Legislator Case Law & Legislation
830/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of fixed-term employment contract without valid cause.

Case Number 830/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Court of Appeal's decision regarding the termination of a fixed-term employment contract. The lower court found that the employer failed to provide a valid reason for terminating the contract before its expiration, rendering the termination void. Consequently, the court ruled that the employment relationship continued, obligating the employer to pay damages for breach of contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 and 672 of the Civil Code; A termination of a fixed-term employment contract without a valid reason is void, and the employer must pay damages for breach of contract.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract termination without valid cause void termination damages for breach labor law principles

Cited Legislation

AI generated
Article 669 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 830 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 830/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΙΔΗΣΕΟΦΩΝΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΑΕΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΗΧΟΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ - ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 874/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 4-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).

Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.

Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει της από 9-8-2006 σύμβασης μίσθωσης έργου, που καταρτίσθηκε, μετά από ανοιχτό δημόσιο διαγωνισμό, μεταξύ του ΙΚΑ και της αναιρεσίβλητης ¬ ενάγουσας, η τελευταία ανέλαβε (ως εργολάβος - ανάδοχος) την παροχή παραγωγικής λειτουργίας του Συστήματος Διαχείρισης Ζήτησης Υπηρεσιών Υγείας (ΣΔΔΖΥΥ), μέσω της παροχής υπηρεσιών τηλεφωνικής υποστήριξης, αλλά και αυτοπρόσωπης προφορικής εξυπηρέτησης, στο σύνολο της χώρας, με στόχο το υψηλότερο επίπεδο εξυπηρέτησης και πληροφόρησης των ασφαλισμένων του ΙΚΑ.

Για το σκοπό αυτό το ΙΚΑ προέβη στην αγορά από την ανάδοχο αναιρεσείουσα ¬ εναγόμενη 1.578.528 ανθρωποωρών παραγωγικής λειτουργίας (τηλε¬εκπροσώπηση και γραμματειακή υποστήριξη) και υπηρεσίες υποδομών για 228 θέσεις εργασίας μέχρις εξαντλήσεως της πίστωσης των 11.649.536,64 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α. Σημειωτέον ότι βάσει ρητού όρου, η σύμβαση θα διαρκούσε μέχρις εξαντλήσεως της ως άνω πίστωσης, με την πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που με το πέρας του έτους, δεν θα έχουν εξαντληθεί οι ως άνω ανθρωποώρες παραγωγικής λειτουργίας, θα επέλθει παράταση της διάρκειας παροχής υπηρεσιών με μεταφορά στο επόμενο έτος.

Για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης του αριθμού 184, η αναιρεσείουσα προσέλαβε την αναιρεσίβλητη, αρχικά με σύμβαση εργασίας με δοκιμή, ήτοι με σύμβαση, με την οποία η εναγόμενη προσέλαβε την ενάγουσα για χρονική περίοδο από 18-9-2006 έως 18-10-2006 με σκοπό τη δοκιμασία κατά τη διάρκειά της, των επαγγελματικών ή τεχνικών γνώσεων και ικανοτήτων της πριν από την οριστική πρόσληψή της, και έπειτα με σύμβαση μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με την ειδικότητα υπαλλήλου γραφείου και ειδικότερα ως υπεύθυνη τμήματος του υποκαταστήματος ΙΚΑ Άργους.

Κατά την κατάρτιση της υπό κρίση σύμβασης συμφωνήθηκε ρητά ως χρόνος έναρξης αυτής, η 19-10-2006 και ο χρόνος λήξης της, η ημερομηνία περάτωσης του έργου που είχε αναλάβει η εναγόμενη έναντι του ΙΚΑ, το οποίο έργο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είχε συμβατικώς καθορισμένη χρονική διάρκεια.

Συνεπώς, αφού η ενάγουσα προσλήφθηκε για την εκτέλεση του εν λόγω έργου, η σύμβαση εργασίας της συνήφθη υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της λήξης της κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης μίσθωσης του έργου, ήτοι η ορισμένη διάρκεια σαφώς προκύπτει από το είδος ή το σκοπό της εργασίας που έχει συμφωνηθεί. Για το χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής ως σύμβασης ορισμένου χρόνου συνηγορεί και το γεγονός ότι τα μέρη έχουν ρητά συμφωνήσει ότι η λήξη της θα επέλθει με την επίτευξη του σκοπού της εργασίας, για την οποία προσλήφθηκε η ενάγουσα, η οποία γνωρίζει και έχει αποδεχθεί ότι η παροχή της εργασίας της θα έχει ορισμένη διάρκεια λόγω του είδους και του σκοπού.

Άλλωστε, καίτοι ο ακριβής χρόνος λύσης της συμβάσεως δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, γιατί είναι βεβαία η λύση της συμβάσεως σε ένα προβλέψιμο (έστω και κατά προσέγγιση) χρόνο με την εξάντληση της ανωτέρω πίστωσης δεδομένης της αγοράς από το ΙΚΑ συγκεκριμένων ανθρωποωρών και θέσεων εργασίας.

Η ως άνω εργασιακή σχέση λειτούργησε ομαλά έως την 20-4-2007, οπότε προκλήθηκε επεισόδιο μεταξύ της ενάγουσας και του αρμοδίου ελεγκτή περιφερειάρχη - υπαλλήλου της εναγομένης, με αφορμή τον έλεγχο που διενέργησε ο ως άνω ελεγκτής στο τμήμα υποκαταστήματος ΙΚΑ Άργους, υπεύθυνη του οποίου ήταν η ενάγουσα, αναφορικά με το εάν η τελευταία ασκούσε με τον προσήκοντα τρόπο τις υπηρεσίες της.

Ειδικότερα στις 20-4-2007 και ώρα 9.20 π.μ. ο ελεγκτής της εναγομένης εταιρείας Ι. Κ. κατά τη διάρκεια ελέγχου στο τμήμα 184, όπου εργαζόταν η ενάγουσα, διαπιστώνοντας λάθη ή παραλείψεις από τους υπαλλήλους του τμήματος, παρεκτράπη με φωνές και βρισιές, πετώντας ντοσιέ και απειλώντας την προϊσταμένη του τμήματος - ενάγουσα, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της μονάδος και αλγεινή εντύπωση στους ασφαλισμένους που ήταν παρόντες.

Μετά το επεισόδιο αυτό, στις 23-4-2007, μετά από ψυχολογική πίεση που ασκήθηκε σε βάρος της ενάγουσας από τη διοίκηση της εναγομένης, η πρώτη αναγκάστηκε να υπογράψει το από 23-4-2007 έγγραφο περί δήθεν οικειοθελούς αποχωρήσεώς της από την εταιρεία. Η ενάγουσα προσέφυγε αμέσως στην επιθεώρηση εργασίας, αναφέροντας την ανάρμοστη σε βάρος της συμπεριφορά του ελεγκτή και την αθέμιτη απόσπαση του εγγράφου για την "οικειοθελή" αποχώρησή της από την εργασία της.

Η συζήτηση της προσφυγής έγινε στις 11-5-2007, πλην όμως δεν λύθηκε η διαφορά, ενόψει και του γεγονότος ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη, μετά την εκ μέρους της καταγγελία στην επιθεώρηση εργασίας, θεώρησε την συμπεριφορά της απαράδεκτη και αρνήθηκε να δεχθεί πλέον τις υπηρεσίες της. Περαιτέρω καθίσταται προφανές ότι εφόσον η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η κατά τον προεκτεθέντα τρόπο λύση της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων συνιστά καταγγελία αυτής, η οποία αφορώσα σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και γενομένη χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, είναι άκυρη και συνεπώς η εναγομένη αρνούμενη να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν τις αποδοχές της από 24-4-2007 μέχρι τις 22-11-2007, όπως ζητεί με την αγωγή της.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι σε κάθε περίπτωση υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας διότι αυτή ήταν ανεπαρκής στην εκτέλεση των καθηκόντων της, δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της εργασίας της και μάλιστα τέτοια, ώστε να συνιστά σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την πρόωρη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους της εναγομένης, ούτε αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του μεμονωμένου και μοναδικού επεισοδίου, που δημιουργήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του άνω ελεγκτή της εναγομένης, δεν μπορούσε να αξιωθεί από την τελευταία, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών η συνέχιση της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας μέχρι τη συμφωνημένη λύση της.

Τέλος, συνέπεια της κατά τον άνω τρόπο καταγγελίας της συμβάσεώς της η ενάγουσα προσεβλήθη στην προσωπικότητα της, αφού η απόλυσή της σχετίζεται με την επαγγελματική της ανεπάρκεια και τις ικανότητές της και συνεπώς υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της καταβληθεί το ποσό των 1.000 ευρώ που κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η εν λόγω σύμβαση έχει το χαρακτήρα της συμβάσεως ορισμένου χρόνου και ότι η καταγγελία έγινε από την αναιρεσείουσα χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, δέχτηκε δε μετά ταύτα την αγωγή ως νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς έκρινε ορισμένη την αγωγή, αφού από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 117, 118 του Κ.Πολ.Δ., σχετικά με το θέμα της ελλείψεως βουλήσεως αυτής για οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία της, καθώς και ως προς τις συνθήκες υπογραφής του σχετικού εγγράφου το οποίο κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ήταν προϊόν ασκήσεως ψυχολογικής βίας από τον Ι.

Κ., δεν ήταν δε απαραίτητο να μνημονεύεται ότι αναγκάστηκε να υπογράψει το έγγραφο της οικειοθελούς αποχώρησής της επειδή η συμπεριφορά του ως άνω ελεγκτή της αναιρεσείουσας της προκάλεσε φόβο. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, δεν στέρησε νομίμου βάσεως την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, καθώς και ως προς την ακυρότητα της δήθεν οικειοθελούς παραιτήσεως αυτής, αφού ρητά αναφέρεται ότι αναγκάστηκε να υπογράψει το σχετικό έγγραφο μετά από ψυχολογική πίεση, αμέσως δε την επόμενη ημέρα προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας καταγγέλλοντας τόσο την ανάρμοστη εις βάρος της συμπεριφορά, όσο και την αθέμιτη απόσπαση του εν λόγω εγγράφου.

Επομένως, οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές.

Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ. 3 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι τούτο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τις συνθήκες για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 1253-1252-1254/2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Λ. Μ., Ε. Γ. και Ε. Τ. τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα. Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ρητά μνημονεύονται. Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ θέμα καταβολής δικαστικής δαπάνης στην αναιρεσίβλητη δεν τίθεται αφού δεν έχει υποβληθεί από αυτήν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΙΔΗΣΕΟΦΩΝΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΑΕΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΗΧΟΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ - ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" για αναίρεση της 243/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ