Legislator Case Law & Legislation
830/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and for lack of legal basis in property dispute.

Case Number 830/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court failed to properly weigh evidence and lacked a legal basis for its ruling, but the court found these claims unmeritorious. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 and 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews procedural compliance when a party is absent, and findings of fact are not legally flawed merely because the court relied on some evidence rather than all presented.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default legal basis requirement evidence evaluation property ownership dispute legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 24/1992
Supreme Court Case 458/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 830 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 830/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., κατοίκου ΗΠΑ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου:..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 639/1997 μη οριστική, 547/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 565/2002 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 25-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή, της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 1379/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη ...έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 3-12-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιο και αντίκλητο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Γιάννη Μπροκαλάκη.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτκως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του (ΑΠ 1286/2003, ΑΠ 615/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα 4646/ 1998 έκθεση του ορισθέντος Εισηγητή με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του <<τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, δύο από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή, που διορίστηκε με την 639/1997 προδικαστική απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, και περιλαμβάνονται στην 4646/1998 έκθεσή του>>, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στην προαναφερθείσα έκθεση.

Και δεν προκύπτει το αντίθετο από το ότι το Εφετείο απέδωσε ανελέγκτως στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος και κατ' εκτίμηση και δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφασμόστηκε ( Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Έτσι η ανεπάρκεια των αιτιολογιών πρέπει να αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί (ΑΠ 458/1990). Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι το Εφετείο στήριξε την εξενεχθείσα κρίση του σε ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα, <<παραλείποντας πλήρως την συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων>> και χωρίς να λάβει υπόψη τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2003 αίτηση του ... για αναίρεση της 565/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Mαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ