Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to procedural defect in service of judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeals' dismissal of an appeal, finding the original appeal timely. The Court of Appeals had rejected the appeal because it was filed after the 30-day deadline, relying on a service date of October 15, 2005. However, the Supreme Court determined the service was invalid because the required police station stamp and recipient notification were not completed until October 31, 2005. Consequently, the 30-day period did not begin until after the appeal was filed, rendering the dismissal procedurally incorrect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 144(1), 518(1), 532 of the Code of Civil Procedure; Article 139(3) and 136(2) of the Code of Civil Procedure; Article 128(4) of the Code of Civil Procedure: When there is a discrepancy between the service officer's notation and the service report regarding the date of service, the service report prevails, and if the statutory requirements for valid service were not met by the reported date, the service is deemed not to have occurred until the requirements are fulfilled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 831/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σπαλιάρα.
Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σαράκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1624/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 950/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 15-2-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1, 518 παρ. 1 και 532 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προθεσμία της έφεσης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημερών, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και λήγει στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.
Το ζήτημα αυτό ανάγεται στη δημόσια τάξη και για το λόγο τούτο στηρίζει αναιρετικό λόγο, ακόμη και αν ο σχετικός πραγματικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ' του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει.
Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση". Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 εδάφ.
α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 1705/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1624/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε (κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση επί του δικογράφου αυτής στις 15-11-2005.
Η δε εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη στις 27-8-2005, στη διεύθυνση της κατοικίας της επί της οδού ....... των Αθηνών.
Συνεπώς από του χρόνου της εν λόγω επίδοσης μέχρι του χρόνου άσκησης της κρινόμενης έφεσης, παρήλθε χρόνος πέραν των τριάντα ημερών, όπως νόμιμα και βάσιμα και η αναιρεσίβλητη ενίσταται με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, ενόψει των ανωτέρω, αφού από το χρόνο επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (27-8-2005) μέχρι την ημέρα άσκησης της έφεσης (15.11.2005) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τριάντα ημέρες, η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Ωστόσο, από το επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλούμενης ως άνω 1624/2005 απόφασης που ο αναιρεσείων νομίμως προσκομίζει και επικαλείται με την αίτηση αναίρεσης και παραδεκτά εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο επιδόσας αυτήν δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών ......., επισημείωσε στο ως άνω αντίγραφο της εκκαλουμένης, ότι επέδωσε τούτο στην αναιρεσείουσα στις 27-10-2005, ημέρα Πέμπτη και ώρα 14.15, ενώ από την, παραδεκτά επίσης επισκοπούμενη υπ' αριθμ. ....
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, που επικαλέσθηκε νομίμως και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, προσκομίζει δε νομίμως και επικαλείται με την αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με θυροκόλληση, λόγω απουσίας από την κατοικία της, στις 27-8-1995.
Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, μολονότι η τριακονθήμερη προθεσμία της άσκησης αυτής άρχισε, κατά τα προεκτιθέμενα, στις 28.10.2005 και επομένως δεν είχε λήξει στις 15.11.2005 που ασκήθηκε η ως άνω έφεση, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η επίδοση της αποφάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως, έγινε με θυροκόλληση στην κατοικία της αναιρεσείουσας λόγω απουσίας αυτής και των συνοίκων της, δεν θεωρείται ότι είχε συντελεσθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 2 ΚΠολΔ από την ημέρα της θυροκολλήσεως, αφού οι πρόσθετες διατυπώσεις που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ίδιου Κώδικα για τη συντέλεση της επιδόσεως (εγχείρηση του εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος και ταχυδρομική έγγραφη ειδοποίηση του παραλήπτη), δεν έγιναν στις προθεσμίες που επιβάλλει η ως άνω διάταξη αλλά στις 31-10-2005, με αποτέλεσμα η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως να θεωρείται ως μη συντελεσθείσα.
Συνεπώς, ο, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ , μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, ο οποίος, ανεξάρτητα από την πρόταση ή μη στο δικαστήριο της ουσίας, του ισχυρισμού περί του χρόνου επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, παραδεκτώς προβάλλεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 950/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ψ1 στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας χ1, το ύψος της οποίας καθορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 17-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ