Legislator Case Law & Legislation
830/2011 AI generated

Supreme Court dismisses IKA's appeal against the Athens Court of Appeal's ruling on rent payment.

Case Number 830/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Institute of Social Insurance (IKA) against the Court of Appeal's decision ordering rent payment. The Court of Appeal ruled that the appellant company, which became a lessee through a corporate split, was validly active in the lawsuit regarding the rent. The Supreme Court upheld this decision, rejecting IKA's arguments that the company lacked standing or that the lower court erred in its legal reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81 §§1 and 3, 85 §1, and 88 §1 of Law 2190/1920; In the event of a company split resulting in the formation of new companies, the dissolved company is dissolved without liquidation and transfers its entire assets to the new companies, thereby validating the new companies' active standing in legal proceedings concerning those assets.

Keywords

AI generated
corporate split active standing rent payment appeal dismissal corporate succession lessee status court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 81 §§1 and 3, 85 §1, and 88 §1 of Law 2190/1920
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 19 paragraph 1 of Law 1846/1951
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 830 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 830/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αθανασίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ - ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Λ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Αναγνώστου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 538/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1798/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/3/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 22/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1798/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις διατάξεις των άρθρων 81 §§1 και 3, 85 §1 και 88 §1 του Ν. 2190/1920, που προστέθηκαν με το π.δ. 498/31-12-1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9-10-1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/855/ΕΟΚ για το εταιρικό δίκαιο, ορίζεται ότι, στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρείας που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιρειών, η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό-παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες.

Από την καταχώρηση δε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84 του ίδιου νόμου, επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρείας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες τοιαύτες, συνιστά καθολική διαδοχή, όπως άλλωστε ρητώς ορίζεται τούτο στο άρθρο 75 §1 περ. α' του ν. 2190/1920, για την περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών με την σύσταση νέας εταιρείας, η οποία συνιστά όμοια με την διάσπαση περίπτωση, με μόνη διαφοροποίηση, ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιρειών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία που συνιστάται.

Επομένως, μετά την ολοκλήρωση της διάσπασης, διά της καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων.

Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης-εκμισθώτριας εταιρείας, και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή (Ολ.

Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001).

Για την τοιαύτη δε υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση αρκεί και μόνο η μεταβίβαση της τελευταίας από τη διασπώμενη εκμισθώτρια εταιρεία, στις επωφελούμενες από τη διάσπαση τοιαύτες και δεν είναι αναγκαία και η κτήση της κυριότητος από αυτές (επωφελούμενες εταιρείες) του μισθίου ακινήτου, που αφορά την μεταβιβαζόμενη, κατά την έννοια της καθολικής διαδοχής, μίσθωση, κάτι που μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση που η εκμισθώτρια (διασπώμενη) εταιρεία δεν ήταν και κυρία αυτού, ή η πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1193 και 1198 Α.Κ., για να επέλθει η μεταβίβαση και της κυριότητας του μισθίου ακινήτου, καθόσον μεταγραφή απαιτείται για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, στην περίπτωση που γίνεται αυτή με την πράξη της διάσπασης σύμφωνα με το άρθρο 85 §3 του Ν. 2190/1920 (βλ.

σχετ. ΟΛ. Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001 Ο.Π.). Εξάλλου, στην περίπτωση που η διασπώμενη εταιρεία είχε εκμισθώσει περισσότερα αυτοτελή όμορα ακίνητα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον μισθωτή για ενιαία χρήση και με την πράξη της διάσπασης μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση σε περισσότερες από μια επωφελούμενες εταιρείες, υπό την έννοια ότι σε μια μεταβιβάζεται η μίσθωση, ως προς ένα ή περισσότερα μίσθια ακίνητα και σε άλλη, ως προς τα υπόλοιπα, τότε δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές. (βλ.

σχετ. Α.Π. 183/1994). Στην περίπτωση αυτή κάθε μια από τις νέες εκμισθώτριες εταιρείες, μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση μισθίου ακινήτου του οποίου κατέστη εκμισθώτρια, και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης, λόγω λήξης της τελευταίας, ο δε μισθωτής, εναγόμενος προς απόδοση της χρήσης ενός ή περισσοτέρων από τα όμορα ακίνητα, λόγω λήξης της μίσθωσης, έχει δικαίωμα, επικαλούμενος την μίσθωση συνενωμένων μισθίων ακινήτων να προτείνει τον από το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 20 του Π.Δ/τος 34/1995) αποκλεισμό της λήξης, μόνο εάν δεν έχει λήξει επίσης, για τον ίδιο λόγο, και η μίσθωση των λοιπών συνενωμένων μισθίων (Α.Π. 583/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, συνεκδικάζον τις δύο αντίθετες εφέσεις, τις ασκηθείσες κατά της απόφασης το πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της ενάγουσας -νυν αναιρεσίβλητης- εκμισθώτριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου, λόγω λήξεως της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης και λόγω παρόδου δωδεκαετίας, δέχθηκε ότι, με το από 10-12-1957, μισθωτήριο συμφωνητικό, μεταξύ της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας, με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΕ" και του εναγομένου -νυν αναιρεσείοντος (ΙΚΑ), κατατίσθηκε σύμβαση, με την οποία η πρώτη εξεμίσθωσε στο δεύτερο το περιγραφόμενο στην αγωγή κτιριακό συγκρότημα, ευρισκόμενο στα Μελίσσια Αττικής, για να το χρησιμοποιήσει το τελευταίο ως θεραπευτήριο -Κλινική, για την ιατρική-νοσοκομειακή περίθαλψη των ασφαλισμένων του.

Επίσης, με την από 9-9-1974 σύμβαση μισθώσεως, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, είχε μισθωθεί και πάλι στο ΙΚΑ το ίδιο κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο είχε λειτουργήσει το Νοσοκομείο του (1ο Θεραπευτήριο ΙΚΑ), η μίσθωση δε αυτή διήρκεσε μέχρι 31-12-1987, οπότε άρχισε να ισχύει, η άνω, νέα μίσθωση, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σε αυτή. Έτσι ο μισθωτής (ΙΚΑ) εξακολούθησε να παραμένει στο μίσθιο ακίνητο και να ασκεί σε αυτό την ίδια ως άνω δραστηριότητα (κλινική-νοσοκομείο), όπως είχε συμφωνηθεί και με την νέα μίσθωση. Η τελευταία, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του νόμου 813/1978 από τον οποίο και διέπεται έκτοτε (ήδη π.δ. 34/1995). Μετά την συμπλήρωση του συμβατικού της χρόνου, η μίσθωση παρατάθηκε συμβατικά για μια ακόμα εξαετία, με σχετική δήλωση του μισθωτή, σε εκτέλεση του άνω συμβατικού όρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παρατάθηκε αναγκαστικά, αρχικά για τρία ακόμα έτη (άρθρο 2 §8 ν. 2235/1994, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 4 §1 του ν. 813/1978 και εν συνεχεία για μια ακόμα τριετία (άρθρο 7§6 ν. 2741/1999 με το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, η διάρκεια της μίσθωσης που ρυθμίζεται από το π.δ. 34/1995 ισχύει για διάστημα 12 ετών έστω και αν έχει συμφωνηθεί διάρκεια μικρότερη ή αορίστου χρόνου).

Συνεπώς, η παραπάνω μίσθωση έληξε στις 31-12-1999 , τόσο σε ότι αφορά την συμβατική διάρκειά της, όσο και κατά το μέρος που παρατάθηκε αναγκαστικά από τους παραπάνω νόμους. Κατά την λήξη της το μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα είχε διαμορφωθεί για όλα τα μίσθια ακίνητα στο ποσό των 11.412.467 δρχ. Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της κρινόμενης αναίρεσης ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας-εκμισθώτριας-νυν αναιρεσίβλητης εταιρείας (προελθούσας από τη διάσπαση της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας) προς άσκηση της ένδικης αγωγής, για απόδοση του μισθίου, ζήτημα το οποίο (και μόνο) αφορούν οι δύο (μοναδικοί) λόγοι αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής:

Η παραπάνω εκμισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε αριθμό Μητρώου Ανωνύμων Εταιρειών 72/01 ΑΤ/ Β/8/2178 και λειτουργούσε νόμιμα με έδρα τον Δήμο Αμαρουσίου (οδός Παραδείσου αριθμ. 34), από 8-9-1930 (ΦΕΚ 257/8-9-1930) με βάση την υπ' αριθμ. 2340/1930 πράξη του Συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Σωτηρόπουλου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 58980/8-9-1930 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιευθείσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ.

ανωτέρω), όπως το αρχικό καταστατικό της είχε επανειλημμένως τροποποιηθεί νομίμως με τις μνημονευόμενες στην αμέσως κατωτέρω πράξη, συμβολαιογραφικές πράξεις, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5527/22-11-1995 πράξεως διάσπασης και σύστασης ανωνύμων εταιρειών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Αριστ. Θεοδωράκου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 5752/1996 πράξη - διόρθωση της ως άνω υπ' αριθμ. 5527/22-12-1995 πράξεως, της ίδιας Συμβολαιογράφου και της υπ' αριθμ. 7739/4-10-1999 τροποποιητικής πράξης της αυτής επίσης Συμβολαιογράφο, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.

Πρωτ. ΕΜ 7372/29-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στις 29-12-1995 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό ΜΑΕ 34867/01ΑΤ/Β/95/396 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1280/27-3-1996 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε), διεσπάσθη, με την ταυτόχρονη σύσπαση πέντε νέων εταιρειών, οι οποίες είναι οι εξής: 1. "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ενάγουσα-νυν αναιρεσίβλητη), 2. "Α.

Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 3. "ΜΠΙΝΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 4. "ΠΑΤΡΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 5. "Η ΠΕΝΤΕΛΗ" ΑΝΩΝΥΜΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Τα δε καταστατικά των πιο πάνω ανωνύμων εταιρειών, τα οποία αναφέρονται στο ανωτέρω υπ' αριθμ. 5527/22-12-1995 συμβόλαιο, εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 7372/29-12-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και καταχωρήθηκαν στις 29-12-1995 στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με τους αριθμούς 34867/01ΑΤ/Β/95/396, 34868/01ΑΤ/Β/95/397, 34869/01 ΑΤ/Β/95/398, 34870/01 ΑΤ/Β/95/399, 34871/01ΑΤ/Β/95/400 και δημοσιεύθηκαν, στα υπ' αριθμ. 1280/27-3-1996, 1356/3-4-1996, 1269/27-3-1996 και 1270/27-3-96 ΦΕΚ αντίστοιχα τ.

Α.Ε. ΚΑΙ Ε.Π.Ε). Η κατά τα άνω διάσπαση της αρχικής ανώνυμης εταιρείας (εκμισθώτριας) με την ταυτόχρονη σύσταση των παραπάνω ανωνύμων εταιρειών (επωφελούμενων) έγινε σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 81 επ. του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", οι οποίες προστέθηκαν σε αυτόν με το άρθρο 14 του π.δ. 498/1987, προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τα άρθρα 1,2 και 21 της τρίτης οδηγίας της ΕΟΚ, κατά τα προαναφερόμενα.

Σύμφωνα με την παραπάνω πράξη της διάσπασης, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω διορθώθηκε και τροποποιήθηκε και για τη οποία τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις, ώστε από τις άνω δημοσιεύσεις να επέρχονται τα έννομα αποτελέσματά της, μεταβιβάζονται κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής, στην πρώτη των άνω επωφελούμενων εταιρειών, ήτοι την εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη), τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 1 στοιχεία α' και β' ακίνητα που απαρτίζουν το μίσθιο, δηλαδή, εδαφική έκταση 17.022 στρεμμάτων, μέσα στην οποία βρίσκονται, ένα πενταόροφο κτίριο με ημιυπόγειο συνολικής επιφάνειας 6.525 τ.μ.

και ο πρώτος όροφος του ημιτελούς κτιρίου της νέας πτέρυγας συνολικής επιφανείας 812,7 τ.μ., ενώ στην πέμπτη των άνω επωφελούμενων εταιρειών, το άλλο τμήμα του μισθίου, δηλαδή εδαφική έκταση συνολικής επιφανείας 50.000 τ.μ. με το κείμενο σ' αυτήν κτίσμα, που λειτουργεί ως νευρολογική κλινική, συνολικής επιφανείας 604 τ.μ.

Παράλληλα, με την ίδια πράξη μεταβιβάστηκε στις άνω επωφελούμενες εταιρείες, η ενοχική σχέση της παραπάνω μίσθωσης, κατά το μέρος που αυτή αναφέρεται στα μίσθια ακίνητα που μεταβιβάζονται σε κάθε μια εξ αυτών. Όμως, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη) εταιρεία, αποδεικτικά στοιχεία, η άνω πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί, κάτι που απαιτείται και εν προκειμένω, τούτου επιβαλλομένου από το άρθρο 85 §3 του Ν. 2190/1920, προκειμένου να καταστεί κυρία η επωφελούμενη από την διάσπαση εταιρεία, του ακινήτου που μεταβιβάζεται σε αυτήν, βάσει των προαναφερομένων γενικών διατάξεων (άρθρα 1038, 1192, 1193, 1198 Α.Κ.).

Έτσι η ενάγουσα (πρώτη επωφελούμενη) εταιρεία, δεν κατέστη κυρία των άνω ακινήτων από τα οποία απαρτίζεται το μίσθιο και επομένως εκ του λόγου αυτού (ως νέος κτήτορας των μισθίων ακινήτων) δεν υπεισήλθε στην μισθωτική σχέση, εφόσον δεν κατέστη κυρία των εν λόγω μισθίων ακινήτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, με την παραπάνω πράξη διάσπασης, μεταβιβάστηκε στην πρώτη επωφελούμενη εταιρεία ολόκληρη η μισθωτική σχέση που υπήρχε μεταξύ της διασπώμενης εταιρείας και του ΙΚΑ (μισθωτή), ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σε σχέση με τα προαναφερόμενα μίσθια ακίνητα, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για καθολική διαδοχή και όχι για σύμβαση εκχωρήσεως με την οποία μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται και εν προκειμένω η συναίνεση του μισθωτή, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση της εκχωρήσεως, που για να συντελεσθεί η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης σε τρίτο, αναγκαία προϋπόθεση προς τούτο ήταν να αποδεχθεί αυτό ο μισθωτής υπό την μορφή συναινέσεως (άρθρο 361, 455, 471 Α.Κ.).

Για την τοιαύτη δε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, δεν ήταν αναγκαίο, η διασπώμενη εταιρεία να είναι και κύρια του μισθίου ακινήτου, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι ήταν εκμισθώτρια αυτού (κάτι που πλήρως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και συνομολογείται από το εναγόμενο (ΙΚΑ) με τις προτάσεις του), ούτε και απαιτείτο μεταγραφή της πράξης με την οποία μεταβιβάστηκε η μισθωτική σχέση, αφού πρόκειται για μεταβίβαση ενοχικής αξιώσεως.

Συνεπώς, με την ολοκλήρωση, κατά τα άνω, της πράξης της διάσπασης με την σύσταση νέων ανωνύμων εταιρειών, η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη), πρώτη επωφελούμενη εταιρεία, κατέστη εκμισθώτρια των προαναφερόμενων μισθίων ακινήτων, και ως εκ τούτου υπό την τοιαύτη ιδιότητά της νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της επίδικης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η επίδικη αγωγή, σε ότι αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση στην άσκηση της εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας κατά του εναγομένου (ΙΚΑ) είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται εκ μέρους του τελευταίου (εναγόμενου) με τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του, περί του ότι δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα στην άσκησή της, καθόσον η διασπασθείσα εκμισθώτρια εταιρεία δεν ήταν και κυρία των άνω μίσθιων ακινήτων και ως εκ τούτου δεν κατέστη κυρία, και κατά συνέπεια, και εκμισθώτρια αυτών, η ενάγουσα (επωφελουμένη) εταιρεία, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ως νόμιμη την αγωγή της ενάγουσας-εκμισθώτριας-νυν αναιρεσίβλητης, περί απόδοσης του μισθίου, μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς αποφάνθηκε, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό και προβλεπόμενη, από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο-νυν αναιρεσείον (ΙΚΑ) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, πέραν του ότι βασίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η εκμισθώτρια-ενάγουσα υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, ως καθολική διάδοχος της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας, λόγω της μεταβίβασης από την τελευταία προς αυτήν, της μίσθωσης με την προαναφερθείσα πράξη διάσπασης και όχι, λόγω μεταβίβασης της κυριότητας, όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος, ως αβάσιμος σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος, από το άρθρ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό του εναγομένου-μισθωτού-νυν αναιρεσείοντα προβληθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό, για την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας- εκμισθώτριας, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, μειωμένη κατά το άρθ. 22 Ν3693/1957, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), σύμφωνα με το άρθ. 19 παρ.1 Ν1846/1951, απολαύει των δικονομικών και οικονομικών προνομίων του Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2006 αίτηση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1798/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ