Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting constitutional and property rights violations claims regarding evidence non-disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision, finding the appeal inadmissible due to lack of substantive grounds. The appellants argued that the lower court violated their property rights by failing to address whether they unknowingly possessed a critical document or if it was withheld by the state, citing Articles 249, 260, 261, and 269 of the Civil Code. The court rejected these arguments, ruling that the Second Instance Court correctly determined the issue was one of non-proven force majeure rather than a direct violation of substantive law or constitutional property protections.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 260, 261, 269 of the Civil Code; Article 17 paragraph 2 of the Constitution; Article 1 of the First Protocol to the ECHR; The Supreme Court holds that an appellate court's failure to explicitly rule on a specific substantive law violation does not constitute a ground for cassation if the lower court's reasoning remains clear, consistent, and sufficient for review, particularly when the dispute concerns the attribution of non-disclosure to force majeure rather than a direct infringement of property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 830 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 830/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) Ι. (Ε.) χήρας Χ. Μ., κατοίκου ..., 2)Ε. συζ. Δ. Φ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., και 3) Β. συζ. Ε. Ί., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βενιζέλο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/1966 αγωγή της αρχικής διαδίκου Μ. Μ. του Β., συζ. Σ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 167/1971 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 7/12/1967 κύρια παρέμβαση επί της οποίας εκδόθηκε η 927/1969 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και μετά από έφεση η 847/1972 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επανερχόμενης της υποθέσεως στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συνεπεία κλήσεως εξεδόθη η 561/1971 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και μετά από έφεση η 627/1973 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά από άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1173/1974 του Αρείου Πάγου και 571/1975 της Ολομέλειας αυτού, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο εξέδωσε τις 180/1979, 340/1980 μη οριστικές αποφάσεις και 435/1982 οριστική.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσίβλητο με την από 5/10/1982 αίτηση του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 1481/1997, 222/1999 μη οριστικές και 1446/1999 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Λάρισας για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε τις αποφάσεις: 227/2001, 293/2002 και κατόπιν αιτήσεως αναψηλάφησης την 954/2006, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 761/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Εφετείο.
Στη συνέχεια το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 22/2011 απόφασή του, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 12/4/2011 αίτησή τους και τους από 6/7/2011 προσθέτους λόγους αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 304/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 11/3/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-4-2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 6-7-2011 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 22/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την με αριθμό καταθέσεως 855/25-5-1966 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η Μ.
θυγ. Β. Μ., ανεψιά του δικαιοπαρόχου των αιτούντων την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσειόντων Δ. Ι. Μ., ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του .../7-5-1921 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Δεληγιάννη ο ανωτέρω θείος της κατέστη κύριος του αναφερόμενου επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 867,50 τ.μ., αμέσως δε μετά τη μεταγραφή του συμβολαίου αυτού το καθού η αίτηση αναψηλάφησης και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε το επίδικο, ενώ αίτησή της προς το οικείο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, προκειμένου να τηρηθεί η νόμιμη προδικασία, απορρίφθηκε.
Με βάση αυτά και δεδομένου ότι, κατ' αυτήν, ο δικαιοπάροχος της είχε αποβιώσει, ζήτησε ως κληρονόμος αυτού να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί του επιδίκου. Με την υπ' αριθ. 5390/20-12-1967 κύρια παρέμβαση του ο δικαιοπάροχος της ως άνω ενάγουσας, που βρισκόταν στην πραγματικότητα εν ζωή, ισχυρίστηκε ότι κύριος του επιδίκου είναι ο ίδιος, ότι το Ελληνικό Δημόσιο ακύρως εξέδωσε το από 10-5-1921 πρωτόκολλο καταλήψεως αδέσποτου για το επίδικο ακίνητο και ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα του στο επίδικο και να τεθεί εκτός δίκης η ως άνω ενάγουσα.
Με βάση την 927/1969 απόφαση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την ενάγουσα, της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε με την 167/1971 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, αφού ο κυρίως παρεμβαίνων ήταν εν ζωή.
Κατόπιν εφέσεως του τελευταίου κατά της ως άνω 927/1969 αποφάσεως εκδόθηκε η 847/1972 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ως απαράδεκτη, μετά δε κλήση του ιδίου εκδόθηκε η 561/1971 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η παρέμβαση του ως προς την ενάγουσα Μ.
Μ., ενώ με την 627/1973 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η κυρία παρέμβαση καθό μέρος στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του κυρίως παρεμβαίνοντος εκδόθηκε η 571/1975 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο με την 435/1982 οριστική του απόφαση αναγνώρισε κύριο του επιδίκου τον κυρίως παρεμβαίνοντα, ο οποίος απεβίωσε ήδη από το έτος 1976 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε.
και τους γιους του Ι. και Χ., που συνέχισαν τη δίκη. Ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 1446/1999 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αίτηση αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο α) με την 227/2001 απόφαση του απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τους κληρονόμους του γιου του αρχικώς κυρίως παρεμβαίνοντος Χ.
Μ. αιτούντες την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείοντες για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η κυρία παρέμβαση ως προς αυτούς υπέκυψε σε παραγραφή εν επιδικία, καθόσον από την έκδοση της ανωτέρω 571/1975 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την κατά την 12-1-1998 κατάθεση κλήσεως αυτών προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ως άνω 435/1982 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε χωρίς να παραστούν αυτοί, πέρασε χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών και β) με την 293/2002 απόφαση του έκρινε, ότι η κλήση των κληρονόμων του Χ.
Μ. προς συζήτηση της εφέσεως είναι άνευ επιρροής, γιατί ως προς αυτούς η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε με την ως άνω υπό στοιχείο (α) απόφαση και επομένως το Δικαστήριο απεκδύθηκε πάσης εξουσίας επί της υποθέσεως ως προς αυτούς. Με βάση αυτά οι αιτούντες την αναψηλάφηση κληρονόμοι του Χ. Μ. και ήδη αναιρεσείοντες με την από 22-3-2004 αίτηση τους ζητούν να εξαφανιστούν οι εν λόγω 227/2001 και 293/2002 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, γιατί υπήρξε διακοπή της παραγραφής με την από 12-3-1988 αίτηση τους προς συμβιβασμό απευθυνόμενη προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, η οποία αίτηση είναι κρίσιμο έγγραφο που αποσιώπησε το Ελληνικό Δημόσιο και λόγω ανώτερης βίας, ήτοι της άγνοιας της ύπαρξης του εν λόγω εγγράφου λόγω θανάτου στις 4-1-1997 του δικηγόρου τους Αγ.
Σπηλιάκου, ο οποίος και είχε απευθύνει την ως άνω αίτηση προς το ΝΣΚ. Επί της ως άνω αιτήσεως για αναψηλάφηση εκδόθηκε η 954/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και η οποία αναιρέθηκε με την 761/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, οπότε παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό δικαστήριο, επακολούθησε δε η 22/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι αιτούντες την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Σκοπός της καθιερώσεως του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι η αποφυγή από το δικαστήριο της παραπομπής λύσεως που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό και τούτο για την ασφάλεια του δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως Δικαστήριο της παραπομπής την ένδικη αίτηση τους αναψηλάφησης, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, που είχε κρίνει ότι η αίτηση τους ήταν εμπρόθεσμη και είχε ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης "ασκείται εμπροθέσμως, όπως ήδη κρίθηκε με την 761/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο κάθε λόγου της". Επομένως, το Εφετείο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση πρέπει: α') να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, β') να είναι κρίσιμο, δηλαδή να αφορά ουσιώδη περιστατικά της δίκης που έχει διεξαχθεί και η προσκόμιση του να μπορούσε να ασκήσει από αποδεικτική άποψη αποφασιστική επιρροή σ' αυτή προς απόδειξη ή ανταπόδειξη της βάσεως της αγωγής ή αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου προς απόκρουση αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί από τον αιτούντα διάδικο είτε προς θεμελίωση της αγωγής είτε προς θεμελίωση αυτοτελούς ισχυρισμούς προς αντίκρουση της, και υπό την έννοια ότι αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση, και γ') η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε παρακράτηση του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτου σε συνεννόηση με τον τελευταίο (ΑΠ 1264/2004, ΑΠ 1456/2003, ΑΠ 1041/2003).
Ανώτερη δε βία είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισης τους στη δίκη.
Δεν αποτελεί δε ανωτέρα βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι πιο πάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως δημιουργούνται, όταν παραβιάζεται αντίστοιχα, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουσιαστική και όχι δικονομική διάταξη του ελληνικού δικαίου, όπως προδήλως είναι και η διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναψηλάφηση επιτρέπεται και, αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο Λάρισας, αναφορικά με την από 22-3-2004 αίτηση αναψηλάφησης που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες κατά των 227/2001 και 293/2002 αποφάσεων του ιδίου δικαστηρίου, επικαλούμενοι σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ νέο κρίσιμο έγγραφο που βρήκαν και έλαβαν στην κατοχή τους μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών, το οποίο δεν μπορούσαν να προσκομίσουν εγκαίρως από ανώτερη βία και, συγκεκριμένα, γιατί αγνοούσαν την ύπαρξη του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 12-3-1988 αίτηση τους προς τη Νομική Υπηρεσία Διοίκησης (ΝΥΔ), όπως ονομαζόταν τότε το ΝΣΚ του Υπουργείου Οικονομικών οι Ε.
χήρα Δ. Μ., ο Ι. Μ. και οι αιτούντες την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείοντες πρότειναν προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και ειδικότερα "να καταβάλει αυτό έναντι καταργήσεως της εκκρεμούς δίκης στον Άρειο Πάγο την αξία του οικοπέδου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τους σχετικούς πίνακες αντικειμενικής αξίας".
Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 9808/Φ 58074 έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους/ Γραφείο Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Οικονομικών επί της παραπάνω αιτήσεως δεν εκδόθηκε γνωμοδότηση. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι α) η ως άνω αίτηση προς συμβιβασμό διακόπτει την παραγραφή κατ' άρθρο 269 ΑΚ, β) αποτελεί νέο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 544 αριθ. 7 του ΚΠολΔ, το οποίο έγγραφο υπήρχε κατά την έκδοση των με αριθμό 227/2001 και 293/2002 προσβαλλόμενων με την αίτηση αναψηλάφησης αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, γ) είναι κρίσιμο με την έννοια ότι αν είχε τεθεί υπόψη του ως άνω Δικαστηρίου θα εκδιδόταν διαφορετική απόφαση, δηλαδή δεν θα αποφαινόταν αυτό ότι η κυρία παρέμβαση υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή, αφού μεσολάβησε το γεγονός της διακοπής της κατ' άρθρο 269 ΑΚ.
Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι από ανώτερη βία με την προεκτεθείσα έννοια δεν το προσκόμισαν οι αιτούντες την αναψηλάφηση-αναιρεσείοντες ή ότι τα κατακράτησε κάποιο όργανο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αφού τέτοια κατακράτηση δεν νοείται για Δημόσια Υπηρεσία, ενώ ο ισχυρισμός ότι "το Δημόσιο αποσιώπησε την ύπαρξη του εγγράφου" δεν ασκεί κάποια επιρροή εν προκειμένω, αφού η αποσιώπηση δεν συνιστά λόγο αναψηλάφησης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναψηλάφησης είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναψηλάφησης κατά τον οποίο από ανωτέρα βία δεν προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες το έγγραφο, αφού το αγνοούσαν λόγω του επισυμβάντος στις 4-1-1997 θανάτου του δικηγόρου τους και τούτο γιατί το γεγονός αυτό δεν είναι τυχηρό και απρόβλεπτο, μόνη δε η άγνοια της ύπαρξης του εγγράφου δεν συνιστά ανωτέρα βία κατά την έννοια του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η αίτηση προς το ΝΣΚ έγινε από αυτούς (δηλαδή από το δικηγόρο τους, ο οποίος προφανώς τους ενημέρωσε) και αντίγραφο αυτής θα υπήρχε στο αρχείο του αποβιώσαντος δικηγόρου". Με τους δεύτερο λόγο της αναίρεσης και πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια και ειδικότερα ότι με το να κρίνει το Εφετείο ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι από ανώτερη βία με την προεκτεθείσα έννοια δεν προσκόμισαν το ανωτέρω κρίσιμο έγγραφο ή ότι το κατακράτησε κάποιο όργανο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ή αποσιώπησε την ύπαρξη του και ότι δεν αποδείχθηκε ανυπαίτια άγνοια εκ μέρους τους της ύπαρξης του εγγράφου αυτού, και κατόπιν τούτου να απορρίψει την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ.
Όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει, σύμφωνα με όσα στην αμέσως πιο πάνω σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, γιατί αναφέρονται σε πλημμέλειες εξαιτίας παραβιάσεως εκ πλαγίου, δικονομικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων όμως δεν ιδρύει τον από την προαναφερόμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση οι ερευνώμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης ότι οι αναιρεσείοντες αγνοούσαν ανυπαίτια την ύπαρξη του επίμαχου εγγράφου ή ότι το κατακράτησε κάποιο όργανο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ή αποσιώπησε την ύπαρξη του.
Περαιτέρω, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην
προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 249, 260, 261 και 269 ΑΚ, που αφορούν την εικοσαετή παραγραφή και την διακοπή αυτής, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι το επικαλούμενο έγγραφο δεν είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, αν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα αποφαινόταν το Δικαστήριο, ότι η κυρία παρέμβαση υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή, αλλά δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το κρίσιμο αυτό έγγραφο δεν το προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες από ανώτερη βία.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου. Περαιτέρω, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που αφορούν την προστασία του δικαιώματος της περιουσίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν έκρινε για κάποιο εμπράγματο περιουσιακό δικαίωμα, αλλά επί του ζητήματος κατά πόσο η μη προσκόμιση του επίμαχου εγγράφου από τους αναιρεσείοντες οφειλόταν σε ανώτερη βία ή όχι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/4/2011 αίτηση και τους από 6/7/2011 πρόσθετους λόγους της Ι. (Ε.) χήρας Χ. Μ. κλπ. για αναίρεση της 22/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ