Supreme Court allows appeal against labor court ruling for failure to examine indeterminate defense on statutory grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for wrongful dismissal compensation. The plaintiff argued the defendant's defense was indeterminate because it relied on facts the court merely repeated without independent investigation. The Court found the defense sufficiently defined by the defendant's own admission of these facts and ordered a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 paras. 4-5 of Law 3198/1955; Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure: A defense is not inadmissible if it relies on facts explicitly stated by the defendant in the proceedings, even if the court merely repeats them without separate investigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 830 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 830/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Σ., ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ, ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΣΠΟΡ, ΠΑΡΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΚΑΦΩΝ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ ΑΕ" και "STAR BEACH SA", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΩΡΙΟ ΙΚΑΡΟΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" κατόπιν συγχωνεύσεως και απορροφήσεως, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 274/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 96/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/ 1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", όπως προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ.4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, μισθωτοί, γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφ' όσον συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Για την ως άνω, μειωμένη αποζημίωση προς τους μισθωτούς, που αποχωρούν ή απομακρύνονται από την εργασία τους προς συνταξιοδότηση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και σ' εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ.
της 16/18-7-1920, εκτός από εκείνα που αφορούν στην προειδοποίηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημιώσεως, που οφείλεται κατά το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920, είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Η διάταξη αυτή εισάγει αποσβεστική προθεσμία (ΑΚ 279). Η προαναφερθείσα, μειωμένη αποζημίωση, επί της οποίας, κατά ρητή επιταγή του νόμου, εφαρμόζεται και η προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, καθίσταται απαιτητή ευθύς ως συντρέξουν οι προϋποθέσεις καταβολής της, οι οποίες είναι αφ' ενός η συμπλήρωση των όρων για πλήρη συνταξιοδότηση από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό και αφ' ετέρου, διαζευκτικώς, η δήλωση είτε του εργαζομένου περί οικειοθελούς αποχωρήσεως είτε του εργοδότη περί απομακρύνσεως του μισθωτού από την εργασία, για το λόγο, πάντοτε, της πλήρους συνταξιοδοτήσεως αυτού λόγω γήρατος.
Από τη σύμπτωση των προϋποθέσεων αυτών, γεννάται η αξίωση αποζημίωσης έναντι του εργοδότη και αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκησή της. Ο χρόνος, κατά τον οποίο θα εκδοθεί η σχετική πράξη συνταξιοδότησης είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος. Η προθεσμία, όπως και η παραγραφή, αναστέλλεται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και για όσο χρονικό διάστημα, μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο από την άσκηση της αξίωσής του (ΑΚ 255 εδ.
β'). Κατά την αντιδικία, η επίκληση της μεν παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας εισάγει ένσταση του εναγομένου, της δε δολίας αποτροπής του δικαιούχου εκ μέρους του υποχρέου εισάγει αντένσταση του ενάγοντος. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη, από 17-9-2009 αγωγή, επικαλείται παροχή εξαρτημένης εργασίας στην υπηρεσία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με ενδιάμεση διαδοχή στο πρόσωπο του εργοδότη, από την 1-3-1972 μέχρι την 8-12-2008, οπότε, έχοντας συμπληρώσει τους όρους πλήρους συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ, δήλωσε προς την εναγομένη ότι αποχωρεί από την εργασία του για το σκοπό αυτό.
Κατόπιν, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη αρνείται να του καταβάλει εκουσίως την ανάλογη αποζημίωση, ζητεί να υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικώς. Η εναγομένη, αμυνόμενη κατά της αγωγής, προβάλλει τον καταλυτικό ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε προς αυτήν την 2-10-2009, ήτοι μετά την εκπνοή της νόμιμης αποσβεστικής προθεσμίας των έξι μηνών, για την οποία αφετηρία αποτέλεσε η από 8-12-2008 δήλωση του ενάγοντος περί αποχωρήσεως από την εργασία και η οποία έληξε με την πάροδο της 8-6-2009.
Ο ενάγων, αποκρούοντας την εν λόγω ένσταση, προβάλλει καθ' υποφορά μεν με το δικόγραφο της αγωγής, αναλυτικότερα δε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι κατά την 8-12-2008, όταν ανακοίνωσε προς την εναγομένη την απόφασή του να αποχωρήσει, συμφώνησαν με αυτήν να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, όταν εκδοθεί η απόφαση για τη συνταξιοδότησή του.
Ότι αυτός προσήλθε στην εν λόγω συμφωνία, διότι η εναγομένη ακολουθούσε την ίδια τακτική για όλους τους εργαζόμενους, που αποχωρούσαν από την υπηρεσία της λόγω συνταξιοδότησης. Ότι για το λόγο αυτό, ο ενάγων δεν μπορούσε να υποψιασθεί ότι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η στάση της εναγομένης αποτελούσε δόλια μεθόδευση στην περίπτωσή του, προκειμένου να αποτραπεί αυτός από την άσκηση της ένδικης αγωγής εντός εξαμήνου από τη δήλωση περί αποχωρήσεως.
Ότι η απόφαση περί συνταξιοδοτήσεως εκδόθηκε την 24-8-2009, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα την 25-8-2009 και την αμέσως επόμενη ημέρα γνωστοποιήθηκε από αυτόν στην εναγομένη. Ότι τότε η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή και προφασίσθηκε την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χαρακτήρισε τον ισχυρισμό του ενάγοντος ως αντένσταση (ΑΚ 255 εδ.
β'), τον έκρινε ουσιαστικά βάσιμο και, κατά παραδοχή αυτού, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί απαραδέκτου της αγωγής (άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1955), λόγω ασκήσεως αυτής μετά την 8-6-2009. Κατόπιν, έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα την αιτηθείσα αποζημίωση. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης, το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την ήδη προσβαλλόμενη 96/2013 απόφασή του, αν και δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί των διαδίκων έχουν το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, έκρινε, περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί δολίας αποτροπής αυτού, εκ μέρους της εναγόμενης, από την άσκηση της αξίωσής του είναι αόριστος.
Οπότε, τον κήρυξε απαράδεκτο και, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης, απέρριψε την αγωγή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και, επίσης, απαράδεκτη. Ειδικότερα, κατά την αιτιολόγηση της κρίσης αυτής το εφετείο δέχθηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "[...] ο ενάγων δεν στοιχειοθετεί δόλια και παραπλανητική προς αυτόν συμπεριφορά της εναγομένης κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν (ήτοι, όσες και τώρα αναφέρονται στη σκέψη αρ.1 της παρούσας), καθ' όσον [...] δεν καθορίζεται αν η εναγομένη ενήργησε δολίως, σε τι συνίστατο ο δόλος της, ο ακριβής χρόνος που έγινε η δόλια ενέργεια και ότι έγιναν παρελκυστικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς με σκοπό την απραξία του δικαιούχου".
Παρατηρείται, όμως, ότι τα περισσότερα από τα περιστατικά, τα οποία, κατά το εφετείο, ήσαν απαραίτητα για τη θεμελίωση της αντένστασης, αναφέρονται εκ μέρους του ίδιου του εφετείου κατά την παράθεση του ισχυρισμού του ενάγοντος, ως περιεχόμενο αυτού. Συγκεκριμένα, αλλού ευθέως και αλλού εμμέσως, πλην σαφώς, αναφέρεται ότι η μεταξύ των διαδίκων συζήτηση έγινε όταν ο ενάγων ανακοίνωσε στην εναγομένη ότι αποχωρεί από την υπηρεσία της λόγω συνταξιοδότησης, ότι η εναγομένη του πρότεινε να αναμείνει την καταβολή της αποζημίωσης μέχρις ότου εκδοθεί, αρμοδίως, η απόφαση περί συνταξιοδοτήσεώς του, ότι αυτός συμφώνησε, διότι δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει ως προς την αξιοπιστία της, μιας και αυτό είχε συμβεί με όλους τους συναδέλφους του, που είχαν αποχωρήσει πριν από αυτόν, για τον ίδιο λόγο και ότι, όταν εκδόθηκε η σχετική απόφαση, η εναγομένη του είπε ότι δεν τον πληρώνει, διότι πέρασε η προθεσμία, πράγμα που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι είχε υποστεί μια δόλια μεθόδευση εκ μέρους της εναγομένης, με στόχο να χάσει το δικαίωμά του.
Και βέβαια, ουδόλως ήταν αναγκαία η επίκληση ότι έχουν γίνει "διαπραγματεύσεις για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς", αφού, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ουδέποτε τέθηκε ζήτημα αμοιβαίων υποχωρήσεων, αλλά απλής αναβολής της καταβολής του ποσού της αποζημίωσης, περί του οποίου δεν διατυπώθηκε επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης, με συνέπεια αυτός μεν να εφησυχάσει, περιμένοντας την απόφαση του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού για συνταξιοδότηση, κατά την υπόδειξη της εναγομένης, η τελευταία, όμως, να θελήσει να επωφεληθεί από την εν τω μεταξύ πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αντένσταση του ενάγοντος ήταν επαρκώς ορισμένη και θα έπρεπε να έχει ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Το εφετείο, που τη χαρακτήρισε αόριστη, παρά το νόμο απάγγειλε το απαράδεκτο αυτής. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του, επικουρικώς προβαλλόμενου, δευτέρου λόγου αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 96/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ