Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unpaid wages due to voluntary resignation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting his claim for unpaid wages. The court found that the appellant voluntarily resigned from his cleaning job at a psychiatric hospital in March 2002 after the employer's contract with the hospital ended, and he subsequently worked for a new contractor. The court ruled that the employer was not obligated to accept his services again and that the lower court's reasoning regarding the voluntary resignation was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 656(a) of the Civil Code; Articles 1 and 6 of Law 2112/1920; Article 6 of Law 3198/1955: An employer is not obliged to accept services from an employee who has voluntarily resigned, and a claim for wages due to non-attendance following such resignation must be rejected if the resignation was genuine.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 831/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MAGIC FRESH ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2085/2005 μη οριστική και 2295/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5307/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4-6-2010 αίτησή του. Εκδόθηκε η 817/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-11-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-3-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της § 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ορισμένο σαφές αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.
Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 30/2007).
Η ανωτέρω αοριστία, που επέρχεται με τον προαναφερόμενο περιορισμό, εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση, η δε αποφυγή της αποβλέπει στη διευκρίνιση των αξιώσεων που ζητούνται αναγνωριστικά και εκείνων που ζητούνται καταψηφιστικά.
Συνεπώς, δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στην αρχή του Συντάγματος για την αναγνώριση και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου (άρθρ. 25 § 1), ούτε αντίκειται στο από τα άρθρα 6, 13 ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) δικαίωμα για δίκαιη δίκη και προσφυγής του ατόμου στα δικαστήρια σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων του, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ενόψει μάλιστα του ότι με τις περί της αοριστίας της αγωγής ρυθμίσεις και της τηρήσεως, κατ' άρθρο 111 του ΚΠολΔ έγγραφης προδικασίας, που αυτεπαγγέλτως ερευνάται από το δικαστήριο, δεν αποκλείονται από τον εθνικό νομοθέτη οπωσδήποτε τα ως άνω δικαιώματα του ατόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 4-12-1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου ως καθαριστής για να παρέχει την εργασία του επί 8ωρο ημερησίως επί 5 ημέρες την εβδομάδα με τις νόμιμες αποδοχές και ότι εργάσθηκε μέχρι τις 31-3-2002, οπότε η εναγομένη τον απέλυσε, δίχως όμως την τήρηση του εγγράφου τύπου και δίχως την καταβολή σ' αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης.
Ζήτησε δε με την αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει το ποσό των 136.282,25 ευρώ συνολικά, που αφορά απαιτήσεις του από υπόλοιπα δεδουλευμένων αποδοχών, μισθούς υπερημερίας, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακά απασχόληση, εργασία κατά Κυριακές και αργίες, καθώς και για αποζημίωση αδείας των ετών 1997 έως 2001, άλλως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 136.150,45 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά Κυριακές και αργίες, για αποζημίωση αδείας, αποδοχές και επιδόματα αδείας και για αποζημίωση λόγω απολύσεως.
Με δήλωση στο ακροατήριο και με τις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου ο ενάγων περιόρισε τα χρηματικά καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής του σε εν μέρει αναγνωριστικά και ζήτησε καταψηφιστικά το ποσό των 12.000 ευρώ και αναγνωριστικά το υπόλοιπο των 124.282,25 ευρώ του κυρίου αιτήματος και το υπόλοιπο των 124.150,45 ευρώ του επικουρικού αιτήματος της αγωγής του.
Το αίτημα αυτό της αγωγής, με το οποίο, μετά τον ως άνω περιορισμό του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και η επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από την σχετική δήλωση και τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια, στα οποία συμποσούται το συνολικό ως άνω ποσό, κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, είναι αόριστο.
Και τούτο, διότι, αφού δεν διευκρινίζεται ποίων επιμέρους αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικαστούν στον αναιρεσείοντα.
Το Εφετείο, άρα, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της ήταν αόριστη, διότι ο ενάγων δεν προσδιόριζε ειδικώς σε ποια από τις επιμέρους αξιώσεις του περιόριζε την καταψήφιση της εναγομένης και σε ποια την αναγνώριση της υποχρεώσεώς της, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η από το άρθρο 656 ΑΚ αξίωση του μισθωτού για αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη και για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του τελευταίου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο μισθωτός θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και ως εκ τούτου για την ευδοκίμηση της σχετικής αγωγής αρκεί να αποδεικνύεται η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία που του προσέφερε ο μισθωτός.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όσον αφορά το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που κρίθηκε ορισμένο, δέχθηκε ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Η εναγομένη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ανάληψη έργων καθαρισμού κτιρίων και με το από 19-11-1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό είχε αναλάβει εργολαβικά τον καθαρισμό των χώρων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, προσέλαβε την 1-1-2000 τον ενάγοντα με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου ως ανειδίκευτο εργάτη, για να εργαστεί ως καθαριστής στο άνω Νοσοκομείο.
Ο ενάγων, ο οποίος είναι βουλγαρικής ιθαγένειας και κατείχε αρχικά την υπ' αριθμ. 3865/7-8-1998 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης κάρτας παραμονής αλλοδαπού και ακολούθως την υπ' αριθμ. 241964/8-1-2001 κάρτα παραμονής, απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με την ανωτέρω ιδιότητα μέχρι τις 31-3-2002, οπότε έληξε η προαναφερθείσα σύμβαση έργου της εναγομένης με το ανωτέρω Νοσοκομείο.
Η εναγομένη με το από 1-4-2002 έγγραφό της ανακοίνωσε στους μισθωτούς της τη λήξη της σύμβασης που είχε υπογράψει με το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής και τους κάλεσε στα γραφεία της, προκειμένου να τους αναθέσει άλλη παρόμοια εργασία, πλην όμως ο ενάγων δεν προσήλθε και ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή της εναγομένης.
Αποδείχθηκε προσέτι ότι αυτός από 1-4-2002 παρείχε τις υπηρεσίες του στο νέο εργολάβο Α. Φ., ο οποίος με σχετική σύμβαση με την εναγομένη ανέλαβε πλέον τις εργασίες καθαρισμού του άνω Νοσοκομείου. Λόγω της κατά τα άνω οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την επιχείρηση της εναγομένης, η τελευταία αποδεχθείσα την αποχώρηση αυτή την 8-3-2002 προέβη σε αναγγελία προς τον Ο.Α.Ε.Δ.
της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος και άλλων 46 μισθωτών της από την επιχείρησή της. Βάσει των ανωτέρω η εναγομένη ως μη καταστάσα υπερήμερος εργοδότης δεν υποχρεούται να αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες του ενάγοντος και συνεπώς η αγωγή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά το σχετικό αίτημά της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 εδ. α' ΑΚ, 1 επ. Ν. 2112/1920 και 6 επ. ν. 3198/1955, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος από την εργασία του και της απορρίψεως του αιτήματος της αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας και οι, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2010 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 5307/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ