Legislator Case Law & Legislation
830/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to improper filing venue and lack of opponent participation.

Case Number 830/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued procedural errors regarding the validity of the enforcement order and contract interpretation, but the court found the appeal inadmissible because it was filed against multiple judgments in a single filing without proper venue separation. Furthermore, the opposing party did not appear, and the court ruled that the appeal was unfounded based on the established facts and legal reasoning of the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 566 para. 2 K.Pol.Dik; Art. 576 para. 2 K.Pol.Dik: An appeal filed against multiple judgments in one submission is inadmissible for the judgment not served at the correct court, and proceedings continue against absent defendants if legally summoned.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper venue filing absence of opponent cassation procedure multiple judgments appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 566 para. 2 K.Pol.Dik
Art. 576 para. 2 K.Pol.Dik
Art. 495 para. 2 K.Pol.Dik
Art. 560 no. 1 K.Pol.Dik
Art. 561 para. 1 K.Pol.Dik
Art. 22 of Law 5960/1933
Art. 892, 806 and 288 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 830 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 830/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δε λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας ......, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως μαζί με την κάτω απ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ, παρότι ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της.

Κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθόσον στρέφεται κατά την υπ' αριθ. 64/2002 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κερκύρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κεκυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων, από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν απ' αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη ( ΑΠ 1436/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά της εις βάρος του εκδοθείσας υπ'αριθ. 73/2001 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκου 'Ορους βάσει μιας επιταγής εκδόσέως του, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος, κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2000, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα συμφώνησε με τον Γ1, να βρει ο τελευταίος το ποσό του 1.300.000 δραχμών από τρίτο πρόσωπο.

Για τον λόγο αυτό εξέδωσε εις διαταγή του ανωτέρω Γ1 δύο επιταγές ποσού συνολικά 2.000.000 δραχμών και ειδικότερα περί τα τέλη Οκτωβρίου του ως άνω έτους τις υπ' αριθμ. ...... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 1.000.000 δραχμών η καθεμία, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού του στην παραπάνω Τράπεζα, οι οποίες έφεραν ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-1-2001 και την 28-2-2001 αντίστοιχα.

Η υπ' αριθμ. ..... ανωτέρω επιταγή μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον Γ1 στον αναιρεσείοντα, ενώ ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος έλαβε από τον Γ1 το παραπάνω ποσό, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου, αρκετές από τις οποίες έγιναν από το γραφείο και παρουσία του μαρτυρά του, οποίος τυγχάνει επί χρόνια λογιστής του.

Κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 ο αναιρεσίβλητος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την πληρώτρια τράπεζα να προσέλθει στο κατάστημα αυτής, διότι την ανωτέρω επιταγή είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων, ο οποίος σε σχετική ερώτηση του αναιρεσιβλήτου απάντησε ότι η επιταγή δόθηκε σε αυτόν από τον Γ1, με σκοπό ο τελευταίος να λάβει τα χρήματα από αυτόν (αναιρεσείοντα) και να τα παραδώσει στον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος δε ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα ότι δεν έχει λάβει κανένα χρηματικό ποσό.

Ακολούθως το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του Γ1 υπήρχε επαγγελματική συναλλαγή και εξ αυτού του λόγου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, δέχεται ως πλέον ή βέβαιο ότι ο αναιρεσείων (καθ' ου η ανακοπή) κατά την κτήση της επιταγής γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την προβαλλόμενη με την ανακοπή ένσταση του αναιρεσιβλήτου για μη επακολουθήσασα αιτία, δηλαδή εγνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος, όταν εξέδωσε την επιταγή εις διαταγή του Γ1 και την μεταβίβασε στον τελευταίο, δεν είχε λάβει το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό και ότι με την κτήση της επιταγής από αυτόν (αναιρεσείοντα) μπορεί να ματαιωθεί η προβολή της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου.

Και καταλήγει το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων δεν απολαμβάνει του προνομίου του απροβλήτου των προσωπικών ενστάσεων από την εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και του προηγουμένου αυτού κομιστή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ν. 5960/1933 και ως εκ τούτου παραδεκτά αντιτάχθηκε κατ' αυτού η παραπάνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 ως προς τα στοιχεία της γνώσεως του κομιστού, κατά το χρόνο της κτήσεως της επιταγής και της βλάβης του οφειλέτη, ούτε αμέσως ούτε εκ πλαγίου και δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη της νόμιμης ως προς το ζήτημα αυτό βάσης του, αφού διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στην ανωτέρω διάταξη και δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος, στο οποίο κατέληξε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ. 1 αιτίαση ότι το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία της σύμβασης δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ των Γ1 και εφεσίβλητου και της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Γ1, παραβίασε τις διατάξεις περί ερμηνείας των συμβάσεων και τις διατάξεις των άρθρων 892, 806 και 288 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην ερμηνεία τέτοιων συμβάσεων, ούτε δέχθηκε κενό ή ασάφεια στην συμφωνία του αναιρεσείοντα με τον Γ1, που να υποχρεώνει αυτό να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, ούτε επίσης δέχθηκε, αλλά αντίθετα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στα πλαίσια επαγγελματικής συναλλαγής μεταξύ του Γ1 και του αναιρεσιβλήτου. Κατά τα λοιπά, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος), που υπό την επίκληση της ίδιας (από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2005 αίτηση του Χ1 για ανίρεση της υπ'αριθ. 58/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-3-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ