Supreme Court allows appeal against child support award due to insufficient factual reasoning in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final child support order because the lower court failed to provide adequate factual reasoning for its calculations. The appellant argued that the court ignored specific financial data regarding bank balances, property values, and the cost of private education without proper valuation. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different judge to ensure the child support amount is based on complete and verified evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1485, 1486, 1489, 1493 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A final judgment on child support is voidable if the lower court fails to provide sufficient and clear factual reasoning regarding the parties' assets, income, and the child's specific needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 82 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 82/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μιχαλόλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ως ασκούσας την επιμέλεια των τέκνων της Σ. Μ. και Ο. Μ.. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2081/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 παρ. 3 ΚΠολΔ), υπ' αριθ. 2081/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο, συνεδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 110/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 15-7-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διατροφής των εκπροσωπούμενων απ' αυτήν ανηλίκων τέκνων της που απέκτησε από το γάμο της με τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, απέρριψε την έφεση και την αντέφεση των διαδίκων. Η αίτηση αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, εφόσον τα εισοδήματα από αυτήν ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.
Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπεύθυνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλλων και της αμοιβαίας υποχρέωσής τους προς ανατροφή και εκπαίδευση του τέκνου (ΑΠ 1926/2022, ΑΠ 1250/2019, ΑΠ 1156/2017). Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και, στη συνέχεια, προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (ΑΠ 1926/2022, ΑΠ 36/2021, ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1250/2019).
Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου.
Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει ο,τιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κλπ., καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 1926/2022, ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1612/2017).
Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 εδ. β' ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, ήτοι με τις δυνατότητες που έχει έκαστος αυτών να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των αναγκών του τέκνου με τα εισοδήματα, την προσωπική εργασία και την περιουσία του (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 2210/2007).
Επομένως, ο εναγόμενος γονέας προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση, κατ' άρθρο 1489 εδ. β' ΑΚ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 36/2021, ΑΠ 995/2019).
Αντίθετα, ο ως άνω επιμερισμός της απαιτούμενης για το ανήλικο τέκνο διατροφής μεταξύ των γονέων του, γίνεται χωρίς να απαιτείται η υποβολή ένστασης συνεισφοράς εκ μέρους του εναγομένου, όταν με την αγωγή ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης για το ανήλικο διατροφής, αλλά μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγομένου στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του άλλου γονέα και σ' αυτή την περίπτωση η ένσταση συνεισφοράς του άλλου γονέα αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 1330/2011).
Ειδικότερα, αφού υπολογισθούν, κατ' άρθρο 1493 ΑΚ, οι ανάγκες του τέκνου, καθορίζεται το ύψος (αναλογία) της συνεισφοράς εκάστου γονέα από το λόγο των δικών του ατομικών πόρων-οικονομικών δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο γονέων και, συνεπώς, με βάση τις δυνάμεις των συζύγων-γονέων και κατά το λόγο αυτών, θα γίνει η επιβάρυνση εκάστου γονέα για τη διατροφή του τέκνου, ενώ η σχετική δικαστική κρίση γίνεται χωριστά για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με αξιολόγηση όλων των ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 1926/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση, το νομικό δε σφάλμα του δικαστηρίου είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 31/2009, Ολ.ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο (πολιτικό) γάμο στη ...
Αττικής την ..., ο οποίος ακολούθως ιερολογήθηκε στην Αθήνα την ..., ήταν δε πρώτος για την ενάγουσα και δεύτερος για τον εναγόμενο. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο θυγατέρες, τη Σ. που γεννήθηκε στις ...2006 και την Ο. που γεννήθηκε στις ...2008. Ο εναγόμενος, από τον πρώτο του γάμο, έχει αποκτήσει μία ακόμη θυγατέρα, την Α.
που γεννήθηκε στις ...1995 και ήδη είναι ενήλικη. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη ο γάμος τους λύθηκε με διαζύγιο δυνάμει της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη στις ...2014. Είχε προηγηθεί η διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους στις 05.07.2011.
Έκτοτε, οι δύο ανήλικες θυγατέρες τους διαμένουν μετά της ενάγουσας μητέρας τους, στην οποία ανατέθηκε οριστικά η άσκηση της επιμέλειας δυνάμει της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι εν λόγω ανήλικες στερούνται δικής τους ατομικής προσοδοφόρας περιουσίας και εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή, ενώ, λόγω της ανηλικότητάς τους και της μαθητικής τους ιδιότητας, δεν μπορούν να εργασθούν, ώστε δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν εξ ιδίων τα έξοδα διαβιώσεώς τους.
Υπόχρεοι εντεύθεν για την κάλυψη των εξόδων αυτών είναι οι διάδικοι γονείς τους κατά το λόγο της οικονομικής δυνατότητας εκάστου. Το επίδικο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, για το οποίο πρέπει να καθορισθούν οι εις χρήμα διατροφικές ανάγκες των δύο ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων και να επιμερισθούν τα σχετικά ποσά μεταξύ τούτων, είναι για την ανήλικη Σ.
από 18.07.2016 έως ...2024 και για την ανήλικη Ο. από 18.07.2016 έως ...2026. Ο εναγόμενος, πατέρας των ανηλίκων, είναι …. μηχανικός και κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 1983 προσλήφθηκε ως μηχανικός από τον Δήμο ….., ακολούθως δε τον Ιούνιο του έτους 1997 μετατάχθηκε στο ...). Από τον Ιούλιο του έτους …. κατείχε τη θέση του Διευθυντή ...
και τα ετήσια εισοδήματά του είναι, όπως αυτά προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα, σε συνδυασμό και με τα υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...2016 και ...2019 έγγραφα, με θέμα χορήγησης στοιχείων, της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού και της ΑΑΔΕ τα ακόλουθα: το οικονομικό έτος 2010 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 37,516,21 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και στο ποσό των 4810,23 ευρώ από εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου, το οικονομικό έτος 2011 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 27.096,06 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και στο ποσό των 1200,00 ευρώ από ενοίκια, το οικονομικό έτος 2012 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 28.543,32 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το οικονομικό έτος 2013 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 24.901,65 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, καθώς και στο ποσό των 1200,00 ευρώ από ενοίκια, το οικονομικό έτος 2014 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 16.951,56 ευρώ από μισθούς, στο ποσό των 45.000,00 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα, στο ποσό των 1200,00 ευρώ από ενοίκια και στο ποσό των 30,37 ευρώ από τόκους καταθέσεων, το φορολογικό έτος 2015 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 16.911,83 ευρώ από μισθούς, στο ποσό των 23.740,00 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα και στο ποσό των 37,77 ευρώ από τόκους ημεδαπής, το φορολογικό έτος 2016 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 15.188,79 ευρώ από μισθούς και στο ποσό των 6934,93 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα, το φορολογικό έτος 2017 τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 33.528,13 ευρώ από μισθούς και στο ποσό των 58,90 ευρώ από τόκους ημεδαπής, το φορολογικό έτος 2018 τα ετήσια εισοδήματα του ανέρχονταν στο ποσό των 35.431,33 ευρώ από μισθούς.
Συνακόλουθα, ο μέσος μηνιαίος όρος των εισοδημάτων του, κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ανέρχεται στο ποσό των 2055,11 ευρώ [ήτοι (37.516,21 + 4810,23 + 27.096,06 + 1200 + 28.543,32 + 24.901,65 + 1200 + 16.951,56 + 45.000 + 1200 + 30,37 + 16.911,83 + 23.740 + 37,77 + 15.188,79 + 6934,93 + 58,90 + 35.431,33 = 286.752,94) διά 9 έτη = 31.861,43 διά 12 μήνες, ίσον 2.655,11 ευρώ]. Ο εναγόμενος παρέλαβε από ρευστοποίηση μετοχών στις 14.07.2010 την υπ' αριθμ. ...
εισπραχθείσα τραπεζική επιταγή της ALPHABANK, ποσού 98.331,00 ευρώ, εκδότης της οποίας ήταν η χρηματιστηριακή εταιρία "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", με την οποία ο αυτός (εναγόμενος) συνεργαζόταν και κατέθεσε το ποσό αυτό σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα. Ειδικότερα, στις 12.04.2011 το υπόλοιπο των καταθέσεων του εναγόμενου είχε ως εξής: 1) Λογαριασμός υπ' αριθμ. ...
με υπόλοιπο 3660,77 ευρώ, 2) Λογαριασμός υπ' αριθμ. ... με υπόλοιπο 59.975,66 ευρώ, 3) Λογαριασμός υπ' αριθμ. ... με υπόλοιπο 89.500,00 ευρώ, 4) Επενδυτικό προϊόν "φροντίζω" με αριθμό αίτησης ... και ποσό επένδυσης 10.000 ευρώ, 5) Επενδυτικό προϊόν "φροντίζω" με αριθμό αίτησης ... και ποσό επένδυσης 10.000 ευρώ και το συνολικό υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων ανέρχεται σε 173.135 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...2011 βεβαίωση του καταστήματος ...
της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο εναγόμενος συνεργάστηκε με την εταιρεία Μ. Β. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 02.10.2013 έως 31.05.2016 και εισέπραξε ως μικτή αμοιβή το συνολικό ποσό των 185.000 ευρώ, που έχει συνυπολογιστεί, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, στο μέσο μηνιαίο εισόδημά του. Σημειώνεται, ακόμη, ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος τυγχάνει αφανής εταίρος στις εταιρίες ...
ΕΠΕ, ... ΕΠΕ, ... ΛΤΔ, ... - ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ... ΕΠΕ, οι οποίες δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά σε τομείς συναφείς με την απασχόλησή του, ούτε η είσπραξη χρηματικών ποσών από την επικαλούμενη συμμετοχή του σε αυτές, καθ' όσον τα προσκομιζόμενα προς τούτο από την τελευταία αποδεικτικά μέσα δεν αξιολογούνται ως ικανά για το σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως περί τούτου.
Πέραν των ανωτέρω, ο εναγόμενος έχει επί των κάτωθι ακινήτων τα εξής εμπράγματα δικαιώματα: 1) την κυριότητα σε ένα διαμέρισμα επιφάνειας 106,01 τ.μ. μετά των παραρτημάτων του (αποθήκη δώματος, αποθήκη υπογείου κλπ) επί της οδού ... στην Αθήνα. Το ως άνω διαμέρισμα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ο εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2008 συμβολαίου πωλήσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου, αντί τιμήματος 127.048,96 ευρώ. Ο εναγόμενος δανείσθηκε το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ από τον Δ. Κ., όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομισθέντα από 01.11.2007 και 02.01.2008 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ αυτού και του Δ. Κ. με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από το Α.Τ. Αμπελοκήπων, από τα οποία προκύπτει ότι ο εναγόμενος δανείσθηκε αρχικώς το ποσό των 50.000 ευρώ και ακολούθως το ποσό των 100.000 ευρώ.
Το υπόλοιπο ποσό, που απέμεινε μετά την αγορά του ως άνω διαμερίσματος, ο εναγόμενος το διέθεσε προς ανακαίνιση τούτου. 2) την κυριότητα σε ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, εκτάσεως 424,25 τ.μ. εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της επέκτασης ..., αξίας 45.538,98 ευρώ, 3) την κυριότητα σε ένα αγροτικό ακίνητο στο ...
του Νομού ..., εκτάσεως 5878,06 τ.μ., αξίας 24.483,30 ευρώ, 4) την ψιλή κυριότητα σε ένα διαμέρισμα 75 τ.μ. υπό στοιχεία Γ2 ευρισκόμενο επί πολυώροφης οικοδομής κείμενης επί της συμβολής των οδών ... στην περιοχή ... μετά του παραρτήματος αυτής, ήτοι ενός γκαράζ 24 τ.μ. Την επικαρπία στο ως άνω διαμέρισμα διατηρεί ο πατέρας του εναγόμενου, ο οποίος και διαμένει εντός του ακινήτου.
Επίσης κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και δη το έτος 2010 ο εναγόμενος είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής CITROEN τύπου SAXO, 1600 cc, έναντι 15.000 ευρώ, το οποίο όμως του το έκλεψαν το 2012, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων συμβάντων της 4ης Σεπτεμβρίου 2012 του Τμήματος Ασφαλείας Χαλανδρίου, ενώ χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του ένα τζιπ CHEROKEE, το οποίο έχει έτος κυκλοφορίας το 2004 και η αξία του ανέρχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπου 4000 ευρώ.
Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο εναγόμενος. Κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος δεν βαρύνεται με υποχρέωση εκ του νόμου για τη διατροφή άλλων προσώπων, αφού η θυγατέρα του εκ του πρώτου γάμου τους, Α., γεννηθείσα το έτος 1995, είναι ενήλικη.
Ο εναγόμενος έως τις αρχές του έτους 2017 διέμενε στην πατρική του κατοικία, χωρίς να καταβάλλει μίσθωμα, ενώ από το Μάρτιο του έτους 2017 διαμένει σε μισθωμένη κατοικία στο Χολαργό Αττικής, για την οποία καταβάλλει μηνιαίως ως μίσθωμα το ποσό των 450 ευρώ και επί πλέον βαρύνεται με τις λειτουργικές δαπάνες αυτής.
Τέλος, τα δικά του έξοδα διαβιώσεως είναι τα συνήθη για άνδρες της ίδιας με αυτόν ηλικίας και αντίστοιχης οικονομικής και κοινωνικής θέσεως με τη δική του.- Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα, μητέρα των ανηλίκων, είναι δημοσιογράφος και κατά την τέλεση του γάμου της εργαζόταν μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 2008 στην εφημερίδα "..." ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως και τον Μάρτιο του έτους 2009 εργάστηκε στην Μη Κυβερνητική Οργάνωση "...".
Τα ετήσια εισοδήματά της από την εργασία της, όπως η ίδια αναφέρει στην με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 146835/16398/2011 αίτησή της, ήταν περίπου 22.000 ευρώ ετησίως..., ήτοι οι μηνιαίες απολαβές της ανέρχονταν σε 1800 ευρώ περίπου. Η ενάγουσα παραιτήθηκε από την εργασία της το Μάρτιο του 2009 χωρίς να αποδειχθεί απασχόλησή της έως τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου 17483/2016 απάντηση σε αίτηση της Δ.Ο.Υ. IB' Αθηνών αναφορικά με τα στοιχεία των δηλώσεων που υποβλήθηκαν από την ενάγουσα, η τελευταία υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και δήλωσε τα ακόλουθα εισοδήματα: για το οικονομικό έτος 2013 τα καθαρά ετήσια εισοδήματά της από επιχειρηματική δραστηριότητα ανέρχονταν στο ποσό των 23.341,81 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 τα καθαρά ετήσια εισοδήματά της από επιχειρηματική δραστηριότητα ανέρχονταν στο ποσό των 30.354,85 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το φορολογικό έτος 2014 τα ετήσια εισοδήματά της ανέρχονταν στο ποσό των 6.615,41 ευρώ από μισθωτή εργασία και 16.081,81 ευρώ από επιχειρηματική δραστηριότητα, το φορολογικό έτος 2015 τα ετήσια καθαρά εισοδήματά της από μισθωτή εργασία ανέρχονταν στο ποσό των 18.889,97 ευρώ ενώ το ετήσιο καθαρό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα που δήλωσε ανερχόταν σε 8698,51 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 το ετήσιο σύνολο του δηλωθέντος εισοδήματος ανέρχεται σε 30.241,21 ευρώ.
Εν όψει των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, προκύπτει ότι ο μέσος μηνιαίος όρος των εισοδημάτων της ενάγουσας για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 2.323,00 ευρώ. Η ενάγουσα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς της με τον εναγόμενο, διαμένει με τις δύο ανήλικες θυγατέρες τους στην ιδιόκτητη κατοικία του τελευταίου, που αποτελούσε την συζυγική στέγη, με συνέπεια να μην επιβαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, επιβαρυνόμενη μόνο με τις αναλογούσες σε αυτήν συνήθεις λειτουργικές δαπάνες της εν λόγω οικίας.
Σύμφωνα με την περιουσιακή κατάσταση όπως αυτή διαμορφώθηκε την 1η Ιανουάριου 2017, η ενάγουσα απέκτησε ποσοστό συγκυριότητας 50% επί διαμερίσματος, εμβαδού 60 τ.μ., στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας επί της λεωφόρου ... στην Αθήνα. Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ενώ επίσης δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής έτερων προσώπων πλην των ανηλίκων θυγατέρων της.
Τέλος, τα δικά της έξοδα διαβιώσεως είναι τα συνήθη για γυναίκες της ίδιας με αυτήν ηλικίας και αντίστοιχης με τη δική της οικονομική και κοινωνική κατάσταση.- Οι δύο ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων διαμένουν με την ενάγουσα μητέρα τους στην προαναφερόμενη ιδιόκτητη κατοικία του εναγομένου πατέρα τους και ως εκ τούτου δεν βαρύνονται με μίσθωμα, πλην όμως επιβαρύνονται με την ανάλογη συμμετοχή τους στα λειτουργικά έξοδα της εν λόγω κατοικίας.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι οι ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής είναι αμφότερες μαθήτριες δημόσιων δημοτικών σχολείων και συγκεκριμένα η μεν Σ. φοιτά στην Δ' τάξη Δημοτικού και η Ο. στην Β' τάξη Δημοτικού του ... Δημοτικού Σχολείου του Δήμου Αθηναίων. Παρακολουθούν μαθήματα Αγγλικών στην Ελληνοαμερικανική Ένωση για τα οποία απαιτείται ετησίως για καθεμία ποσό 650,00 ευρώ, μαθήματα Γαλλικών, για τα οποία απαιτείται μηνιαίως για καθεμία ποσό 120,00 ευρώ, μαθήματα μπαλέτου, για τα οποία απαιτείται μηνιαίως για μεν τη Σ.
το ποσό των 55,00 ευρώ, για δε την Ο. το ποσό των 40,00 ευρώ, μαθήματα παραδοσιακών χορών, για τα οποία απαιτείται μηνιαίως για μεν τη Σ. το ποσό των 15,00 ευρώ, για δε την Ο. το ποσό των 10,00 ευρώ, καθώς και μαθήματα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών για τα οποία απαιτείται μηνιαίως για καθεμία το ποσό των 35,00 ευρώ. Η ενάγουσα διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι έχει προσλάβει οικιακή βοηθό, για την αμοιβή της οποίας απαιτείται μηνιαίως το ποσό των 300,00 ευρώ, πλην όμως δεν βεβαιώθηκε επαρκώς ότι η επικαλούμενη απασχόληση οικιακής βοηθού είναι αναγκαία για την ανατροφή και φροντίδα των δύο ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων και συνεπώς το κονδύλια αυτό ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Κατά το τμήμα του επίδικου χρονικού διαστήματος που αντιστοιχεί στη φοίτηση των ανηλίκων στη μέση εκπαίδευση, κρίνεται ότι οι συναφείς οικονομικές ανάγκες είναι αυξημένες αφ' ενός λόγω της επιβαρύνσεως με δίδακτρα ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και αφ' ετέρου λόγω της συνήθους ανάγκης να παρακολουθούν ενισχυτικά του σχολείου μαθήματα προκειμένου να εισαχθούν σε πανεπιστημιακές σχολές.
Οι ανήλικες διαμένουν με την ενάγουσα μητέρα τους στην προαναφερόμενη ιδιόκτητη κατοικία του πατέρα τους και ως εκ τούτου δεν βαρύνονται με μίσθωμα, πλην όμως επιβαρύνονται με την ανάλογη συμμετοχή τους στα λειτουργικά έξοδα της εν λόγω κατοικίας. Οι λοιπές δαπάνες διαβιώσεως των ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων, ήτοι για την υπό στενή έννοια διατροφή, ένδυση, υπόδηση, ψυχαγωγία, έξοδα θερινών διακοπών, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αγορά εκπαιδευτικού υλικού και λοιπά προσωπικά μικροέξοδα της καθημερινότητας, είναι οι συνήθεις για παιδιά της ίδιας ηλικίας, με γονείς της αυτής οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των γονέων τους.
Με βάση λοιπόν τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των γονέων τους, κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως 31.08.2021 για την ανήλικη Σ. και κατά το χρονικό διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως τις 31.08.2023 για την ανήλικη Ο., η ανάλογη διατροφή, η οποία προσδιορίζεται από τις ανάγκες των ανηλίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους προσδιορίζεται συνολικά στο ποσό των 1.600,00 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 800,00 ευρώ μηνιαίως για καθεμία εξ αυτών.
Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και η παροχή προσωπικής εργασίας και φροντίδας της ενάγουσας για την ανατροφή και την προσωπική τους φροντίδα, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, ενώ επίσης συνεκτιμάται η χρήση της οικογενειακής κατοικίας, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, η οποία λαμβάνει χώρα για την κάλυψη των αναγκών στεγάσεως των ανηλίκων άνευ ανταλλάγματος.
Για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους διαδίκους πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητάς τους στο σύνολο των εισοδημάτων που προαναφέρθηκαν. Με τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή καθεμιάς ανήλικης με το ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ μηνιαίως και συνολικά γι' αμφότερες με το ποσό των 1200,00 ευρώ μηνιαίως.
Κατά το υπόλοιπο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ για καθεμία ανήλικη συμμετέχει η ενάγουσα με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησής για την φροντίδα και περιποίησή τους, που συνδέεται με τη συγκατοίκηση και είναι αποτιμητή σε χρήμα, καθώς και με τα εισοδήματα από την εργασία της, αποδεικνυομένης έτσι της νόμιμης (κατά τα άρθρα 1489 § 2 Α.Κ.
και 262 § 1 Κ.Πολ,Δικ.) ενστάσεως του εναγόμενου, περί συνεισφοράς, ως εν μέρει βάσιμης και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2021 έως ...2024 για την ανήλικη Σ. και κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2023 έως ...2026 για την ανήλικη Ο., η ανάλογη διατροφή, η οποία προσδιορίζεται από τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, προσδιορίζεται συνολικά στο ποσό των 1.900,00 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 950,00 ευρώ μηνιαίως για καθεμία εξ αυτών.
Ο εναγόμενος πρέπει και μπορεί να μετέχει στην ανάλογη διατροφή καθεμιάς ανήλικης με το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ μηνιαίως, για τα ως άνω επίδικα διαστήματα. Κατά το υπόλοιπο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ μηνιαίως για καθεμία ανήλικη συμμετέχει η ενάγουσα με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την φροντίδα και περιποίησή τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσία βάσιμης και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους τα προαναφερόμενα ποσά για την κάθε μια, δεν έσφαλε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός μεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1485, 1486, 1489 εδ. β' και 1493 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν τα ανήλικα τέκνα τους και προς τούτο αξιολογούνται τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και προσδιορίζονται οι ανάγκες των τέκνων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα των οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων και των αναγκών σε χρήμα των ανηλίκων τέκνων τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων κατά τον προσδιορισμό και επιμερισμό μεταξύ των διαδίκων της απαιτούμενης για τα ανήλικα διατροφής και, ειδικότερα, ως προς τους λόγους που στη συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλλαν την επιδίκαση των προαναφερόμενων ποσών.
Συγκεκριμένα, Ι. α) έθεσε ως βάση για τον υπολογισμό της οφειλόμενης από κάθε γονέα συνεισφοράς στη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων βάσει εισοδημάτων τους από οιανδήποτε πηγή και προγενεστέρου του επιδίκου χρονικού διαστήματος, αντί να υπολογισθούν αυτά από το έτος 2016 και εφεξής και β) αν και δέχθηκε (ανέλεγκτα) ότι τα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσείοντος πατέρα ανέρχονται στο ύψος των 2.655,11 ευρώ μηνιαίως, ενώ αυτές της αναιρεσίβλητης μητέρας τους ανέρχονται στο ποσό των 2.323,00 ευρώ μηνιαίως (ήτοι υπολείπονται τα μηνιαία εισοδήματα της αναιρεσίβλητης μόνο κατά το ποσό των 332,11 ευρώ μηνιαίως από αυτά του αναιρεσείοντος), παρά ταύτα, αφού δέχθηκε ότι η ανάλογη μηνιαία διατροφή των ανηλίκων τέκνων ανέρχεται σε 800 ευρώ για κάθε τέκνο για το πρώτο χρονικό διάστημα και σε 950 ευρώ για κάθε τέκνο για το δεύτερο χρονικό διάστημα, προσδιόρισε την υποχρέωση συνεισφοράς του αναιρεσείοντος πατέρα στο ποσό των 600 ευρώ για κάθε τέκνο για το πρώτο χρονικό διάστημα και σε 750 ευρώ μηνιαίως για το δεύτερο χρονικό διάστημα, δηλαδή στο τριπλάσιο για το πρώτο χρονικό διάστημα και στο υπερτριπλάσιο για το δεύτερο χρονικό διάστημα από αυτήν της μητέρας, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως για αμφότερα τα χρονικά διαστήματα "και με την παροχή της προσωπικής της εργασίας και φροντίδας για την ανατροφή και την προσωπική τους φροντίδα", προσδίδοντας έτσι μεγαλύτερη έκταση στις οικονομικές δυνάμεις που δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα σε σχέση με εκείνες που δέχτηκε για την αναιρεσίβλητη, κατά ευθεία παράβαση του επιμεριστικού κανόνα του ανωτέρω άρθρου 1489 εδ.
β' ΑΚ.
ΙΙ. περιέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε σχέση με τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, ήτοι: 1) αναφορικά με το συνολικό υπόλοιπο των τραπεζικών καταθέσεων του αναιρεσείοντος, καθόσον εκθέτει ότι ήταν ύψους 173.135 ευρώ στις 13-4-2011, χωρίς να διευκρινίζει αν το υπόλοιπο αυτό ελήφθη ή όχι υπόψη κατά το γενόμενο ως άνω επιμερισμό της διατροφής και, σε καταφατική περίπτωση, χωρίς να αναφέρει αν οι εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις υφίσταντο και το επίδικο χρονικό διάστημα και σε τί ποσό ανέρχονταν, 2) ως προς το διαμέρισμα του αναιρεσείοντος, στο οποίο διαμένουν η αναιρεσίβλητη και τα τέκνα τους, δεν αποτιμά τη μισθωτική αξία, 3) όσον αφορά το διαμέρισμα (επί της λεωφόρου ...), που περιήλθε στην συγκυριότητα (κατά 50%) της αναιρεσίβλητης, παρέλειψε να εκθέσει αν αυτό είναι προσοδοφόρο, 4) σχετικά με την παροχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της προσωπικής της εργασίας και φροντίδας για την ανατροφή και την προσωπική φροντίδα των ανηλίκων τέκνων, παρέλειψε να αποτιμήσει τη συγκεκριμένη παροχή σε χρήμα και 5) όσον αφορά τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες των ανηλίκων κατά το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στη φοίτησή τους στη μέση εκπαίδευση λόγω διδάκτρων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και μαθημάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, δεν προσδιορίζει αυτές ειδικότερα και δεν τις αποτιμά σε χρήμα.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και όγδοος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και οι όγδοος, κατά το δεύτερο σκέλος, ένατος, δωδέκατος, κατά το πρώτο σκέλος, δέκατος τρίτος και δέκατος πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να συμψηφισθούν, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ενόψει του ότι τα εκπροσωπούμενα από την αναιρεσίβλητη ανήλικα είναι συγγενείς του αναιρεσείοντος, πρώτου βαθμού εξ αίματος (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν υπάρχει παράβολο για απόδοση στον αναιρεσείοντα, γιατί στην κρινόμενη εκ του άρθρου 592 παρ. 3 ΚΠολΔ διαφορά δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2081/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί όμως από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ