πλευρά του σε πεζούλα, η οποία έχει υψομετρική διαφορά δύο περίπου μέτρων από το συνεχόμενο προς βορά έδαφος. Επίσης, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εξυπηρετεί μόνο τις ιδιοκτησίες των διαδίκων, ενώ δεν αποδεικνύεται η παλαιότερη ύπαρξη διόδου (καλντεριμιού), το οποίο να βρίσκεται σε συνέχεια του βόρειου τμήματος του επιδίκου με κατεύθυνση προς τη Μακρυνίτσα.

Άλλωστε, από τις ίδιες ως άνω ένορκες καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν αλληλοαναιρούνται, δεν αποδεικνύεται η χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος από δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), αφού κατά τα προαναφερόμενα δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες της μετακίνησης τους, αφενός λόγω της υψομετρικής διαφοράς και αφετέρου λόγω της ύπαρξης στάβλου και οικίας που διέκοπτε την πρόσβαση και τη συνέχιση της διόδου προς τη Μακρυνίτσα.

Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τους ενάγοντες κοινοχρησία του επιδίκου τμήματος για χρονικό διάστημα ογδόντα ετών πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ώστε να κυρώνεται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Ακόμη οι επικαλούμενες από τους ενάγοντες αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων δεν αποδεικνύουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την ιδιότητα του επιδίκου ως κοινοχρήστου, καθόσον είναι ζήτημα πραγματικό εάν κάποιος δρόμος είναι ή όχι δημοτικός, η επίλυση του οποίου εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί κοινόχρηστο δρόμο και να προστατευθεί το δικαίωμα τους για ακώλυτη χρήση αυτού και, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1β' ΚΠολΔ ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του για την εξακρίβωση της αλήθειας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "σε όλο το Πήλιο και σε όλα τα ορεινά, κυρίως, ελληνικά χωριά, όπως είναι και ο οικισμός του Αγ.

Ονούφριου Μαγνησίας, (όπου βρίσκεται το επίδικο εδαφικό τμήμα) υπάρχουν πάμπολλοι κοινοτικοί δρόμοι που εξυπηρετούν ορισμένες μόνον οικίες και καταλήγουν σε αδιέξοδο ή που έχουν μεγάλες υψομετρικές διαφορές και παρεμβάλλονται σ' αυτούς διάφορα εμπόδια που δυσχεραίνουν την πρόσβαση, χωρίς ουδέποτε ν' αμφισβητηθεί ο κοινοτικός (δημοτικός), κοινόχρηστος χαρακτήρας τους".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών, αλλά αναφέρεται στη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/7/2009 αίτηση των Π. Π. κλπ. για αναίρεση της 60/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πέμπτο των αναιρεσειόντων Δήμο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ