Supreme Court partially allows appeal against second instance judgment due to unclear reasoning on land ownership and inheritance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the second instance judgment, remanding the case for retrial. The heirs of the appellant successfully argued that the lower court failed to clarify whether the disputed land was the same as the one inherited by the appellant's sister, creating a contradiction in the reasoning regarding land ownership. Consequently, the court found the second instance decision flawed and ordered the case to be retried before the same court of appeal with different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a second instance judgment for retrial if the lower court fails to clarify whether the disputed property is the same as the one inherited, rendering its reasoning on ownership unclear and contradictory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 831 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 831/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των καλούντων: 1. Ψ1 του Χ1, 2 .... του Χ1 3. ..... του Χ1 και 4. .... του Χ1, ως μοναδικών κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, όπως αναφέρεται στην από 23-6-2006 κλήση, κατοίκων Παντάνασσας Λακωνίας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Νομικού Συμβούλου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί την από 20-11-1988 αγωγή του αρχικού αναιρεσείοντος Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/1992 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 463/1998 μη οριστική και 202/2001 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων με την από 29-3-2004 αίτησή του και τους από 10-1-2005 πρόσθετους λόγους. Μετά από ματαίωση της προκειμένης υποθέσεως την 15-3-2006, η συζήτηση αυτής επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 23-6-2006 κλήση των καλούντων Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 1-3-2006 έκθεσή του ήδη προαχθέντος Αντιπροέδρου Βασίλειου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση από 29-3-2004 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 202/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και 152/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι αναφερόμενοι στην αρχή αυτής της απόφασης κληρονόμοι του αναιρεσείοντος, βάσει της ..... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Βοιών Θεοδώρου Τσαβδαρίδη, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 στοιχ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ, με την από 23-6-2006 κλήση τους, επαναλαμβάνουν εκουσίως τη δίκη, στο όνομά τους, στη θέση του αναιρεσείοντος Χ1, μετά το θάνατό του, που επήλθε μετά την άσκηση από αυτόν της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και την από το λόγο αυτό διακοπή της δίκης, η οποία είχε επέλθει με τη γνωστοποίηση από αυτούς του θανάτου του, με προφορική δήλωσή τους στο ακροατήριο, κατά τη συνεδρίαση της 15-3-2006.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996, 16/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, με την 202/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 152/1992 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η δε κρινόμενη έφεση στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων.
Επομένως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 152/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα αναγκαία προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά., όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που σχετίζονται με την έννοια του νόμου ή την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασάφεια ή αντιφατικότητα και στο αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης 202/2001 απόφασής του, με αυτήν το Εφετείο Ναυπλίου δέχτηκε τα ακόλουθα : Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ....., έχει έκταση περίπου 100 στρεμμάτων και συνορεύει βορείως με αγρό ...., βορειοδυτικώς με αγρό ...., ...., ....
και ....., νοτίως με παραλιακή ακτή, ανατολικώς με καρόδρομο και δυτικώς με αγρούς Γ1 και ιδιοκτησία αδελφών ...., σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην αγωγή περιγραφή του. Περαιτέρω, σε σχέση με τη βάση της αγωγής, κατά την οποία το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον ενάγοντα Χ1, κατά το 1/3 αδιαιρέτως, από κληρονομία του πατέρα του Ψ1, που πέθανε το έτος 1939, με βάση την ....
δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Ιωάννη Ανδρέα Λύρα, στον κληρονομούμενο δε αυτόν είχε περιέλθει αφενός με αγορά από τη μητέρα του ....., με το ..... πωλητήριο και μεταβιβαστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βοιών Ελευθερίου Κατσούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα και αφετέρου από διανομή, με το νόμιμα μεταγραμμένο .....
διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βοιών Χαραλ. Δ. Ψαρρού, της κληρονομίας του πατέρα της μητέρας του (πάππου του ενάγοντος) ....., η οποία κληρονομία είχε αρχικά περιέλθει στη μητέρα του και μετά το θάνατό της, το έτος 1889, στον πατέρα του, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : Σύμφωνα με το ως άνω ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βοιών Ελευθερίου Κατσούλη, ο πατέρας του ενάγοντος αγόρασε από τη μητέρα του ..... "έναν αγρόν ξηρικόν κείμενον εις θέσιν "...." στρεμμάτων δέκα πέντε ως έγγιστα μετά των εν αυτώ δένδρων, συνορευόμενον γύρωθεν με ομοίους αγρούς των κληρονόμων ...., ...., ....
και του εν ... Ιερού Ναού .....", αντί τιμήματος 500 δραχμών. Περαιτέρω, με το ..... συμβόλαιο διανομής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βοιών Χαραλ. Δ. Ψαρρού, ο πατέρας του ενάγοντος απέκτησε "ένα αγρόν ξηρικόν, εκτάσεως στρεμμάτων ως έγγιστα επτά, εις θέσιν "....", συνορευόμενον με αγρούς Γ1, ...., ..... και άμμον θαλάσσης".
Ακολούθως, ο πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος πέθανε την 20-4-1939, με την ..... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Ιωάννη Ανδρέα Λύρα, όρισε να λάβει ως κληρονομία καθένας από τους τρεις γιους του τα εξής ακίνητα : 1) ο γιος του .... α) "το εν τρίτον ενός αγρού ξηρικού κειμένου εις θέσιν ...., συνορεύοντος του μεριδίου τούτου γύρωθεν με αγρούς Γ1, ....., κληρονόμους ....
και ...."...2) ο γιος του Χ1 (δηλαδή ο ενάγων) α) "το εν τρίτον εκ του εις θέσιν ...ςαγρού μου (το μεσαίον) και συνορεύει με .... με Ι... και αδελφόν του ...."...3) ο γιος του .... α) "το εν τρίτον εκ του εις θέσιν .... αγρού μου και συνορεύει με καρόδρομον, ....ν και το μελισσοδένδρι συμπεριλαμβάνεται εις το μερίδιον τούτο". Τέλος, με την ίδια διαθήκη, ο πατέρας του ενάγοντος όρισε για τη θυγατέρα του Κ1, τα εξής "...επίσης εγκαθιστώ αυτήν επί της επικαρπίας επί του εις θέσιν ....
αγρού μου ή ..... και είναι χωριστός του άλλου αγρού όστις αφήνεται εις τους υιούς μου και συνορεύει με καρόδρομον, θάλασσαν και αδελφούς της και μετά τον θάνατόν της να περιέρχεται εις τους τρεις υιούς μου". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Η επίδικη ως άνω έκταση των 100 στρεμμάτων περίπου, όπως και κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε από το δικαστήριο τούτο φέρει δασική βλάστηση, αποτελούμενη από σχίνα, ασπάλαθρα, αφάνες, θυμάρια, κουνούκλες κ.λ.π., όπως και η προς ανατολάς αυτής έκταση.
Ίχνη καλλιέργειας αυτής δεν διαπιστώθηκαν πλην μια εδαφικής λωρίδας κατά το μέσον περίπου της όλης εκτάσεως, η οποία, λόγω της συστάσεως του εδάφους της (το οποίο δεν περιέχει πέτρες), παρέχει την εντύπωση ότι είναι καλλιεργήσιμη. Αφού δε το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τη γνώμη του πραγματογνώμονα ....., ότι στην έκταση αυτή τοποθετείται ο αγρός των επτά στρεμμάτων που απέκτησε ο πατέρας του ενάγοντος με το ....
διανεμητήριο συμβόλαιο και η έκταση που περιήλθε στον ενάγοντα με την .... δημόσια διαθήκη του πατέρα του, δέχτηκε περαιτέρω, ότι αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν κατέλειπε στα παιδιά του με την ως άνω διαθήκη του ένα ξηρικό αγρό, εκτάσεως 100 στρεμμάτων, αλλά άφησε αυτοτελή ακίνητα, τα οποία περιγράφονται με διαφορετικά όρια το καθένα, ευρισκόμενα μέσα σε μείζονα δασική έκταση 158 στρεμμάτων που επιχείρησε να καταλάβει ο ενάγων και ότι δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο επίδικος αγρός είναι αυτός που άφησε ο πατέρας του κατ' επικαρπία στη θυγατέρα του Κ1 και κατά ψιλή κυριότητα σε αυτόν και τους αδελφούς του και ότι ο αγρός αυτός "συνορεύει με καρόδρομον, θάλασσαν και αδελφούς της".
Και τούτο διότι στην ως άνω διαθήκη .... αναφέρεται ότι ο αγρός που ο εν λόγω διαθέτης άφησε κατ' επικαρπία στη θυγατέρα του είναι χωριστός του άλλου αγρού που άφησε στους γιους του, στη διαθήκη δε αυτή δεν αναγράφεται η έκταση των ακινήτων που καταλείπονται σε καθένα από τους κληρονόμους, ούτε και ο τρόπος κτήσης των κληρονομιαίων ακινήτων από το διαθέτη.
Ενόψει δε όλων αυτών, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η επίδικη έκταση των εκατό περίπου στρεμμάτων δεν ταυτίζεται με την έκταση που αναφέρεται στους επικαλούμενους από τον ενάγοντα τίτλους και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα όρια και η θέση τους δεν συμπίπτουν, όπως προκύπτει από τις σχετικές περιγραφές που προαναφέρθηκαν.
Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές έκρινε το Εφετείο ότι αποδείχθηκε πλήρως ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο, δυνάμει των επικαλούμενων παρ' αυτού ως άνω τίτλων. Εξάλλου, σε σχέση με τη βάση της αγωγής, κατά την οποία το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα και με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα :
Μείζων έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη, ήταν ανέκαθεν δασική και βρισκόταν υπό την εποπτεία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρενέβαινε οσάκις κάποιο τμήμα της το καταλάμβαναν κάτοικοι της περιοχής. Κατά το χρονικό διάστημα από 19-9-1983 μέχρι 4-11-1987 ο ενάγων μαζί με άλλα οκτώ άτομα κατέλαβαν αυθαίρετα δημόσια δασική έκταση 157,800 στρεμμάτων, στην περιοχή ".....", εντός των οποίων βρίσκεται και η διεκδικούμενη από αυτόν έκταση των 100 στρεμμάτων.
Η έκταση που κατέλαβαν καλυπτόταν από ασπάλαθρα, ρείκια, κουμαριές, αγριοχαρουπιές, σχίνα κ.λ.π., με πυκνότητα 100%. Κατ' αυτών εκδόθηκε το ..... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Μολάων. Επίσης ο ενάγων επιχείρησε και κατά το παρελθόν να καταλάβει παράνομα μέρος από την ανωτέρω δικαστική έκταση, εμβαδόν 6,300 στρεμμάτων, κατ' αυτού δε εκδόθηκε το ......
πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του ίδιου Δασάρχη, κατά του οποίου επίσης δεν εναντιώθηκε (δεν άσκησε ανακοπή). Οι ως άνω αναφερόμενες εκτάσεις των 22 και 6,300 στρεμμάτων, όπως και η έκταση των 100 στρεμμάτων, για την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται (με την αγωγή) ότι είναι κύριος κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου περιλαμβάνονται στο από 21-2-1985 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου δασοπονίας ...., το οποίο έχει επισυναφθεί στο .....
πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Στο μέσον περίπου της επίδικης έκτασης υπήρχε εδαφική λωρίδα εκχερσωμένη, πλάτους 6 μέτρων και μήκους 100 μέτρων περίπου, στην οποία οι κάτοικοι της περιοχής τοποθετούσαν κυψέλες μελισσών. Η λωρίδα αυτή είναι εκείνη για την οποία σημειώθηκε παραπάνω ότι παρέχει την εντύπωση ότι είναι καλλιεργήσιμη.
Μετά το 1980 ο ενάγων φύτεψε στην έκταση αυτή κρεμμύδια, αφού σχεδόν τη διπλασίασε. Όπως προκύπτει από το από Μαρτίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου ....., το οποίο έχει συνταχθεί με υπόβαθρο αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ, η μοναδική έκταση που καλλιεργείται είναι η ως άνω εδαφική λωρίδα, η δε λοιπή έκταση καλύπτεται από ξυλώδη δασικά φυτά της διαπλάσεως των αειφύλλων πλατυφύλλων (ασπάλαθρα, ρείκια, κουμαριές, σχίνα, αγριοχαρουπιές), έχει βαθμό συγκομώσεως 1,00, δηλαδή πυκνότητα 100%, είναι δηλαδή δάσος (άρθρο 3 παρ. 1 ν.998/1979) και δεν φέρει ίχνη παλαιάς καλλιέργειας, πλην μιας λωρίδας διαστάσεων 200 Χ 20 μέτρων και εμβαδού 4 στρεμμάτων περίπου, που εκχερσώθηκε παρανόμως τελευταία.
Τέλος, δέχτηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι επί τριακονταετία, που είχε συμπληρωθεί έως την 12 Σεπτεμβρίου 1915, οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατείχαν και νέμονταν με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, που αυτός περιγράφει στην αγωγή του κατ' έκταση, θέση και όρια, ώστε να αποκτήσουν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 21 του ν.
της 26-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" και διατάξεις βυζαντινορωμαϊκού δικαίου). Με βάση δε τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή και κατά το μέρος που με αυτήν ο ενάγων στήριξε την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο σε έκτακτη χρησικτησία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της, δηλαδή τόσο ως προς την κατά τρόπο παράγωγο, όσο και ως προς την κατά τρόπο πρωτότυπο απόκτηση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, με το να περιλάβει σε αυτήν αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί εάν ορθώς ή εσφαλμένως εφάρμοσε τις σχετικές με την απόκτηση με τους τρόπους αυτούς κυριότητας διατάξεις.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της φύσης του επίδικου ακινήτου, η οποία έχει σημασία για να κριθεί εάν αυτό ταυτίζεται ή όχι με το ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπάροχών του, αλλά και εάν σε αυτό μπορούσαν να ασκηθούν οι διακατοχικές πράξεις, της καλλιέργειας που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων, το Εφετείο αφενός δέχεται ότι τα ακίνητα που απέκτησε με αγορά και από διανομή ο πατέρας του ενάγοντος είναι αγροί, οι οποίοι έχουν συνολική έκταση 22 στρεμμάτων και αφετέρου, κατ΄ αντίφαση προς την παραδοχή αυτή, δέχεται ότι αυτά εμπίπτουν σε μείζονα έκταση 158 στρεμμάτων, η οποία είναι δασική, εκτός από μία λωρίδα την οποία άλλοτε αναφέρει ότι έχει διαστάσεις 100 Χ 6 μέτρων και άλλοτε ότι έχει διαστάσεις 200 Χ 20 μέτρων και την οποία δεν προσδιορίζει επακριβώς.
Περαιτέρω, κατά τρόπο αντιφατικό, αλλά και ασαφή, ενώ δέχεται ότι ο πατέρας του ενάγοντος με την ...., ενώπιον του συμβολαιογράφου Μονεμβασία Ιωάννη Ανδρέα Λύρα, δημόσια διαθήκη του άφησε στον ενάγοντα και στους άλλους δύο γιους του αφενός διηρημένα τμήματα αγρού και αφετέρου, κατά το 1/3 αδιαιρέτως στον καθένα τους την ψιλή κυριότητα, άλλου ξεχωριστού ακινήτου, του οποίου την επικαρπία είχε αφήσει στην αδελφή τους Κ1 και στο οποίο ο ενάγων εντοπίζει το αίτημα της αγωγής, εντούτοις αποκλείει να ταυτίζεται το επίδικο ακίνητο προς τον αγρόν που άφηνε ο πατέρας του ενάγοντος κατ' επικαρπία στη θυγατέρα του Κ1, με μόνη την αιτιολογία ότι αυτός είναι χωριστός του άλλου αγρού που άφησε διηρημένως στον ενάγοντα και τους αδελφούς του, χωρίς για τον αποκλεισμό αυτό να διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η θέση και τα όρια του αγρού που κατά το 1/3, κατά ψιλή κυριότητα, αφέθηκε στον ενάγοντα και ο οποίος αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, δεν ταυτίζονται, ούτε εν μέρει, βάσει της περιγραφής του στη διαθήκη, με το επίδικο ακίνητο και χωρίς προς τούτο να προσδιορίζει την ακριβή σε σχέση με το επίδικο ακίνητο θέση του εν λόγω αγρού.
Τέλος, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι ένα τμήμα του επίδικου ακινήτου ήταν καλλιεργήσιμη έκταση και ότι από το 1980 ο ενάγων "φύτεψε στην έκταση αυτή κρεμμύδια αφού τη διπλασίασε", δεν διευκρινίζει με την προσβαλλόμενη απόφασή του εάν πριν από το έτος αυτό το μικρότερο τμήμα αυτής το καλλιεργούσαν ή όχι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν όρθώς ή εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία του τμήματος αυτού, το οποίο, εφόσον δέχεται ότι ήταν καλλιεργήσιμη έκταση δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας για το λόγο που είχε προβάλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προς απόκρουση της αγωγής, για το λόγο δηλαδή ότι ανήκε κατά τεκμήριο σε αυτό, λόγω της ιδιότητάς του ως δασικής έκτασης.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι τέταρτος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και ειδικότερα προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τις ανωτέρω ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στα ζητήματα που προαναφέρθηκαν.
Ακολούθως, πρέπει, αφού απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 152/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 202/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 εδάφ. β΄ του ν.3693/1957.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2004 αίτηση του Χ1 κατά το μέρος που με αυτήν ζητείται η αναίρεση της 152/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.-
Αναιρεί την 202/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.- Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ