Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late supplementary grounds and vague legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final decision. The court ruled that supplementary grounds of appeal filed on December 28, 2005, were inadmissible because they were submitted more than thirty days before the scheduled hearing. Furthermore, the primary grounds were rejected as vague because they failed to specify the exact legal provisions violated or the factual assumptions relied upon, violating procedural requirements for clarity.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed at least thirty full days before the hearing, and grounds alleging legal error must clearly identify the specific statutory provision violated and the factual assumptions relied upon, without relying on references to other documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 830 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 830/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αφένδρα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12/9/2001 και 1/3/2002 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 763/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 708/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2004 αίτησή του και τους από 28/12/2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 6/9/2005 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και την από 3/1/2006 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο νε δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτη της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 143/1984).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από τον παραπόδας του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ορισμό δικασίμου από τον Πρόεδρο του τμήματος αυτού ως δικάσιμος για την εκδίκαση της υποθέσεως ορίστηκε η 11-10-2005. Επομένως οι ασκηθέντες την 28-12-2005 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει, πέραν των ανωτέρω, να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογικών.
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και με το δεύτερο λόγο αληθώς μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 179 ΑΚ και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρ. 92 παρ.5 του Κώδικα περί δικηγόρων. Στο αναιρετήριο όμως δεν περιέχονται οι σχετικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εντοπίζονται οι αντιφάσεις των αιτιολογιών και δεν επισημαίνεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, αλλά ο αναιρεσείων αναφέρεται μόνο στις απόψεις του επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, που είναι αντίθετες προς τις κρίσεις του Εφετείου. Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη ένσταση συμψηφισμού προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, καθόσον δεν περιείχοντο στις προτάσεις του τελευταίου τα πραγματικά περιστατικά που θα συγκροτούσαν την ιστορική της βάση, αλλά εγίνετο παραπομπή στο δικόγραφο άλλης αγωγής που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του αναιρεσίβλητου ως και πράγμα, τι συνέβη κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο. Από τη διάταξη του άρθρ. 262 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο ενστάσεως συμψηφισμού πρέπει ο ενιστάμενος με τις προτάσεις του να αναφέρει με τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του και δεν υπάρχει δυνατότητα θεραπείας της παραπάνω αοριστίας με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, κατ'ανάλογο εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή της διατάξεως του άρθρ. 216 ΚΠολΔ σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2004 αίτηση και τους από 28-12-2005 πρόσθετους λόγους του Γ. Κ. για αναίρεση της 708/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ