Legislator Case Law & Legislation
82/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee calculation, upholding lower court's application of statutory minimums.

Case Number 82/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding legal costs. The lower court rejected the claim that the awarded fees were excessive, ruling that the statutory minimum fee of 2% of the claim's principal amount was correctly applied without needing a detailed expense schedule. The court held that since the appeal was based on a misunderstanding of the mandatory fee structure rather than a legal error, the appeal lacked merit and the appellant was ordered to pay the opposing party's costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100 § 1, 107 § 1 of the Lawyers Code; Article 179 of the Code of Civil Procedure: The statutory minimum lawyer fee is mandatory and calculated on the claim's principal amount; the court may award costs without a detailed expense schedule if the appeal relies on misinterpretation of these fixed rules rather than substantive legal error.

Keywords

AI generated
statutory minimum lawyer fees legal costs calculation appeal admissibility Code of Civil Procedure lawyer remuneration standards

Cited Legislation

AI generated
Articles 100 § 1, 107 § 1 of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 82 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 82/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου (της πρώτης), λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "..." και 2) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιουμένη προς: 1) Γ. Χ. Δ., κάτοικο ..., 2) Δ. Π. Λ., κάτοικο ..., 3) Μ. Τ. του Θ., κάτοικο ..., 4) Π. Μ. Σ. - Κ., κάτοικο ... και 5) Γ. Β. Σ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2004 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, την από 13-4-2005 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 13-4-2005 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση για αναγκαστική παρέμβαση του Γ. Δ., προς τον οποίο κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης, την από 15-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12-3-2010 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1978/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1978/2016 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....",καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 26-2-2004 (αριθμ.

καταθ. 1774/2004) κύρια αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν: εις ολόκληρον μεν οι εναγόμενοι Ε. Θ. (ήδη αναιρεσείων) και Γ. Δ. το ποσό των 3.034.585 ευρώ, επιπλέον δε ο αναιρεσείων το ποσό των 1.573.504,84 ευρώ για τις αιτίες που ανέφερε στην αγωγή της (πολλαπλές αδικοπραξίες). Περαιτέρω, καθένας από τους δύο εναγομένους με την από 13-4-2005 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του (υπ' αριθμ.

καταθ. 3668 και 3556/2005 αντίστοιχα) προσεπικάλεσε τέσσερα πρόσωπα (τους Δ. Λ., Γ. Σ., Μ. Τ. και Π. Σ.-Κ.) και ζήτησε να υποχρεωθούν να τους αποζημιώσουν σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής. Ένα από τα πρόσωπα αυτά, ο Π. Σ.-Κ., άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτών που τον προσεπικάλεσαν. Τέλος ο ήδη αναιρεσείων με την από 15-12-2008 (αριθμ.

καταθ. 12161/2008) αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) Ν. Κ. να του καταβάλει ποσό 1.000.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για τη συκοφαντική δυσφήμηση που διέπραξε εις βάρος του με τα όσα διέλαβε στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 4-9-2006. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας τις ως άνω κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές και προσεπικλήσεις, με την υπ' αριθμ. 83/2012 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την από 26-2-2004 αγωγή και απέρριψε τις άνω προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές, καθώς και την από 15-12-2008 αγωγή.

Μετά από άσκηση τριών εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφ' ενός απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος αναφορικά με την από 15-12-2008 αγωγή του, αφ' ετέρου δικάζοντας κατ' ουσία απέρριψε την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς το δεύτερο εναγόμενο (Γ. Δ.) συνολικά, καθώς και ως προς τον πρώτο εναγόμενο, μόνο όμως ως προς τις αγωγικές αξιώσεις του πρώτου κεφαλαίου αυτής και τη δέχθηκε εν μέρει ως προς τον ίδιο εναγόμενο ως προς το δεύτερο κεφάλαιό της, αναγνωρίζοντας ότι ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εξακοσίων τριών χιλιάδων πεντακοσίων τεσσάρων ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (603.504,84 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος και εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία και ερευνάται στη συνέχεια. 2. Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "Η αρχική ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." ήταν χρηματιστηριακή εταιρία, που συστάθηκε στις αρχές του έτους 1997, με αντικείμενο των εργασιών της, την παροχή κύριων και παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, κατά την έννοια του ν. 2396/1996, σύμφωνα με την άδεια που της είχε χορηγηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Η εν λόγω εταιρία ήταν θυγατρική της ... της Ελλάδος, στην οποία ανήκε το 68,75% των μετοχών της, ενώ το υπόλοιπο 31,25% των μετοχών της ανήκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", και μέλος του Χρηματιστηρίου .. και του Χρηματιστηρίου Παραγώγων …. Ήδη, η εταιρία αυτή, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την .......

Στη συνέχεια, μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, δυνάμει απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ..., η ... τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και ορίστηκε ως ειδικός εκκαθαριστής αυτής, ο Ν. Μ., αποφασίστηκε δε να υποχρεωθεί ο τελευταίος στην άμεση μεταβίβαση στην ... των αναφερόμενων στο σχετικό Παράρτημα περιουσιακών στοιχείων της υπό ειδική εκκαθάριση ....

Στα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με ρητή αναφορά στο άνω Παράρτημα, δεν περιλαμβάνονται οι αναφερόμενες αξιώσεις και υποχρεώσεις της ... έναντι τρίτων, μεταξύ των οποίων και η ένδικη διαφορά, η οποία παρέμεινε στην υπό εκκαθάριση ... ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία και νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά στη συνέχιση της ένδικης δίκης.

Περαιτέρω, κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της αρχικής ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρίας, στις 2-6-1999 εξελέγη ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με θητεία μέχρι 30-6- 2002, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Ε. Θ., καθηγητής στο Πανεπιστήμιο ..., με σημαντικό ερευνητικό και συγγραφικό έργο και σπουδές στον τομέα Κεφαλαιαγοράς σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Ελλάδος.

Ακολούθως δε, κατά τη συγκρότηση του άνω Δ.Σ. σε σώμα, στις 2-6-1999, ο τελευταίος εξελέγη ομόφωνα ως Πρόεδρος αυτού και του ανατέθηκε η πλήρης εκπροσώπηση της εταιρίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το με αριθμό 9/2-6-1999 πρακτικό του Δ.Σ., μετά τη συγκρότηση του Δ.Σ. σε σώμα και την ομόφωνη εκλογή του πρώτου εναγομένου, ως Προέδρου του Δ.Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε στον τελευταίο και στο Μ.

Μ., ο οποίος εξελέγη ως Διευθύνων Σύμβουλος, την εκπροσώπηση και την άσκηση όλων των καθηκόντων του, σε σχέση με τη διοίκηση και δι...ίριση των εταιρικών υποθέσεων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που είτε από το νόμο, είτε από το καταστατικό απαιτείται συλλογική ενέργεια. Πιο συγκεκριμένα το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε την εκπροσώπηση της εταιρίας στο δεύτερο εναγόμενο και στον άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο, με την έννοια ότι η εταιρία εκπροσωπείται, δεσμεύεται και υποχρεούται με μόνη την υπογραφή ενός εκάστου από τους παραπάνω, κάτω απο την εταιρική επωνυμία, εκτός των περιπτώσεων που ρητά αναφέρεται ότι απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο.

Ενδεικτικά δε και όχι περιοριστικά ορίστηκε ότι οι ως άνω, μόνος καθένας ή από κοινού, α) εκπροσωπούν την εταιρία σε όλες τις σχέσεις αυτής έναντι των μετόχων, παντός τρίτου και ενώπιον κάθε αρχής, β) παρίστανται και εκπροσωπούν την εταιρία ενώπιον όλων των δικαστηρίων, ελληνικών και αλλοδαπών, παντός βαθμού και δικαιοδοσίας, όπως και σε κάθε άλλη αρχή δικαστική, δημόσια κλπ, γ) συνομολογούν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας πάσης φύσεως συμβάσεις, μεταξύ των οποίων αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές, ενεχυριάσεις κινητών πραγμάτων κλπ, δ) επικυρώνουν απαιτήσεις της εταιρίας, συνυποσχετικά, διορίζουν διαιτητές και πληρεξουσίους για έγερση αγωγών, υποβολή εγκλήσεων, άσκηση ένδικων μέσων και καθορίζουν τους γενικούς ή ειδικούς όρους διακανονισμού των τρεχούμενων χρεωστικών ή πιστωτικών λογαριασμών της εταιρίας και γενικά αναλαμβάνουν κάθε υποχρέωση για την εταιρία οποιασδήποτε μορφής και έκτασης που έγκειται στη φύση των εργασιών της και στο σκοπό της.

Ο πρώτος εναγόμενος διατήρησε ακριβώς τις ίδιες εξουσίες, με θητεία μέχρι 30-6-2002, στην ανασυγκρότηση του Δ.Σ. της εταιρίας που έλαβε χώρα στις 2-9-1999. Στο τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο εξελέγη, ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο Γ. Δ., σε αντικατάσταση του παραιτηθέντος Διευθύνοντος Συμβούλου, Μ. Μ.. Στην άνω θέση ο πρώτος εναγόμενος παρέμεινε μέχρι τις 28-2-2001, οπότε αντικαταστάθηκε από το Μ.

Β.. Κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ήταν και οι προσεπικαλούμενοι - παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, Δ. Λ., Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., Μ. Τ., Γ. Σ., Π. Σ. - Κ. και ο μετέπειτα αποβιώσας, Π. Κ.. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά τη διάρκεια της θητείας του, προέβαινε σε χρηματιστηριακές συναλλαγές από κωδικούς που είχαν ανοιχθεί στην ενάγουσα στο όνομα τρίτων, είτε εν γνώσει αυτών, είτε εν αγνοία τους, χωρίς την καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος.

Οι κωδικοί δε αυτοί κατέληξαν χρεωστικοί για την ενάγουσα. Μεταξύ των κωδικών αυτών είναι ο κωδικός με αριθμό ...47, ο οποίος ανοίχθηκε στο όνομα της Ε. Τ., στις 24-6-1999, ενεργοποιήθηκε, όμως, στις 7-4-2000, οπότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη συναλλαγή από αυτόν και από 9-6-2000 και μετά είναι μόνιμα χρεωστικός, με χρεωστικό υπόλοιπο στις 8-12-2000, χρόνο διενέργειας της τελευταίας συναλλαγής, ποσού 69.202.400 δραχμών ή 203.088,40 ευρώ, από το οποίο, αφαιρουμένων των μερισμάτων που εισέπραξε η ενάγουσα, ποσού 710 ευρώ, απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο, ποσού 202.378,40 ευρώ.

Επίσης, ο κωδικός του Γ. Κ., με αριθμό ...41, ο οποίος ανοίχθηκε στις 2-11- 1998, ενεργοποιήθηκε, όμως, στις 10-7-2000, οπότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη συναλλαγή από αυτόν και ήταν μόνιμα χρεωστικός, με χρεωστικό υπόλοιπο 15.065.369 δραχμών ή 44.212,38 ευρώ. Οι δύο τελευταίοι κωδικοί ανοίχθηκαν με βάση τα στοιχεία των άνω επενδυτών, τα οποία είχε χορηγήσει η Θ.

Κ., μητέρα της Ε. Τ. και θυγατέρα του Γ. Κ., η οποία διατηρούσε χρηματιστηριακό κωδικό στην ενάγουσα, στους εκπροσώπους της ..., που δράστηριοποιείτο στη ...... Ωστόσο, ούτε η Θ. Κ., ούτε τα άνω πρόσωπα υπέγραψαν σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την ..... ή με την ενάγουσα. Τους κωδικούς δε αυτούς, οι οποίοι ανοίχθηκαν στην ενάγουσα μέσω της άνω ....., ενεργοποίησε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος χορηγούσε εντολές για λογαριασμό τους, χωρίς τα άνω πρόσωπα να γνωρίζουν τις ανωτέρω ενέργειές του και χωρίς να έχουν δώσει εντολή, προκειμένου να προβεί σ' αυτές.

Εξάλλου, η Ε. Τ., όταν ξεκίνησε η ενεργοποίηση του κωδικού της, στις 7-4-2000, ήταν ανήλικη, αφού γεννήθηκε στις 18-11-1982, ενώ ο Γ. Κ. κατά το χρόνο διενέργειας των συναλλαγών, στις 10-8-2000, οπότε φέρεται να χορηγεί εντολές, είχε ήδη αποβιώσει από τις 28-7-2000. Για τα περιστατικά αυτά κατέθεσε η Θ. Κ. στην άνω με αριθμό ...5/2003 ένορκη βεβαίωση, αλλά και εξεταζόμενη ενόρκως στις 9-1 1-2005, ενώπιον του Ανακριτή του 27ου ανακριτικού τμήματος ....., στα πλαίσια κύριας ανάκρισης, επί ποινικής υπόθεσης, για απάτη και υπεξαίρεση σε βάρος της ενάγουσας, μεταξύ άλλων, και κατά του πρώτου εναγομένου.

Ειδικότερα, η τελευταία στην ένορκη βεβαίωση κατέθεσε, ότι οι κωδικοί ανοίχθηκαν εν αγνοία των δικαιούχων τους και ότι ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν από τον πατέρα της ή τη θυγατέρα της, οι οποίοι ουδέποτε διαβίβασαν είτε άμεσα, είτε έμμεσα εντολές για την κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών στο ΧΑΑ στην εταιρία (ενάγουσα) και ότι η ίδια επικοινώνησε με τον Ε.

Θ., τον οποίο γνώριζε προσωπικά και αυτός, ως Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας, της εξήγησε τηλεφωνικά παρουσία και του κ. Τ. (εκπροσώπου της ...), ότι οι κωδικοί είχαν ανοιχθεί και χρησιμοποιηθεί με δική του πρωτοβουλία και τη διαβεβαίωσε, ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας από μέρους της, διότι ο ίδιος θα τακτοποιούσε το χρεωστικό υπόλοιπο που εμφάνιζαν οι χρηματιστηριακοί λογαριασμοί του πατέρα της και της κόρης της, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν εκείνος, ο οποίος χορηγούσε τις εντολές.

Επίσης, η ίδια μάρτυρας, στην άνω ανακριτική κατάθεση κατέθεσε ότι αυτή αποφάσισε να ανοίξει κωδικούς στο όνομα του πατέρα της και της θυγατέρας της, μέσω της ..., η οποία δραστηριοποιούνταν στη .... ότι οι υπεύθυνοι της τελευταίας .... έστειλαν τα στοιχεία των άνω προσώπων στην ενάγουσα με την οποία συνεργάζονταν, προκειμένου να ανοίξουν οι κωδικοί, ότι δόθηκαν μεν τα στοιχεία, πλην, όμως, δεν υπογράφηκαν συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε με την ..., ούτε με την ενάγουσα και έτσι υπέθεσε ότι οι κωδικοί δεν θα είχαν ανοιχθεί και ότι ο Ε.

Θ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, προέβη στο άνοιγμα των κωδικών και στη συνέχεια προέβη σε διάφορες κινήσεις αγοραπωλησιών μετοχών, μέσω των συγκεκριμένων κωδικών, τους οποίους είχε κρατήσει στην ενάγουσα, χωρίς να υπάρξει καμιά ενημέρωση για τα ζητήματα που προανέφερε, τόσο της ... ..., όσο και των φυσικών προσώπων, στα ονόματα των οποίων είχαν ανοιχθεί οι κωδικοί, δηλαδή της κόρης της και του πατέρα της.

Επίσης, ότι το καλοκαίρι του 2000, ενημερώθηκε από την ενάγουσα ότι είχαν γίνει αγορές στον κωδικό της κόρης της και του πατέρα της και ότι θορυβημένη από το γεγονός αυτό επεδίωξε και είχε συνάντηση με το Θ. στα γραφεία της εταιρίας, ο οποίος με προφάσεις και υπεκφυγές επεχείρησε να την καθησυχάσει, λέγοντάς της, ότι δεν πρέπει να ανησυχεί, ότι μάλλον έχει γίνει κάποιο λάθος και ότι θα τακτοποιούσε αυτός το πρόβλημα.

Οι καταθέσεις δε της μάρτυρα αυτής, η οποία, ενώ στην ένορκη βεβαίωση καταθέτει ότι οι κωδικοί ανοίχθηκαν εν αγνοία των δικαιούχων της, στη μεταγενέστερη ανακριτική κατάθεσή της υποστηρίζει ότι η ίδια άνοιξε τους κωδικούς, δεν είναι αντιφατικές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πρώτος εναγόμενος, αφου από το περιεχόμενο των καταθέσεών της καθίσταται σαφές ότι αυτή αναφέρεται σε άγνοια των δικαιούχων όσον αφορά την ενεργοποίηση και κίνηση των κωδικών, αναφερόμενη δε στο άνοιγμα των κωδικών, εννοεί σαφώς την ενεργοποίηση και κίνηση των κωδικών, εν αγνοία των δικαιούχων τους, από τον πρώτο εναγόμενο.

Οι καταθέσεις άλλωστε, αυτές, ενισχύονται από το προσκομιζόμενο με επίκληση κείμενο απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας του πρώτου εναγομένου με τον αντικρυστή Τ., όπου ο πρώτος εναγόμενος εμφανίζεται να έχει πλήρη ευχέρεια κινήσεων και επιλογών επενδύσεων στους κωδικούς επενδυτών, μεταξύ των οποίων και στον κωδικό της Ε.

Τ., γεγονός που καταρρίπτει τους άνω ισχυρισμούς του ότι δεν είχε εμπλοκή στη διενέργεια των άνω χρηματιστηριακών συναλλαγών..... Περαιτέρω, τα χρεωστικά υπόλοιπα, που προέκυψαν από την κίνηση των άνω κωδικών, δεν μπορεί να τα διεκδικήσει δικαστικά η ενάγουσα, διότι οι συμβάσεις τους με αυτή ήταν άκυρες και συγκεκριμένα της Ε.

Τ. ήταν άκυρη διότι, κατά το άνοιγμα του κωδικού της, ήταν ανήλικη και του Γ. Κ. διότι ο κωδικός ανοίχθηκε πριν το θάνατό του, χωρίς να έχει υπογράψει σύμβαση, ενώ οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν μετά το θάνατό του. Ο πρώτος δε εναγόμενος διενήργησε τις άνω συναλλαγές, εν γνώσει της ακυρότητας των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της έλλειψης οποιασδήποτε εντολής για τις συναλλαγές αυτές, αποβλέποντας σε ίδιο όφελος από τις συναλλαγές, συνιστάμενο στο ενδεχόμενο κέρδος από αυτές, παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστης στην ενάγουσα, τα συμφέροντα της οποίας εκπροσωπούσε και αποδεχόμενος τη ζημία της από τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος συνδεόταν με φιλική σχέση με τον επενδυτή Α. Κ., ο οποίος τον επισκεπτόταν σε καθημερινή σχεδόν βάση, στο γραφείο του, στην εταιρία. Ο τελευταίος διατηρούσε χρηματιστηριακό κωδικό στην ενάγουσα με αριθμό ...46. Ο κωδικός αυτός άνοιξε στις 9-8-1999, οπότε και πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του η πρώτη χρηματιστηριακή συναλλαγή με την εκ μέρους του κατάθεση μετρητών, ποσού 10.000.000 δραχμών.

Έκτοτε, ακολούθησε σειρά χρηματιστηριακών συναλλαγών, αγορών και πωλήσεων μετοχών, χωρίς ο παραπάνω επενδυτής να έχει υπογράψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και χωρίς να υπάρχει σύστημα μαγνητοφώνησης των εντολών πελατών, το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται από 1-12-2000. Οι εντολές αγορών και πωλήσεων δίνονταν από τον πρώτο εναγόμενο, για λογαριασμό του Α.

Κ., χωρίς να τηρούνται οι τυπικές διαδικασίες στην καταγραφή των εντολών του Α. Κ. στα εντολόχαρτα, τα οποία στο σύνολο τους δεν φέρουν ημερομηνία, ώρα λήψης εντολής και τις υπογραφές του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της ενάγουσας και του αντικρυστή. Επί συνόλου 239 εντολόχαρτων που εκδόθηκαν για τις συναλλαγές αυτές, τα 146 φέρουν την ένδειξη "εντ.

Προ" ή "εντ προε", δηλαδή ότι η εντολή δόθηκε από τον Πρόεδρο, πρώτο εναγόμενο, ενώ τα υπόλοιπα 93 δεν φέρουν την άνω ένδειξη. Από χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 14-10-1999 μέχρι 19-2-2001, στο όνομα του τελευταίου, δημιουργήθηκε χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 326.914,06 ευρώ. Την οφειλή αυτή αρνήθηκε ο Α.

Κ., με εξώδικες δηλώσεις προς την ενάγουσα, μολονότι δεν αρνήθηκε τη συνεργασία του με αυτή. Σε βάρος του τελευταίου, η ενάγουσα άσκησε την από 8-2-2002 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση του άνω υπολοίπου. Παράλληλα, ο Α. Κ. άσκησε την από 1-4-2003 αγωγή κατά της ενάγουσας, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης, σύμφωνα με την οποία μόνο κατόπιν ρητής εντολής του μπορούσε να πραγματοποιήσει χρηματιστηριακές συναλλαγές, πραγματοποίησε κατά το άνω χρονικό διάστημα, από 14-10-1999 μέχρι 19-2-2001, αγορές και πωλήσεις μετοχών, κάνοντας χρήση του κωδικού του, με παράνομη χορήγηση πιστώσεων υπό μορφή δανείου, χρεώνοντας έτσι τον χρηματιστηριακό του κωδικό, χωρίς εντολή του και χωρίς την καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των άνω χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Οι παραπάνω αγωγές απορρίφθηκαν τελεσίδικα με τη με αριθμό 6808/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, ότι πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές από την ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρία, με εντολές του Α. Κ. μέχρι τις 14-10-1999, οπότε το υπόλοιπο της χρηματικής του καρτέλας ήταν μηδενικό και ότι όσον αφορά τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από την ενάγουσα, μέσω του κωδικού του Α.

Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-1999 μέχρι τις 19-2-2001, από τις οποίες προέκυψε το άνω χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 326.914,06 ευρώ, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος επενδυτής έδωσε ποτέ εντολή, σε εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα πραγματοποίησε τις συναλλαγές καθ' οιονδήποτε τρόπο (εγγράφως, προφορικά, με τηλεομοιοτυπία, αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο).

Επιπλέον ο Α. Κ. υπέβαλε την από 15-1-2003 αναφορά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την, κατά παράβαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, συμπεριφορά της ενάγουσας, ζητώντας τη λήψη διοικητικών μέτρων σε βάρος της. Μετά δε την υποβολή της αναφοράς αυτής, διενεργήθηκε έλεγχος για τις συναλλαγές του Α. Κ. από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης της ..., για τον οποίο συντάχθηκε η με αριθμό ΑΠ 6/16/135/869/19-2-2004 έκθεση ειδικού ελέγχου.

Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού, διαπιστώθηκαν οι φιλικές σχέσεις του Α. Κ. με τον πρώτο εναγόμενο, το γεγονός ότι ο Α. Κ. ήταν έμπειρος επενδυτής, καθώς και ότι οι άνω συναλλαγές διενεργήθηκαν με τη συμμετοχή του πρώτου εναγομένου, χωρίς την τήρηση των τυπικών διαδικασιών. Επίσης διαπιστώθηκε, ότι στο όνομα του Α.

Κ., σε προηγούμενο χρόνο και συγκεκριμένα, στις 30-8-1999 και 1-9-1999 αγοράστηκαν 25.870 μετοχές ΚΑΕ (Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών), αξίας 215.579.114 δραχμών, χωρίς την καταβολή της αξίας τους, οι οποίες πωλήθηκαν στις 15, 16, 17 και 21-9-1999, με τίμημα ποσού 340.103.318 δραχμών, ήτοι με κέρδος συνολικού ποσού 124.524.204 δραχμών και ότι για το τίμημα αυτό ο ταμίας της ενάγουσας, κατόπιν εντολής του πρώτου εναγομένου, εξέδωσε τέσσερις επιταγές, συνολικού ύψους 108.000.000 δραχμών, σε διαταγή του Α.

Κ., από τον οποίο μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση σε κάποιον "Φ." αγνώστων λοιπών στοιχείων και η αξία τους κατατέθηκε στην Τράπεζα …, σε λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα αυτή η σύζυγος του πρώτου εναγομένου. Αναφορικά με τις συναλλαγές αυτές σε μετοχές των ΚΑΕ, ο Α. Κ. ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έδωσε εντολή γι' αυτές, ότι η ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι αφορούν άλλο επενδυτή και εκτελέστηκαν από λάθος στο όνομά του και ζητώντας την κατανόησή του τον κάλεσε να οπισθογραφήσει τις επιταγές και ότι ο ίδιος οπισθογράφησε τις επιταγές και τις παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό να τις παραδώσει στον επενδυτή και δικαιούχο, πλην, όμως, όπως διαπίστωσε μεταγενέστερα, οι επιταγές οπισθογραφήθηκαν από κάποιον Φ.

και κατέληξαν σε λογαριασμό της συζύγου του πρώτου εναγομένου στην Τράπεζα …. Ενόψει αυτών, δεδομένης και της εμπλοκής του πρώτου εναγομένου στην έκδοση των πιο πάνω επιταγών, οι ισχυρισμοί του, ότι οι συναλλαγές στον κωδικό του Α. Κ. πραγματοποιήθηκαν κυρίως από τον ίδιο τον Κ. και σε μερικές περιπτώσεις από αυτόν, με την παρουσία, όμως, του Κ.

και κατόπιν εντολής του, δεν κρίνονται βάσιμοι. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στο κείμενο της άνω απομαγνητοφωνημένης συνομιλίας του πρώτου εναγομένου με τον αντικρυστή Τ. δίνονται εντολές από τον πρώτο εναγόμενο και για συναλλαγές στο όνομα του άνω επενδυτή. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι σε βάρος του πρώτου εναγομένου και άλλων προσώπων, ασκήθηκε ποινική δίωξη, α) για απάτη από κοινού και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση και μη, σε βάρος νπιδ από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α ΠΚ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με όφελος που πέτυχαν ή επιδίωξαν οι δράστες και προξενηθείσα ζημία στο παραπάνω νομικό πρόσωπο που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, με αντικείμενο σωρεία χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα πελατών της ..., μεταξύ των οποίων οι άνω, Γ.

Κ. και Ε. Τ., και της ενάγουσας, που διενεργήθηκαν κατά τη θητεία του, με εντολή του ίδιου και χωρίς εντολές των επενδυτών, επί ζημία της εταιρίας από τα χρεωστικά υπόλοιπα και β) υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος νπιδ από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ, με όφελος που πέτυχαν ή επιδίωξαν οι δράστες και προξενηθείσα ζημία στο παραπάνω νομικό πρόσωπο που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, με ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις και δη με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από δράστη που εξακολούθησε επί μακρόν την τέλεση του εγκλήματος, με υλικό αντικείμενο το ποσό των παραπάνω επιταγών, που εκδόθηκαν για τις συναλλαγές του Α.

Κ., πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε για να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με το με αριθμό 672/2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ακολούθως, με τη με αριθμό 3029/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου αθωώθηκε για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, ενώ καταδικάστηκε για κακουργηματική υπεξαίρεση, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών.

Από τις άνω συναλλαγές που διενεργήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο στο όνομα των Ε. Τ., Γ. Κ. και Α. Κ., η ενάγουσα υπέστη ζημία συνολικού ποσού (202.378,40 + 44.212,38 + 326.914,06) 573.504,84 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι το ποσό αυτό πρέπει να περιοριστεί κατά το ποσό των 39.896 ευρώ, ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο των Τ. - Κ.

και κατά το ποσό των 89.133,13 ευρώ, ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο του Α. Κ., ποσά που αντιστοιχούν στην αξία του χαρτοφυλακίου των τελευταίων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον, δεν αποδείχθηκε η κατοχή του χαρτοφυλακίου αυτού από την ενάγουσα, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αντίστοιχη αξία του χαρτοφυλακίου αυτού, κατά τον ίδιο χρόνο, περιστατικά, άλλωστε, τα οποία και δεν επικαλείται ο πρώτος εναγόμενος.

Επίσης, ο ίδιος δεν επικαλείται εκποίηση του περιεχομένου των άνω χαρτοφυλακίων και, αντίστοιχο με την επικαλούμενη αποτίμηση, όφελος της ενάγουσας. Περαιτέρω, ο τελευταίος πρόβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, κατ' άρθρο 22α ν. 2190/1920, ισχυριζόμενος ότι, από την τελευταία συναλλαγή στο όνομα της Ε.

Τ., στις 8-12-2000, στο όνομα του Γ. Κ. στις 10-8-2000 και στο όνομα του Α. Κ., στις 19-2-2001, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 27-2-2004, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας. Η ένσταση, όμως, αυτή του πρώτου εναγομένου, η οποία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον δέκατο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκονται αξιώσεις από δόλο, για τις οποίες...

η παραγραφή είναι δεκαετής". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος και με εν μέρει αντικατάσταση αιτιολογίας επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει όμοια ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εν λόγω διαδίκου κατά τις παραπάνω συναλλαγές, που διενεργήθηκαν από αυτόν, μέσω των κωδικών στο όνομα των Ε.

Τ., Γ. Κ. και Α. Κ. και το ύψος της ζημίας της ενάγουσας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί περιορισμού των αξιώσεων κατά το ποσό της αποτίμησης των χαρτοφυλακίων και την ένσταση παραγραφής. Περαιτέρω, όσον αφορά το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Από την παραπάνω συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, η οποία θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη του, προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρίας, θυγατρικής της ...

και εισηγμένης στο Χρηματιστήριο …, αφού υπέστη πλήγμα στην πίστη, τη φήμη, την υπόληψη και στα λοιπά άυλα αγαθά που αναγνωρίζει το δίκαιο στις επιχειρήσεις του άνω είδους. Και τούτο, διότι η πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, Προέδρου του ΔΣ αυτής, έχοντος υποχρέωση πίστης έναντί της, εμπλεκόμενου σε σειρά συναλλαγών στο όνομα ανήλικης ή αποβιώσαντος ή φιλικού του προσώπου, έγινε ευρέως γνωστή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τα μέλη των ελεγκτικών εταιριών που διενεργούσαν ελέγχους στην ενάγουσα, αλλά και στους επενδυτές, με συνέπεια τη δημιουργία δυσμενούς εικόνας της εταιρίας στην κεφαλαιακή αγορά και τη βλάβη στη φήμη και την αξιοπιστία της.

Συνεπώς, πρέπει να επιδικασθεί στην τελευταία χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της άνω ηθικής βλάβης που υπέστη, ως νομικό πρόσωπο. Το ανάλογο δε ύψος αυτής, υπό τις εκτεθείσες συνθήκες, μετά από εκτίμηση όλων των άνω περιστατικών, και ιδίως της βαρύτητας της προσβολής, της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και του βαθμού της, του τρόπου της προσβολής και της διάρκειάς της, της έκτασης της ζημίας της, της αρχής της αναλογικότητας που εισάγει το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, της κοινωνικής κατάστασης του πρώτου εναγομένου και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας.

Επομένως, οι συνολικές αξιώσεις αυτής σε βάρος του πρώτου εναγομένου ανέρχονται στο ποσό των (573.504,84 + 30.000=) 603.504,84 ευρώ". Στη συνέχεια, αναφορικά με την από 15-12-2008 αγωγή του άνω πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ε. Θ. κατά του εναγομένου και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ν. Κ., το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα πλαίσια της άνω αντιδικίας της ενάγουσας με τους εναγομένους, κατά την οποία ασκήθηκαν οι άνω παρεμπίπτουσες αγωγές, στις 4-9-2006, εξετάστηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ως μάρτυρας για την ανταπόδειξη, με επιμέλεια των παρεμπιπτόντως εναγομένων, Δ.

Λ. και Μ. Τ., ο εναγόμενος Ν. Κ., Προϊστάμενος της Δ/νσης Στρατηγικής του Ομίλου της ... και Προϊστάμενος της Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιριών κατά την επίδικη περίοδο, για την κατάθεσή του δε αυτή συντάχθηκε η με αριθμό .....42/4-9-2006 ένορκη βεβαίωση. Στην ένορκη αυτή βεβαίωση ο εναγόμενος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "....

Μαζί με το Θ. στο ΔΣ της ..... εξελέγησαν ως μέλη και οι συνάδελφοι Μ. Τ. (υπηρετούσε τότε στην Υποδιεύθυνση την οποία διηύθυνα) και Δ. Λ.. Ήταν φυσικό τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ της εταιρίας, μη έχοντας εξειδικευμένες γνώσεις στο αντικείμενο, αλλά και πληροφορούμενοι, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, από τον κ. Θ., αναληθώς, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, ότι αρκετά από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης των εκάστοτε συνεδριάσεων του ΔΣ είχαν συζητηθεί και εγκριθεί προηγουμένως από τη Διοίκηση της ....., να μην έχουν πολλές δυνατότητες για διαφοροποίηση στη λήψη αποφάσεων. ...Τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ της ...., όποτε ανέκυπτε θέμα, το οποίο μπορούσαν να ερευνήσουν περαιτέρω, το έκαναν, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την έκδηλη ανησυχία τους.

Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι: α) τα μέλη του ΔΣ ζητούν από το Γενικό Διευθυντή της εταιρίας, κ. Σ. Σ., να συντονίσει την Επιτροπή Απογραφής για να βρεθούν όλα τα ελλείμματα τίτλων (πρακτικό 17/99), β) οι εκ των μελών του ΔΣ Π. Κ. και Μ. Τ. ανησυχούν για την πορεία των δύο κωδικών της εταιρίας (πρακτικό 5/2000), γ) η κα Τ.

ζητά να μάθει την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της ....(πρακτικό 5/2000), δ) η κα Τ. πρότεινε να πωληθούν οι μετοχές της ... και ..., μόλις ανακτήσουν την τιμή αγοράς (πρακτικό 5/2000), ε) η ίδια προτείνει στην Επενδυτική Επιτροπή να μετέχει και ο αποβιώσας πλέον Π. Κ., πρώην στέλεχος της ..., προφανώς μη εμπιστευόμενη τις επενδυτικές κινήσεις της EE (πρακτικό 5/2000), στ) ο κ.

Λ. ερωτά με πρωτοβουλία τίνος δημιουργήθηκαν ανοίγματα στους κωδικούς της εταιρίας (πρακτικό 5/ 2000), ζ) η κα Τ. ρώτησε, εάν η εταιρία είναι εντάξει σε σχέση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (πρακτικό 5/2000) και η) το ΔΣ ζητά να γίνει παρουσίαση των ευρημάτων του ελέγχου του τμήματος εντολών (πρακτικό 11/2000), παρουσίαση, όμως, που ουδέποτε έλαβε χώρα....

Το ΔΣ της ..... εκχώρησε, όπως συμβαίνει σε όλα τα ΔΣ όταν συγκροτούνται σε σώμα, όλες τις αρμοδιότητες στον Πρόεδρο και το Διευθύνοντα Σύμβουλο, οι οποίοι ασκούσαν την καθημερινή διοίκηση της εταιρίας. Τούτο έγινε σε τέσσερις συνεδριάσεις για τις οποίες συντάχθηκαν τα υπ' αριθμ. 9/99, 13/99, 44/99 και 2/2001 πρακτικά.

Είναι προφανές, ότι οι εξουσιοδοτήσεις δίνονται για τη διευκόλυνση της λειτουργίας της εταιρίας και όχι για να λαμβάνονται αποφάσεις που ζημιώνουν την εταιρία και εκ των υστέρων να καταλογίζονται ευθύνες στα υπόλοιπα μέλη που εκχώρησαν αρμοδιότητες. Επιπλέον, είναι προφανές ότι οι εξουσιοδοτημένοι πρέπει να κάνουν σωστή χρήση των εξουσιοδοτήσεων.

Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος της ... να ζητούν έγκριση από το ΔΣ της εταιρίας για: α) την οικονομική ενίσχυση του ... για επιτραπέζιο ημερολόγιο (πρακτικό 3/2001), β) τη χορηγία για το Ημερολόγιο Ταμείου Υγείας Προσωπικού της ... (πρακτικό 18/2000), γ) τη χορηγία του Αθλητικού Συλλόγου Πέραν Κωνσταντινουπολιτών (πρακτικό 17/2000), δ) τη χορηγία του Πανελλήνιου Συλλόγου Αιμοδοτών (πρακτικό 13/2000), ε) την ενίσχυση του Λιμενικού Σώματος .... (πρακτικό 13/2000) και στ) την οικονομική ενίσχυση θεατρικής παράστασης (πρακτικό 12/2000) και ταυτόχρονα να μην ενημερώνουν το ΔΣ της ...

και να μην ζητούν έγκριση για πολύ σημαντικότερα θέματα, όπως α) η αγορά μετοχών αξίας δις δραχμών για λογαριασμό της εταιρίας, β) η ανάθεση ελέγχων, τα πορίσματα των οποίων δεν παρουσιάστηκαν ποτέ, γ) τα πορίσματα ελέγχων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (εφεξής ΕΚ), δ) η άσκηση εσφαλμένης πολιτικής όσον αφορά τα χρεωστικά υπόλοιπα...

Τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ, τα οποία δεν είχαν εξειδικευμένες γνώσεις και επισκέπτονταν την εταιρία οσάκις πραγματοποιείτο συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου (δύο ώρες το μήνα), αποδέχονταν τις εισηγήσεις. Και πράγματι οι αποφάσεις ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση, ανεξάρτητα αν οι εντεταλμένοι για την υλοποίησή τους (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) ενεργούσαν κατά παράβαση των αποφασισθέντων ή εάν οι αποφάσεις αφορούσαν τη λήψη μέτρων για ενέργειες (τετελεσμένα) που είχαν γίνει από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, χωρίς προηγούμενη έγκριση του ΔΣ.

Ο κ. Θ.ς (Πρόεδρος του ΔΣ) παρουσίασε το Οργανόγραμμα της εταιρίας σε τρεις συνεδριάσεις (28-1-2000, 28-3-2000 και 5-1-2001) και το ΔΣ αποδέχθηκε τις προτάσεις του κ. Προέδρου. Τα μέλη προφανώς δεν γνώριζαν τις απαιτήσεις της ΕΚ. Έτσι, δεν γνώριζαν ότι το οργανόγραμμα έπρεπε να συνοδεύεται από περιγραφές αρμοδιοτήτων.

Τούτο, όμως, έπρεπε να το γνωρίζει ο εισηγητής του θέματος κ. Θ., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συνεδριάσεων, ήταν σε συνεχή επαφή με την ΕΚ και λάμβανε γνώση των πορισμάτων ελέγχου της ΕΚ, χωρίς να τα ανακοινώνει στο ΔΣ, ενώ ταυτόχρονα διαβεβαίωνε ότι όλα ήταν εντάξει σε σχέση με την ΕΚ.

Συνεπώς, τα πρόστιμα που επέβαλε η ΕΚ και οφείλονται στη μη περιγραφή αρμοδιοτήτων στο οργανόγραμμα της εταιρίας, οφείλονται στη μη συμμόρφωση εκ μέρους του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου με τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, την οποία είχαν εξουσιοδοτηθεί να εφαρμόσουν (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος)...

Έχοντας διαβάσει διεξοδικά τα δικόγραφα για τα οποία δίνεται η παρούσα ένορκη βεβαίωση, καθώς και τους ελέγχους της ... και της ..., θα ήθελα να τονίσω ότι παρουσιάζεται εσφαλμένα εκ μέρους του κ. Θ. το θέμα των χρεωστικών υπολοίπων, αφού το ζήτημα δεν είναι αν ο ίδιος εισηγήθηκε και το ΔΣ αποδέχθηκε μέτρα για τη μείωση των χρεωστικών υπολοίπων, αλλά το μείζον ζήτημα είναι πώς δημιουργήθηκαν τα χρεωστικά υπόλοιπα στην αρχή και μετά οι κόκκινοι κωδικοί και ποιος είναι υπεύθυνος για την παραβίαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και των αποφάσεων του ΔΣ.

Και επ' αυτού δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Είναι προφανές, ότι το ΔΣ της ... λάμβανε αποφάσεις και κάποιοι, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, είτε δεν τις εφάρμοζαν, είτε τις παραβίαζαν. Στην αγωνία των μελών του ΔΣ, ο Πρόεδρος άλλοτε τους καθησυχάζει και άλλοτε δεν πληροφορεί σωστά ή και παραπληροφορεί ακόμη το ΔΣ της ....

Ειδικότερα, ο Πρόεδρος: α) ενημερώνει το ΔΣ ότι ανευρέθηκαν τίτλοι, μειώθηκε το έλλειμμα (πρακτικό 16/1999), β) ανακοινώνει ότι το έλλειμμα τίτλων είναι 328 εκατ. δρχ και προτείνει το ποσό να διεκδικηθεί από την Ασφαλιστική (πρακτικό 1/2000). Βέβαια εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι το έλλειμμα ήταν αρκετά μεγαλύτερο, γ) ο κ.

Θ. εισηγείται την αναβάθμιση του κ. Σ., γιατί με τη βοήθειά του η εταιρία αντιμετώπισε επιτυχώς τους ελέγχους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (πρακτικό 1/2000). Εκ των υστέρων βέβαια αποκαλύφθηκε, ότι η παραπάνω διαβεβαίωση δεν ήταν ορθή, αφού η ΕΚ τελικά επέβαλε στην εταιρία πρόστιμα, δ) ο κ. Θ.ς ενδεχομένως σε συνεργασία με κάποια εκ των μελών της EE αγόρασε μετοχές ...

και ..., για λογαριασμό της εταιρίας, πολύ μεγάλης αξίας, πέραν των δυνατοτήτων της εταιρίας, χωρίς προέγκριση του ΔΣ (πρακτικό 5/2000), ενώ απ' ό,τι γνωρίζω ούτε την ... ενημέρωσε, ε) ο κ. Θ.ς καθησυχάζει τα μέλη του ΔΣ ότι τα χρηματικά υπόλοιπα είναι φυσιολογικά (πρακτικό 5/2000), στ) ο κ. Θ. καθησυχάζει τα μέλη του ΔΣ ότι τα κέρδη του 2000 θα είναι 10 δις δρχ (πρακτικό 5/2000), ζ) ο κ.

Θ. λέει ότι όλα είναι εντάξει με την ΕΚ και ανακοινώνει ότι είναι σε συνεχή επαφή με την ΕΚ (πρακτικό 5/2000), ενώ εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η παραπάνω διαβεβαίωση, ότι δηλαδή όλα είναι εντάξει με την ΕΚ, ήταν αναληθής, αφού η τελευταία επέβαλε στην εταιρία πρόστιμα, η) ο κ. Θ. λέει ότι ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες και υποδείξεις της ... (πρακτικό 5/2000), κάτι που στη συνέχεια δεν επιβεβαιώθηκε, θ) ο κ.

Θ. είπε ότι ειδοποιήθηκαν όλοι οι αντικρυστές και υπάλληλοι που ασχολούνται με τις εντολές να μην κάνουν αγορές σε χρεωστικούς πελάτες (πρακτικό 5/2000), ο ίδιος, όμως, όπως υποστηρίζει η ... στην προσθήκη αντίκρουσή της κατά των Θ. - Δ., αγοράζει μετοχές σε φιλικούς κόκκινους κωδικούς, ι) ο κ. Θ. βεβαιώνει τα μέλη του ΔΣ ότι ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας της εταιρίας είναι πλήρως εναρμονισμένος με τις αρχές και διατάξεις της ΕΚ (πρακτικό 7/2000), κάτι όμως που στη συνέχεια αποδείχθηκε, με την επιβολή των σχετικών προστίμων, ότι δεν ήταν ορθό, κ) ο κ.

Θ. ενημερώνει τα μέλη του ΔΣ ότι η αρνητική επισφαλής θέση όλων των πελατών της εταιρίας ανέρχεται σε 300.000.000 δραχμές (πρακτικό 13/2000), κάτι που στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι ήταν αναληθές, λ) ο κ. Θ. ενημερώνει τα μέλη του ΔΣ, ότι μειώθηκαν τα χρηματικά υπόλοιπα (πρακτικό 5/2000), κάτι που αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ορθό και μ) ο κ.

Πρόεδρος βεβαιώνει ότι στα θέματα εσωτερικού ελέγχου η εταιρία είναι απολύτως νόμιμη (πρακτικό 5/2000), κάτι που επίσης αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ορθό. Αξιοσημείωτο επίσης, είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της ..., κ. Θ. ουδέποτε παρουσίασε στο ΔΣ της εταιρίας τους εκάστοτε διενεργούμενους ελέγχους. Έτσι, α) δεν παρουσιάστηκε (δεν δόθηκε) στα μέλη του ΔΣ ο έλεγχος που διενήργησε ο Α.

Κ. (πρακτικό 15/99). Το μόνο που έγινε ήταν μια απλή αναφορά σε κάποια ευρήματα, β) δεν παρουσιάστηκε στα μέλη του ΔΣ ο έλεγχος Κ. - Π., όπως αναληθώς επικαλείται στη σχετική προσεπίκλησή του ο κ. Θ.ς, αφού σε κανένα πρακτικό ΔΣ δεν γίνεται τέτοια αναφορά, γ) δεν παρουσιάστηκαν στα μέλη του ΔΣ οι εκθέσεις της ..., παρά το ότι ζητήθηκαν, δ) δεν παρουσιάστηκε στα μέλη του ΔΣ ποτέ έλεγχος ή επιστολή της ΕΚ, ε) δεν παρουσιάστηκε στα μέλη του ΔΣ, όταν έπρεπε, έλεγχος του εσωτερικού ελεγκτή.

Δόθηκαν στα μέλη του ΔΣ στις 13-2-2001, όλοι οι έλεγχοι του εσωτερικού ελεγκτή Χ. Τ. (όταν ήδη είχε αντικατασταθεί από τις 6-12-2000), που αφορούσαν το 2000. Δόθηκαν δηλαδή, όταν ήδη ο έλεγχος της ... περιήλθε σε γνώση της Διοίκησης της εταιρίας, όχι όμως των μελών του ΔΣ, στ) δεν παρουσιάστηκαν στα μέλη του ΔΣ ποτέ τα ευρήματα του ελέγχου της ..., παρά το ότι η Διοίκηση της εταιρίας (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) σχολίασε τα εν λόγω ευρήματα, ζ) ο εσωτερικός ελεγκτής της εταιρίας Χ.

Τ. παραβρέθηκε στο ΔΣ μόνο μια φορά στις 15-9-2000, όχι όμως για να παρουσιάσει τις εκθέσεις ελέγχου, αλλά για να εισηγηθεί εισπρακτικό μηχανισμό, η) το ΔΣ της εταιρίας δεν ενημερώθηκε ποτέ για εντοπισμό εκείνων που υπεξαίρεσαν τίτλους, με αποτέλεσμα να δεχθεί την εισήγηση του νομικού συμβούλου και του Προέδρου για το κλείσιμο της υπόθεσης και τη διεκδίκηση του ασφαλίσματος.....

Από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω σήμερα, με βάση τα έγγραφα και στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση μου, οι κ.κ. Θ. και Δ. δεν ενήργησαν σωστά και είναι υπεύθυνοι για τα εξής: α) δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του ΔΣ για μαγνητοφώνηση των εντολών (πρακτικό 12/99), β) δεν γινόταν ρευστοποίηση μετοχών όταν δεν πληρώνονταν εντός τριών ημερών, με αποτέλεσμα ο δείκτης φερεγγυότητας να πέφτει κάτω από το 8% (έγγραφο 12304/22-2-2000 της ΕΚ, γ) δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του ΔΣ, με την οποία μόνο ο Διευθύνων Σύμβουλος μπορούσε να δώσει εντολή τροποποίησης (πρακτικό 14/99), δ) αγοράστηκαν μετοχές (...

και ...) τεράστιας αξίας, χωρίς απόφαση του ΔΣ, ε) αγοράστηκαν μετοχές σε κόκκινους κωδικούς κατά παράβαση εντολής για το αντίθετο, στ) ανοίγονταν κωδικοί, χωρίς υπογραφή σύμβασης, ζ) παραβίαζαν αποφάσεις της EE, η) παραβίαζαν τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, θ) δεν παρουσίασαν στα μέλη του ΔΣ τα ευρήματα κανενός ελέγχου, ούτε και του ελέγχου του τμήματος εντολών, παρά την απόφαση του ΔΣ, ι) παραβίασαν την εγκύκλιο 27/10-8-2000, που οι ίδιοι εξέδωσαν και η οποία ρύθμιζε πώς θα αγοράζονταν μετοχές.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, από ό,τι προκύπτει από τα διάφορα δικόγραφα που έχω υπόψη μου, ο κ. Θ. σχετίζεται προσωπικά με τις υποθέσεις Κ., Τ., Κ. και Ζ.. Όπως μάλιστα πληροφορήθηκα, η κ. Ζ., η οποία ήταν πελάτης της ..., στράφηκε με αγωγή κατά του κ. Θ. και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό που εκείνη θα καταβάλει στην εταιρία για να εξοφλήσει τις μετοχές που αγόραζε ο Θ.

στον κωδικό της, εν αγνοία της. Επιπλέον ο Θ. δέχθηκε κατ' αρχήν να αναλάβει τα χρέη τεσσάρων γνωστών του ατόμων και στη συνέχεια μετέβαλε γνώμη. Τελικά ανέλαβε τα χρέη του Ε. Τ. με σύμβαση με την εταιρία, την οποία δεν τήρησε. Επίσης, οι κ.κ. Θ. και Δ. επέτρεψαν τη μεταφορά κωδικών από τη ... απευθείας στην εταιρία (...) χωρίς υπογραφή συμβάσεων, με αποτέλεσμα η ...

να απαλλαγεί της ευθύνης για είσπραξη των οφειλομένων από τους επενδυτές και η εταιρία να μην μπορεί να εισπράξει χωρίς συμβάσεις (έλεγχος ...). Τέλος, σύμφωνα με τα ευρήματα ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έκαναν συναλλαγές εντός της ίδιας ημέρας και αγόραζαν την ίδια μετοχή ακριβότερα απ' ό,τι πωλούσαν.

Είναι προφανές λοιπόν ότι σε όλες τις παραπάνω ενέργειες δεν υπήρξε καμιά απόφαση του ΔΣ και οι προσεπικαλούμενοι κ.κ. Λ. και Τ., δεν είχαν καμία απολύτως ανάμειξη. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί, ότι μόνο οι κ.κ. Θ. και Δ. αποδίδουν ευθύνες στους Μ. Τ. και Δ. Λ.. Έτσι, ούτε η προηγούμενη διοίκηση της ΑΤΕ, ως μέτοχος της εταιρίας, στράφηκε εναντίον των Τ. - Λ., ούτε η παρούσα διοίκηση της ....

στράφηκε εναντίον των Τ. - Λ.. Επίσης, κανένας έλεγχος της Δ/νσης Εσωτερικού Ελέγχου της .... δεν διαπίστωσε ευρήματα για να στραφεί εναντίον των Τ. - Λ., ενώ καμιά από τις διοικήσεις της ... (παλαιότερες ή η σημερινή) δεν στράφηκαν εναντίον των Τ. - Λ.. Περαιτέρω, αυτεπάγγελτη δίωξη ασκήθηκε μόνο κατά των κ.κ. Θ.

και Δ. (ποινικό), ενώ δεν υπήρξαν αποχρώσες ενδείξεις ότι και άλλα μέλη του ΔΣ είχαν διαπράξει ανάλογα αδικήματα. Τέλος, κανένας έλεγχος εσωτερικός ή εξωτερικός δεν διαπίστωσε κάτι το μεμπτό εναντίον των Τ. - Λ.. Αντίθετα, όλοι οι έλεγχοι απευθύνονται και καταγράφουν παρατηρήσεις για τη Διοίκηση της εταιρίας, δηλαδή για τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, που ήταν παρόντες συνεχώς στην εταιρία και ασκούσαν καθημερινή διοίκηση και διεύθυνση των εταιρικών υποθέσεων σε καθημερινή βάση".

Αναφορικά με τα άνω κατατεθέντα από τον εναγόμενο, για τα οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι ψευδή και συκοφαντικά για τον ίδιο και κατατέθηκαν από τον εναγόμενο εν γνώσει της αναλήθειας, από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η αρχική ενάγουσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία (εφεξής η εταιρία), από την έναρξη της λειτουργίας της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα διοικητικής και τεχνοοικονομικής οργάνωσης, έλλειψης των κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου και ασφάλειας στον τομέα ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων και έλλειψης αποτελεσματικών μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούσαν τα όργανα της εταιρίας και οργάνωσης των μηχανισμών που διασφαλίζουν την προστασία των τίτλων και των χρημάτων που ανήκαν στους επενδυτές.

Λόγω των παραπάνω προβλημάτων, ο ενάγων στην άνω (από 15-12-2008) αγωγή, Ε. Θ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε είχε οριστεί ως Πρόεδρος του ΔΣ αυτής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, με τις από 15-7-1999 και 11-8-1999 επιστολές του ανέθεσε στους Ορκωτούς Ελεγκτές - Λογιστές, Λ. Κ. και Ε. Π., τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της εταιρίας από την ίδρυσή της στις αρχές του έτους 1997 μέχρι τις 30-6-1999.

Στην από 2-11-1999έκθεση, που συνέταξαν οι τελευταίοι αναφέρουν, ότι στις 30-6-1999, το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών των πελατών ήταν 1.124.612.046 δραχμές, ότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων με τους πελάτες και κυρίως εκείνους για τους οποίους μεσολαβούσαν τα καταστήματα της ...., ότι δεν υπήρχε σύστημα διαρκούς ελέγχου των χρεωστικών υπολοίπων των πελατών, ώστε οι τελευταίοι να οχλούνται έγκαιρα και να τακτοποιούν τις οφειλές τους και ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος παραλαβής και φύλαξης των τίτλων.

Παράλληλα διενεργήθηκε έλεγχος και από τους ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Ά. Β. και Μ. Μ., για τον οποίο οι τελευταίες συνέταξαν την από 25-10-1999 έκθεση ελέγχου. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της έκθεσης αυτής, α) η εταιρία δεν διέθετε ορθολογική, διοικητική και τεχνοοικονομική οργάνωση, κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας στον τομέα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων, αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούσαν τα όργανα της εταιρίας, β) δεν διέθετε οργάνωση και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την προστασία των τίτλων και των χρημάτων που ανήκουν στους επενδυτές, γ) υπήρχε έλλειψη καταγεγραμμένων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και οργανογράμματος με ακριβή περιγραφή των θέσεων και των αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων της εταιρίας, δ) δεν υπήρχε ενημέρωση των πελατών σε μηνιαία βάση όσον αφορά τις κινήσεις των λογαριασμών και τα μηνιαία υπόλοιπά τους, ε) διαπιστώθηκε η ύπαρξη συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων στον ταμία χρημάτων και τον ταμία τίτλων της εταιρίας, στ) η εταιρία δεν προέβαινε σε έγκαιρη ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, ζ) η ίδια (εταιρία) διέθετε χαμηλό συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας, ασυμφωνία των λογιστικών υπολοίπων του ταμία τίτλων με τα πραγματικά υπόλοιπα και επιπλέον κατά τον άνω έλεγχο διαπιστώθηκαν αγοραπωλησίες μετοχών με μεγάλα χρεωστικά ανοίγματα, χωρίς καταβολές ή εισπράξεις χρημάτων, οι οποίες προέρχονταν από τα P/C της ...

ΕΠΕΥ και της ΑΠΟΔΟΣΗ .... Αντίστοιχες διαπιστώσεις διαλαμβάνονται και στην από 4-10-1999 έκθεση προκαταρκτικού ελέγχου, που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή, Α. Κ. για τη χρήση του έτους 1999, αλλά και στην από Οκτωβρίου 1999 έκθεση ελέγχου της ελεγκτικής εταιρίας ..., μετά από εσωτερικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην εταιρία, τον Οκτώβριο του έτους 1999.

Ειδικότερα, στην πρώτη από τις εκθέσεις αυτές αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε, α) ανεπαρκές σύστημα εσωτερικού ελέγχου, β) μη ύπαρξη καθορισμένων διαδικασιών κατά την εκτέλεση των εργασιών και καθορισμένων αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων, γ) σοβαρές αδυναμίες στις υπηρεσίες που ασχολούνται με την παραλαβή, φύλαξη, παράδοση και διατήρηση τίτλων των πελατών, δ) μη ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη σύναψη γραπτών συμβάσεων με τους πελάτες, ε) μη ύπαρξη συστήματος διαρκούς ελέγχου των χρεωστικών υπολοίπων, ως προς τα οποία, όμως, επισημαίνεται ότι υπήρξε σημαντική μείωση αυτών (χρεωστικών υπολοίπων) σε σχέση με την προηγούμενη χρήση.

Επίσης, στην ίδια έκθεση γίνεται αναφορά σε πελάτες με μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα. Στη δεύτερη από τις άνω εκθέσεις της ..., αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν τα εξής: α) μη ύπαρξη διαδικασίας εντοπισμού ομάδων συνδεδεμένων πελατών, β) μη γνωστοποίηση κάθε νέου μεγάλου χρεωστικού υπολοίπου (ΜΧΥ) και κάθε αύξηση υφιστάμενου ΜΧΥ που υπερβαίνει το 20% του προηγούμενου και γνωστοποιηθέντος ΜΧΥ, γ) σφάλματα στον υπολογισμό της κεφαλαιακής επάρκειας της εταιρίας, δ) μη παρακολούθηση του δείκτη φερεγγυότητας της εταιρίας σε ημερήσια βάση, γεγονός που μπορεί να έχει ως συνεπεία την πτώση του συντελεστή σε ποσοστό μικρότερο του 8%, που προβλέπεται ως ελάχιστος συντελεστής φερεγγυότητας (Απόφαση 6Β/104/8-4-1997 του ΔΣ της EE) και ε) ελλιπής και εκπρόθεσμη γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των συναλλαγών που γίνονται από στελέχη της εταιρίας.

Στη συνέχεια, κατά τον εσωτερικό έλεγχο της ίδιας πιο πάνω εταιρίας, τον Απρίλιο του έτους 2000, διαπιστώθηκαν, α) διενέργεια πράξεων από υπαλλήλους της εταιρίας κατά παράβαση της εσωτερικής οδηγίας 978/30-6-1999, και συγκεκριμένα πραγματοποίηση αγορών μετοχών άνω των 2.000.000 δραχμών, χωρίς την έγκριση οικονομικού Διευθυντή ή χρηματιστηριακού εκπροσώπου, ενώ οι εντολές πώλησης μετοχών διενεργούνταν σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων ημερών από την απόκτησή τους και επιπλέον τα χρεωστικά υπόλοιπα δεν εκκαθαρίζονταν, αλλά συμψηφίζονταν με πινακίδια πώλησης και επιπλέον εντοπίστηκαν κωδικοί πρώην υπαλλήλων της εταιρίας με χρεωστικά υπόλοιπα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επίσης, εντοπίστηκαν πελάτες, για λογαριασμό των οποίων εκτελέστηκαν εντολές αγοράς στις 17-2-2000, αν και αυτοί στις 16-2-2000 είχαν αρνητικές καθαρές θέσεις, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η είσπραξη του ποσού αυτού από την εταιρία και να καλείται η τελευταία μέσω της … να χρηματοδοτήσει τους πελάτες της, μέσω της χρηματικής εκκαθάρισης των συναλλαγών της με το Κεντρικό Αποθετήριο.

Ακολούθως, στους νεώτερους ελέγχους της άνω εταιρίας, το Μάιο και τον Οκτώβριο του έτους 2000, εντοπίστηκαν προβλήματα από άποψη επάρκειας και αποτελεσματικότητας συστημάτων ελέγχου, συμμετοχή πελατών με μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα σε αυξήσεις κεφαλαίου, χωρίς η εταιρία να δεσμεύει τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, εκτέλεση αγοράς σε κωδικούς πελατών με μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα και ανυπαρξία ελεγκτικών διαδικασιών κατά τη λειτουργία του τμήματος εσωτερικού ελέγχου.

Επίσης, στην από Ιανουαρίου 2001 έκθεση της ... για τη χρήση του 2000, αναφέρεται ότι η εταιρία με δική της πρωτοβουλία, έχει μεταφέρει το πελατολόγιο της ... ΕΠΕΥ, μέρος του οποίου είναι προβληματικοί κωδικοί από άποψη χρεωστικών υπολοίπων και φερεγγυότητας, χωρίς την υπογραφή νέων συμβάσεων, από τις οποίες να προκύπτει η συναίνεση των πελατών για την αποδέσμευσή τους από τη ...

και η διενέργεια σημαντικών συναλλαγών σε κωδικούς (πχ Μ., Τ., Τ., Ζ.) οι οποίοι είναι χρεωστικοί. Περαιτέρω, αδυναμίες και προβλήματα στη λειτουργία της εταιρίας επισήμανε και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την από 22-2-2000 επιστολή της προς την εταιρία. Μεταξύ των αδυναμιών αυτών ήταν, η χαμηλή επάρκεια ίδιων κεφαλαίων με συνέπεια το χαμηλό συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας της εταιρίας, ο οποίος κατά την περίοδο από 4-2 μέχρι 15-2-2000 ήταν κάτω του 8%, μείωση που αποδόθηκε και σε συναλλαγές των αναφερόμενων offshore εταιριών, οι οποίες συνδέονταν με την ...

ΕΠΕΥ και δημιούργησαν υπέρογκα χρεωστικά υπόλοιπα και χαρακτηρίστηκαν ως αδιαφανείς, αλλά και οι σοβαρές οργανωτικές αδυναμίες, όπως έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, έλλειψη επαρκών διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου, έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου των συναλλαγών που πραγματοποιούνταν για λογαριασμό των πελατών και έλλειψη επαρκούς παρακολούθησης των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

Η εταιρία, με την από 24-2-2000 επιστολή της προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποίησε ότι πρόκειται να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, να ολοκληρώσει τη στελέχωσή της σε όλες τις διευθυντικές θέσεις, να συνεχίσει την καθημερινή παρακολούθηση από ελεγκτική εταιρία και εξειδικευμένο στέλεχος του Ομίλου και να εγκατασταθεί σε νέα γραφεία.

Στη συνέχεια, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διενήργησε επανέλεγχο, με σκοπό την αξιολόγηση της διοικητικής και οργανωτικής επάρκειας της εταιρίας και την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου. Κατά τον επανέλεγχο διαπιστώθηκε σειρά πλημμελειών και αδυναμιών της εταιρίας, αιτία για την οποία το ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την 8/214/10-4-2001 απόφασή του, αποφάσισε ομόφωνα ότι η εταιρία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς και κατόπιν τούτου αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της.

Στην απόφαση αυτή επισημαίνεται σειρά παραβάσεων, μεταξύ των οποίων, η έλλειψη οργανογράμματος με πλήρη καταγραφή των αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων της, η έλλειψη γραπτών ελεγκτικών διαδικασιών από το τμήμα εσωτερικού ελέγχου, η έλλειψη αξιόπιστων διαδικασιών για τον εντοπισμό των ομάδων συνδεδεμένων πελατών, των οποίων η οικονομική κατάσταση του ενός επηρεάζει την οικονομική κατάσταση του άλλου, η διαμόρφωση του συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας μέσα στο έτος 2000, σε ορισμένα χρονικά σημεία κάτω του 8%, η μη υπογραφή συμβάσεων με μεγάλο αριθμό πελατών, τα μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα, η χρησιμοποίηση δύο κωδικών στο ΧΑΑ για τη διενέργεια συναλλαγών στο όνομά της, κλπ.

Περαιτέρω, μετά την αντικατάσταση του πρώτου εναγομένου, από τη θέση του Προέδρου του ΔΣ, από το Μ. Β. έγινε επανέλεγχος της οικονομικής κατάστασης και της οργανωτικής δομής της εταιρίας, τον Οκτώβριο του έτους 2001, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τον οποίο συντάχθηκε η από 7-11-2001 έκθεση επανελέγχου. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η εταιρία, υπό τη νέα της διοίκηση, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες να βελτιώσει τις οργανωτικές της αδυναμίες και ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα επάρκειας κεφαλαίων, με βάση τα οποία το ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είχε αποφασίσει, την έναρξη της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι, μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου στους πρώτους έξι μήνες της διαχειριστικής χρήσης 2001, οι υποχρεώσεις της δεν υπερβαίνουν τα ίδια κεφάλαιά της, ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας αυτής μετά την αύξηση αυτή διαμορφώθηκε σε 13,8% και ότι υπέγραφε συμβάσεις με όλους τους νέους πελάτες.

Κατόπιν δε τούτου το ΔΣ της ΕΚ με την 5/232/6-12-2001 απόφασή του αποφάσισε ομόφωνα ότι η εταιρία έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την άρση των διαπιστωθεισών, με την 8/214/10-4-2001 απόφασή του, ελλείψεων και παραβάσεων και κήρυξε την άρση της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της. Ωστόσο, λόγω των παραβάσεων στις οποίες η εταιρία είχε υποπέσει κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, επιβλήθηκαν σε βάρος της χρηματικά πρόστιμα.

Συγκεκριμένα, επιβλήθηκαν πρόστιμα, επειδή η εταιρία για μεγάλο χρονικό διάστημα: α) δεν διέθετε οργανόγραμμα με πλήρη καταγραφή αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων της, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, β) δεν είχε εξασφαλίσει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που ενεργούν τα όργανά της και οι εφαρμοζόμενοι έλεγχοι ήταν ελλιπείς, γ) δεν διέθετε αξιόπιστες διαδικασίες για τον εντοπισμό ομάδων συνδεδεμένων πελατών, δ) δεν είχε υπογράψει συμβάσεις με σημαντικό αριθμό πελατών της, ε) χρησιμοποιούσε δύο κωδικούς στο ΧΑΑ και στ) στη δημόσια εγγραφή της ...

συμμετείχαν πελάτες της εταιρίας, χωρίς να έχουν καταβάλει το αντίστοιχο ποσό εμπρόθεσμα, ενώ όσον αφορά τη μείωση του δείκτη φερεγγυότητας κάτω του 8%, σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία εντός του έτους 2000, μετά την πραγματοποιηθείσα αύξηση κεφαλαίου, δεν επιβλήθηκε πρόστιμο. Το συνολικό πρόστιμο ανήλθε σε 220.102 ευρώ και με τις σχετικές προσαυξήσεις σε 232.152,58 ευρώ.

Οι πλημμέλειες και αδυναμίες της εταιρίας, για τις οποίες επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, αναφέρονται και στη χρήση του 2000, ήτοι στην περίοδο άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος. Είναι βέβαια αληθές, ότι τελευταίος έλαβε μέτρα για τον περιορισμό και την εξάλειψη των αδυναμιών της εταιρίας, ωστόσο αυτά δεν ήταν επαρκή και ικανά να αποτρέψουν την επιβολή των προστίμων.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άνοιγε κωδικούς στο όνομα γνωστών και φίλων του είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία τους και μέσω αυτών διενεργούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές, χωρίς την καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος. Μεταξύ των κωδικών αυτών, οι οποίοι κατέληξαν χρεωστικοί, ήταν: α) ο με αριθμό ...6 κωδικός στο όνομα της Μ.

Ζ., ο οποίος από τις 30-5-2000 και μετά ήταν μόνιμα χρεωστικός, με χρεωστικό υπόλοιπο 352.443 ευρώ και β) ο κωδικός με αριθμό ...4 στο όνομα του Ε. Τ., ο οποίος από 9-11-1999 και μετά ήταν μόνιμα χρεωστικός με χρεωστικό υπόλοιπο 350.706 ευρώ. Αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο της πρώτης, ο ενάγων με την από 8-6-2001 δήλωσή του αποδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη οφειλέτρια νομίμως δεν αποδέχεται τις συναλλαγές που είχαν γίνει από 28-6-2000 (οπότε ο λογαριασμός της εμφανίζεται χρεωστικός) και με το από 7-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβε την ευθύνη των υπολοίπων του λογαριασμού, ενώ όσον αφορά τον κωδικό του Ε.

Τ., ο ενάγων με το από 26-4-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του τελευταίου, ανέλαβε την ευθύνη της κίνησης του άνω λογαριασμού για όλη τη διάρκεια λειτουργίας του, επιπλέον δε, με το από 21-1-2003 συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της εταιρίας, αναδέχθηκε το χρέος του άνω επενδυτή, συνολικού ποσού 350.454,10 ευρώ.

Επίσης, στη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας της 11-6-2002, έγινε αναφορά στην πρόθεση του ενάγοντος για την κάλυψη των υπολοίπων και άλλων επενδυτών, όπως του Ν. Μ. και του Α. Δ., ενώ ο ενάγων συμμετείχε στις συναλλαγές που διενεργήθηκαν για λογαριασμό των Ε. Τ., Γ. Κ. και Α. Κ., για τις οποίες έγινε ήδη λόγος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα λοιπά μέλη του ΔΣ δεν είχαν καθημερινή παρουσία στα ζητήματα της εταιρίας και προσέρχονταν όπως είχαν υποχρέωση, μόνο κατά τις συνεδριάσεις του ΔΣ που γίνονταν δύο φορές το μήνα. Στις συνεδριάσεις αυτές, οι εισηγήσεις των θεμάτων γίνονταν από τον ενάγοντα και το Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα λοιπά μέλη αποφάσιζαν επ' αυτών.

Τα μέλη αυτά, από τα οποία ο αποβιώσας Π. Κ. ήταν γενικός Διευθυντής της ..., ο Δ. Λ., Διευθυντής Προσωπικού της ... και η Μ. Τ., στέλεχος της Υποδιεύθυνσης θυγατρικών εταιριών της ...., ήταν μεν έμπειρα στελέχη της ... πλην, όμως, δεν είχαν εξειδικευμένες γνώσεις των χρηματιστηριακών ζητημάτων και έτσι εμπιστεύονταν τον ενάγοντα, Πρόεδρο του ΔΣ και το Διευθύνοντα Σύμβουλο, οι οποίοι είχαν πράγματι εξειδικευμένες γνώσεις στα άνω ζητήματα, αιτία άλλωστε, για την οποία εκλέχθηκαν στις θέσεις αυτές.

Πράγματι δε ο ενάγων ενημέρωνε τα μέλη του ΔΣ στις συνεδριάσεις του για σειρά ζητημάτων της εταιρίας, όπως το οργανόγραμμα, τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, τα χρεωστικά υπόλοιπα και την επιδίωξη είσπραξής τους και τους κόκκινους κωδικούς, ενώ το Συμβούλιο, κατόπιν εισηγήσεών του, έλαβε σειρά αποφάσεων για την αντιμετώπιση ιδίως των χρεωστικών υπολοίπων.

Ωστόσο, όσον αφορά τις αδυναμίες λειτουργίας της εταιρίας, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίες είχαν εντοπισθεί και επισημανθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τους εσωτερικούς ελεγκτές, δεν υπήρξε πλήρης ενημέρωση των μελών του ΔΣ. Ειδικότερα, δεν παρουσιάστηκαν στα μέλη του ΔΣ τα σχετικά πορίσματα της Επιτροπής και των ελεγκτών, ούτε κλήθηκαν οι ελεγκτές προκειμένου να παρουσιάσουν τα ευρήματα στα μέλη του ΔΣ, ενώ δεν παραδόθηκαν στα μέλη του ΔΣ οι εκθέσεις των εσωτερικών ελεγκτών, ούτε η άνω από 22-2-2000 επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία αναφερόταν στις οργανωτικές αδυναμίες της εταιρίας και στα χρεωστικά υπόλοιπα.

Συγκεκριμένα δεν δόθηκε στα μέλη του ΔΣ η έκθεση ελέγχου που διενήργησε ο Α. Κ. και δεν παρουσιάστηκαν τα πορίσματα της άνω έκθεσης ελέγχου των ορκωτών λογιστών Κ. - Π., ούτε τα πορίσματα ελέγχου της ..., ενώ τα πορίσματα ελέγχου του εσωτερικού ελεγκτή Χ. Τ., που αφορούσαν τη χρήση του 2000, δόθηκαν στα μέλη του ΔΣ στις 13-2-2001, όταν ήδη ο εσωτερικός ελεγκτής είχε αντικατασταθεί από τη θέση αυτή από τις 6-12-2000.

Ο άνω δε ελεγκτής έλαβε μέρος μόνο σε μία συνεδρίαση του ΔΣ στις 15-9-2000, όχι, όμως, για την παρουσίαση των ευρημάτων των ελέγχων, αλλά για να εισηγηθεί εισπρακτικό μηχανισμό. Έτσι, τα μέλη του ΔΣ, δεν ενημερώνονταν αναλυτικά για τα προβλήματα της εταιρίας, όπως την έλλειψη οργανογράμματος με πλήρη καταγραφή αρμοδιοτήτων, την έλλειψη γραπτών συμβάσεων μεταξύ της εταιρίας και των επενδυτών και την έλλειψη διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και εντοπισμού συνδεδεμένων πελατών.

Εξάλλου, όσον αφορά το οργανόγραμμα, παρουσιάστηκε πράγματι στα μέλη του ΔΣ στις συνεδριάσεις στις 28-1-2000 και 28-3-2000 και 5-1-2001, πλην, όμως, αυτό περιείχε περιγραφή των θέσεων των υπαλλήλων και όχι πλήρη καταγραφή των αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων, αναγκαία προϋπόθεση για την πληρότητα αυτού, σύμφωνα με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Σε όλες δε τις συνεδριάσεις του ΔΣ ο ενάγων πράγματι καθησύχαζε τα μέλη του ΔΣ για την προσπάθεια μείωσης των χρεωστικών υπολοίπων, την απαγόρευση διενέργειας συναλλαγών χωρίς την καταβολή χρημάτων και τη συμμόρφωση της εταιρίας στις υποδείξεις της ΕΚ και των εσωτερικών ελεγκτών. Τέτοιες δηλώσεις έγιναν στη συνεδρίαση του ΔΣ στις 15-5-2000, κατά την οποία ο ενάγων καθησύχαζε τα μέλη, όσον αφορά τα χρεωστικά υπόλοιπα, ύψους τότε 15 δις δραχμών, για τα οποία ανέφερε ότι πρέπει να θεωρούνται φυσιολογικά σε σχέση με το ύψος του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζεται η εταιρία, ότι η εταιρία είναι εντάξει με την ΕΚ και ότι είναι σε συνεχή επαφή με τις υπηρεσίες της τελευταίας στην οποία αναγγέλλονται τα πάντα, γεγονός αναληθές, αφού αργότερα η ΕΚ ξεκίνησε τη διαδικασία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εταιρίας.

Στην ίδια συνεδρίαση, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η εταιρία ακολουθεί πιστά τις οδηγίες της ελεγκτικής εταιρίας ... και ότι στα θέματα του εσωτερικού ελέγχου η εταιρία είναι απολύτως νόμιμη, γεγονός που αναιρείται από τα άνω πορίσματα των ελέγχων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της προαναφερθείσας ελεγκτικής εταιρίας, καθώς επίσης και ότι ειδοποιήθηκαν όλοι οι αντικρυστές και οι υπάλληλοι που ασχολούνται με τις εντολές να μην κάνουν αγορές σε χρεωστικούς πελάτες.

Επίσης ο ενάγων, στη συνεδρίαση της 15-9-2000, ενημέρωσε τα μέλη του ΔΣ, ότι ο εσωτερικός κανονισμός της εταιρίας είναι πλήρως εναρμονισμένος με τις αρχές και διατάξεις της ΕΚ, γεγονός ομοίως αναληθές. Περαιτέρω, παρά το γεγονός, ότι είχε ληφθεί απόφαση από το ΔΣ, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρεπόταν η εντολή αγοράς μετοχών να υπερβαίνει το 15% του χαρτοφυλακίου του πελάτη και είχε εκδοθεί η με αριθμό 27 εσωτερική εγκύκλιος, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν η διενέργεια συναλλαγών χωρίς την καταβολή του τιμήματος, διενεργούνταν τέτοιες συναλλαγές.

Για τη μη εφαρμογή των άνω εγκυκλίου και απόφασης του ΔΣ γίνεται λόγος στην από Οκτωβρίου 2000 έκθεση ελέγχου της ..., στην οποία ειδικότερα αναφέρεται, ότι στις 27-6-2000 εκτελέστηκε συναλλαγή, ύψους 60.636.106 δραχμών, χωρίς έγκριση από το χρηματιστηριακό εκπρόσωπο, και στις 9-10-2000 εκτελέστηκε εντολή αγοράς, ύψους 44.931.000 δραχμών, η οποία αποτελούσε το 51% του χαρτοφυλακίου του πελάτη κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία.

Στη συνέχεια, μετά την άσκηση της άνω από 26-2-2004 αγωγής, διενεργήθηκε έλεγχος από την 3η Υποδιεύθυνση του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για οικονομικές ατασθαλίες στην εταιρία κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1999 μέχρι Φεβρουάριο του έτους 2001, στα πλαίσια του οποίου προέκυψαν:

α) πραγματοποίηση εντολών αγοράς μετοχών άνω των 2.000.000 δραχμών, χωρίς την έγκριση του οικονομικού διευθυντή ή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου και πωλήσεις αυτών σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων ημερών από την απόκτησή τους, β) μη ύπαρξη συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών και πώληση μετοχών σε τιμή μικρότερη της κτήσης, γ) μη χρηματική εκκαθάριση χρεωστικών υπολοίπων, αλλά συμψηφισμός τους με πινακίδια πώλησης, ενώ τα πιστωτικά υπόλοιπα καταβάλλονταν έγκαιρα, δ) ανεξέλεγκτη ενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών από τους υπαλλήλους της εταιρίας και εκτέλεση εντολών αγοράς πελατών με μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα και ε) απώλειες έγχαρτων τίτλων πελατών και αυθαίρετες αγοραπωλησίες τίτλων, ακόμη και από ανήλικα άτομα, όπως η Ε.

Τ. ή από τον αποβιώσαντα Γ. Κ., εν αγνοία και σε βάρος των πραγματικών δικαιούχων των χρηματιστηριακών κωδικών, καθώς και παντελής έλλειψη διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και λογιστικές διαφορές. Κατόπιν των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού, σχηματίστηκε αυτεπάγγελτα ποινική δικογραφία, κατά των μελών του ΔΣ της εταιρίας, μετά δε από προκαταρκτική εξέταση, η υπόθεση όσον αφορά τα μέλη του ΔΣ, Μ.

Τ. και Δ. Λ., αρχειοθετήθηκε με την από 27-2-2008 Αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Α. Κ., που εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Ι. Δ., αφού κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους, λόγω του ότι αυτοί δεν είχαν καμία ουσιαστική ποινική σχέση με τα καταγγελλόμενα, καθόσον ήταν απλά μέλη του ΔΣ, με τυπική συμμετοχή σ' αυτό, ενώ σε βάρος του ενάγοντος, Προέδρου του ΔΣ κατά την άνω περίοδο και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας Γ.

Δ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για απιστία από κοινού, κατ' εξακολούθηση. Στους τελευταίους αποδόθηκε, ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα, με τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, ενεργώντας από κοινού, ζημίωσαν την περιουσία της εταιρίας, έχοντας γνώση προς τούτο, με τις ακόλουθες πράξεις τους: α) δεν επεδίωκαν την είσπραξη των οφειλομένων ποσών από χρεωστικούς πελάτες της εταιρίας, οι οποίοι είχαν προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών, δημιουργώντας μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και δεν είχαν προβεί σε αντίστοιχες καταβολές (κόκκινοι κωδικοί), δεν προέβαιναν στην εκποίηση των συγκεκριμένων αγορών (μετοχών), αν και η αξία αυτών μειωνόταν λόγω της συνεχούς πτώσης του δείκτη του Χρηματιστηρίου, αλλά αντίθετα επέτρεπαν στους πελάτες αυτούς νέες αγορές, ενώ ήταν χρεωστικοί και β) αν και απωλέσθηκαν ή υπεξαιρέθηκαν τίτλοι μετοχών, αυτοί δεν προέβησαν στις δέουσες ενέργειες, όπως υποβολή μηνύσεων, αγωγών κλπ και δεν δήλωσαν την απώλεια ή υπεξαίρεση των τίτλων αυτών στην ασφαλιστική εταιρία και για το λόγο αυτό δεν διεκδικήθηκαν από αυτή τα αντίστοιχα ποσά, με ζημία της εταιρίας, ανερχόμενη σε 532.000.000 δραχμές, μέρος της οποίας ποσού 330.000.000 δραχμών, καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρία, αλλά παρέμεινε η εταιρία ζημιωμένη κατά 202.000.000 δραχμές.

Για την πράξη αυτή, οι άνω κατηγορούμενοι αρχικά κηρύχθηκαν αθώοι με την 57540/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 6026/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα), με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, αφού έκρινε παραδεκτή την έφεση, απορρίπτοντας ένσταση περί απαραδέκτου αυτής, του κατηγορουμένου Ε.

Θ., ήδη ενάγοντος, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, για το άνω αδίκημα. Ωστόσο, η απόφαση αυτή, μετά από την άσκηση αναίρεσης, αναιρέθηκε με την 1846/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ως απαράδεκτη η άνω έφεση του Εισαγγελέα, χωρίς περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης.

Με βάση όσα εκτέθηκαν, τα παραπάνω κατατεθέντα από τον εναγόμενο Ν. Κ., στην άνω ένορκη βεβαίωση σε βάρος του ενάγοντος Ε. Θ., δεν αποδείχθηκαν ψευδή. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ουσιαστική συμμετοχή των, Δ. Λ. και Μ. Τ., στη διοίκηση της εταιρίας, παρά το γεγονός ότι αυτοί συμμετείχαν ανελλιπώς στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως άλλωστε είχαν υποχρέωση.

Οι ίδιοι, αν και ήταν έμπειρα στελέχη της ... και είχαν διοριστεί στο ΔΣ από τη Διοίκηση της ..., δεν είχαν πράγματι εξειδικευμένες γνώσεις των χρηματιστηριακών ζητημάτων, ούτε είχαν ασχοληθεί στο παρελθόν με τέτοια ζητήματα, ενώ σε βάρος αυτών δεν προέκυψαν ποινικές ή άλλες ευθύνες για ζημία της εταιρίας, λόγω της συμμετοχής τους στο ΔΣ αυτής.

Τέτοιες ευθύνες δεν αποδόθηκαν στους τελευταίους, κατά τη διερεύνηση των οικονομικών ατασθαλιών σε βάρος της εταιρίας, στα πλαίσια της οποίας σχηματίστηκε η άνω ποινική δικογραφία, ούτε κατά το στάδιο των ελέγχων, για τους οποίους συντάχθηκαν οι προαναφερθείσες εκθέσεις. Αντίθετα, ο Ν. Μ., υπεύθυνος του κλιμακίου ελεγκτών της ελεγκτικής εταιρίας ..., στην 13941/2006 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε, ότι οι ελλείψεις και αδυναμίες όσον αφορά την αξιοπιστία των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου ή παραλείψεις όσον αφορά την εφαρμογή τους, αφορούσαν πράξεις και παραλείψεις των διευθυντικών μελών του ΔΣ της εταιρίας που ασκούσαν τη διοίκηση και τη διεύθυνση των εταιρικών υποθέσεων σε καθημερινή βάση και συγκεκριμένα αφορούσαν τον Πρόεδρο και το Διευθύνοντα Σύμβουλο και ότι τα λοιπά, απλά μέλη του ΔΣ, τα οποία δεν είχαν καθημερινή παρουσία στα εταιρικά δρώμενα και προσέρχονταν, ως είχαν υποχρέωση, μόνο κατά τις συνεδριάσεις του ΔΣ, ενημερώνονταν για τις εταιρικές υποθέσεις από τον Πρόεδρο και το Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Είναι βέβαια αληθές, ότι οι άνω παρενέβαιναν στις συνεδριάσεις του ΔΣ, εκφράζοντας την αγωνία τους όσον αφορά τα εταιρικά ζητήματα και ιδίως τα χρεωστικά υπόλοιπα, αλλά και το ενδιαφέρον τους για την πορεία των υποθέσεων της εταιρίας, ωστόσο οι παρεμβάσεις τους αυτές, περιορίζονταν σε ζητήματα τα οποία έθετε ο Πρόεδρος του ΔΣ, χωρίς ειδικότερη γνώση των πορισμάτων των ελέγχων.

Περαιτέρω και όσον αφορά τα λοιπά περιστατικά, για τα οποία κατέθεσε ο εναγόμενος, αναφερόμενα στην έλλειψη οργανογράμματος της εταιρίας, τα χρεωστικά υπόλοιπα, την τακτοποίηση των θεμάτων σε σχέση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τη νομιμότητα στη λειτουργία της εταιρίας, την ύπαρξη των εσωτερικών ελέγχων, αυτά είναι ομοίως αληθινά, καθόσον προέκυψαν από τις εκθέσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τις εκθέσεις των εσωτερικών ελεγκτών και τα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΔΣ της εταιρίας, όπως το περιεχόμενό τους ήδη αναφέρθηκε.

Άλλωστε, ο ίδιος ο εναγόμενος, κατά την παράθεση των άνω περιστατικών, παραπέμπει στα πορίσματα των ελέγχων και στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ ο ίδιος αναφέρεται σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η λήψη των αποφάσεων ήταν στη σωστή κατεύθυνση. Επίσης, αληθινά ήταν τα περιστατικά τα αναφερόμενα σε εμπλοκή του ενάγοντος στις συναλλαγές των άνω επενδυτών και στη συμμετοχή του σε αγορές σε κόκκινους κωδικούς.

Αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από την άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία ο ενάγων αθωώθηκε για το αδίκημα της απιστίας σε βάρος της εταιρίας. Τούτο δε, διότι η εν λόγω ποινική απόφαση, η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν παράγει δεδικασμένο και δεν δεσμεύει το παρόν πολιτικό Δικαστήριο, ώστε να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση, συνεκτιμώντας τα ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε εκ μέρους του εναγομένου συνειδητή απόκρυψη αληθινών περιστατικών. Συμπερασματικά, εφόσον δεν προέκυψε η αναλήθεια των αναφερόμενων στην ως άνω ένορκη βεβαίωση γεγονότων, δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα, ούτε και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που αποδίδονται από τον ενάγοντα στον εναγόμενο.

Εξάλλου, από την έκθεση των πιο πάνω περιστατικών, τα οποία αναφέρθηκαν, στα πλαίσια του καθήκοντος μαρτυρίας του εναγομένου, για την υπεράσπιση των συναδέλφων του και την προάσπιση των συμφερόντων της εργοδότιδάς του Τράπεζας (...), κύριας μετόχου της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, δεν προέκυψε πρόθεση του εναγομένου να προσβάλει ειδικά την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση του ενάγοντος, αφού ο εναγόμενος, με την ένορκη αυτή βεβαίωση, όπως το περιεχόμενο της εκτέθηκε παραπάνω, περιορίστηκε στην έκθεση αληθινών γεγονότων, χωρίς πρόθεση τέτοιας προσβολής.

Από τον τρόπο δε που διατυπώθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί, δεν προέκυψε ειδικός από μέρους του σκοπός εξύβρισης του τελευταίου. Ειδικότερα, από την ανάγνωση και αξιολόγηση της ανωτέρω κατάθεσης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος, δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την έκθεση των απόψεών του, ούτε η έκθεση των σχετικών περιστατικών συνοδεύεται από απρεπείς εκφράσεις και χαρακτηρισμούς, ώστε να μπορεί να συναχθεί ευχερώς σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος.

Κατόπιν δε αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε και για απλή δυσφήμηση ή εξύβριση του ενάγοντος με το περιεχόμενο της άνω ένορκης βεβαίωσης, καθόσον ο εναγόμενος στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε στα πλαίσια του καθήκοντος μαρτυρίας, προς υπεράσπιση των συναδέλφων του και την προάσπιση των συμφερόντων της άνω εργοδότιδάς του, περίπτωση που αίρει κατά το άρθρο 367 ΠΚ το άδικο -από ποινική άποψη- της δυσφήμησης και της εξύβρισης, συνακόλουθα δε και το παράνομο της ένδικης αδικοπραξίας και της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος και ως εκ τούτου η από 15-12-2008 αγωγή πρέπει να απορριφθεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: α) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει την από 15-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και β) απέρριψε την από 26-2-2004 αγωγή της δικαιοπαρόχου της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, ειδικά ως προς τις αξιώσεις του πρώτου κεφαλαίου αυτής, αλλά τη δέχθηκε εν μέρει ως προς τον ίδιο διάδικο κατά το δεύτερο κεφάλαιό της, αναγνωρίζοντας ότι ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στην ως άνω υπεισελθούσα στη θέση της ενάγουσας το ποσό των εξακοσίων τριών χιλιάδων πεντακοσίων τεσσάρων ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (603.504,84), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 3.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 § 3, 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1616/2013, ΑΠ 100/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν μνημονεύει στην απόφασή του ποια από τα προσκομιζόμενα έγγραφα έλαβε υπόψη, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα ακόλουθα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα: [Α.

έγγραφα προς απόδειξη των λόγων της εφέσεως:] α) το αντίγραφο της καταστάσεως της απεικονίσεως, κατά την 28.2.2001, των "κόκκινων κωδικών" στην ..., (β) αντίγραφο του υπ' αριθ. 4/26.2.04 πρακτικού Δ.Σ. της ..., (γ) αντίγραφα των υπ' αριθ. 9/2.6.99 και υπ' αριθ. 2/17.1.01 πρακτικών Δ.Σ. της ..., (δ) αντίγραφο του πρακτικού της τακτικής Γ.Σ.

των μετόχων της ... της 1.3.2004, (ε) αντίγραφο των δημιευμάτων των εφημερίδων ...Σ της 9.5.2003 με τίτλο "Ανοίγει και ο φάκελος με τα σκάνδαλα της Αγροτικής", ... της 29.5.2003 με τίτλο "Θύμα του Χρηματιστηρίου και η ...", ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ... της 22.2.2002 με τίτλο "Μαύρη τρύπα ψάχνει το ΣΔΟΕ στην Αγροτική Χρηματιστηριακή", (στ) αντίγραφα της υπ' αριθ. ...55/8.12.03 "ενόρκου βεβαιώσεως" της Θ.

Κ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Β. Κ.-Τ. και της από 9.11.2005 ενόρκου καταθέσεως της Θ. Κ., ενώπιον της κ. Ανακρίτριας του 27ου Τμημ. Αθηνών, (ζ) αντίγραφα των καρτελών με την επικεφαλίδα ΜΕΡΙΔΑ ΕΠΕΝΔΥΤΗ των Ε. Τ. και Γ. Κ., αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 13625/18.7.13 βεβαιώσεως της "... ΑΕ", (η) αντίγραφο της από 15.11.2005 ενόρκου καταθέσεως της Ε.

Τ., ενώπιον της κ. Ανακρίτριας του 27ου Τμημ. Αθηνών, (θ) αντίγραφα των υπ' αριθ. πρωτ. 1480/2.8.00 και 1713/9.9.00 εγγράφων οχλήσεων της ... προς τον Γ. Κ., (ι) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 031442/73/6.5.03 επιστολής της εταιρείας "... ΑΕ" προς την ..., (ια) αντίγραφα των υπ' αριθ...294 και ...00 τραπεζικών επιταγών της ..., (ιβ) αντίγραφο του σχεδίου της υπ' αριθ. 6808/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών επί εφέσεως της ...

κατά Α. Κ., (ιγ) κατάσταση κατατεθεισών αγωγών της ... κατά πελατών της αντιδίκου, (ιδ) το από Νοεμβρίου 2015 βιογραφικό του αναιρεσείοντος, (ιε) αντίγραφο διαγράμματος διακυμάνσεως του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών κατά τη χρονική περίοδο από την αρχή του 1999 έως την άνοιξη του 2006, (ιστ) αντίγραφα των δημοσιευμένων ισολογισμών της 31ης Δεκεμβρίου 2001 των χρηματιστηριακών εταιρειών "...", "..." και "...", (ιζ) αντίγραφο της από 31.3.2000 εσωτερικής οδηγίας της ...

προς το υποκατάστημα ..., (ιη) αντίγραφα των από 13.4.2000 και από 18.4.2000 οδηγιών, προς τους αντικριστές της εταιρείας, του Γ. Κ., Διευθυντή Μάρκετιγκ και Πωλήσεων και του συνεναγομένου Γ. Δ., αντιστοίχως, προς αντιμετώπιση των χρεωστικών υπολοίπων, (ιθ) αντίγραφο του υπ' αριθ. ..18/21.6.2001 Δελτίου Τύπου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (κ) αντίγραφο καταστάσεως χρηματιστηριακών εταιρειών και αντιστοίχων αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για έναρξη και άρση, αντιστοίχως, της διαδικασίας ανακλήσεως της αδείας τους, (κα) αντίγραφο εντύπου της ..., το οποίο έπρεπε να συμπληρώσει ο ενδιαφερόμενος επενδυτής, προκειμένου να ανοίξει κωδικό και να αποκτήσει συναλλακτική σχέση με την εταιρεία, (κβ) αντίγραφο του από 7.2.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού - συμβάσεως συνεργασίας μεταξύ της ...

και της ... που υποβλήθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με αριθ. πρωτ. 474/8.2.2000, (κγ) αντίγραφο δείγματος μηνιαίας ταχυδρομικής ενημερώσεως πελάτη για την αναλυτική του καρτέλα, την κατάσταση του χαρτοφυλακίου του κλπ, (κδ) αντίγραφο του από 22.12.1999 Πρακτικού 4ης Συνεδριάσεως της Επενδυτικής Επιτροπής της ..., [Β.

Έγγραφα προσκομισθέντα πρωτοδίκως:] (αα) αντίγραφα των υπ' αριθ. 9085/12.11.1999 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περί διορισμού του αναιρεσείοντος στην θέση του Προέδρου Δ.Σ. της ..., του υπ' αριθ. 9082/12.11.1999 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περί ανασυγκροτήσεως του Δ.Σ. της ..., του υπ' αριθ. 5483/3.7.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περί αντικαταστάσεως του από την προεδρία του Δ.Σ.

της ..., του υπ' αριθ. 2762/20.5.1999 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος ισολογισμό της πρώτης εταιρικής χρήσης 31.1.1997 - 31.12.1998, του υπ' αριθ. 2266/24.3.2000 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος ισολογισμό της εταιρικής χρήσης 1.1.1999-31.12.1999, του υπ' αριθ. 11064/1.12.2000 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος περίληψη της εγκρίσεως του ισολογισμού της χρήσεως 1.1.1999 - 31.12.1999 από την Γ.Σ.

των μετόχων της ..., του υπ' αριθ. 2472/3.5.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος ισολογισμό της εταιρικής χρήσης 1.1.2000 - 31.12.2000, αντίγραφο του υπ' αριθ. 5244/29.6.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος περίληψη της εγκρίσεως του ισολογισμού της χρήσεως 1.1.2000 - 31.12.2000 από την Γ.Σ. των μετόχων της ..., αντίγραφο του υπ' αριθ. 2425/2.5.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περί διορισμού του αναιρεσείοντος στην θέση του Προέδρου Δ.Σ.

της εταιρείας "... " (...), του υπ' αριθ. 2138/11.4. 2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περί μετονομασίας της εταιρείας ".... Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" σε "... Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", το οποίο περιέχει και τη σύνθεση του Δ.Σ. αυτής, του υπ' αριθ. 12216/17.11.2003 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος το σχέδιο συγχωνεύσεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της "...

Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", του υπ' αριθ. 5459/9.6.2004 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ περιέχοντος την εγκριτική της ως άνω συγχωνεύσεως απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, αντίγραφο των υπ' αριθ. 650/27. 1.2003 και 4664/9.6.2003 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ αναφερομένων στην σύνθεση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, των υπ'αριθ. 1274/1.3.2001 και 1271/1.3.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ αναφερομένων στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης και στην πιστοποίηση της καταβολής του ποσού της αύξησης του Μετοχικού Κεφαλαίου, των υπ' αριθ. 8318/18.10.1999, 8815/3.11.1999 και 7717/31.8.2001 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ που δεικνύουν την ιδιότητα του Γ.

Τ. ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "... - ....", (ββ) αντίγραφο των υπ' αριθ. 10/23.6.1999, υπ' αριθ. 11/12.7.1999, υπ' αριθ. 12/28.7.1999, υπ' αριθ. 13/2.9.1999, υπ' αριθ. 14/27.9.1999, υπ'αριθ. 15/20.10.1999, υπ'αριθ. 17/16.12.1999, υπ' αριθ. 1/28.1.2000, υπ' αριθ. 2/4.3.2000, υπ' αριθ. 4/28.3.2000, υπ' αριθ. 5/16.5.2000, υπ' αριθ. 6/25.5.2000, υπ' αριθ. 7/14.6.2000, υπ' αριθ. 8/22.6.2000, υπ' αριθ. 9/21.7.2000, υπ' αριθ. 10/28.8.2000, υπ' αριθ. 11/31.8.2000, υπ' αριθ. 12/11.9.2000, υπ' αριθ. 13/15.9.2000, υπ' αριθ. 14/27.9.2000, υπ' αριθ. 15/11.10.2000, υπ' αριθ. 16/26.10.2000, υπ' αριθ. 17/31.10.2000, και υπ' αριθ. 18/6.12.2000 πρακτικών Δ.Σ.

της ..., (γγ) αντίγραφο της Εκθέσεως Εκτάκτου Διαχειριστικού Ελέγχου της αναιρεσίβητης από τους ελεγκτές της εταιρείας ..., (δδ) αντίγραφο της εκθέσεως ελέγχου του α' εξαμήνου του έτους 1999 από τον ελεγκτή Α. Κ., (εε) αντίγραφο του οργανογράμματος της ... που παρουσιάστηκε στο Δ.Σ. την 28.1.2000, (στστ) αντίγραφο του εσωτερικού κανονισμού της ...

κατά το διάστημα που ο αναιρεσείων προήδρευε του Διοικητικού της Συμβουλίου, (ζζ) αντίγραφο της Εκθέσεως απολογισμού 1999 και προοπτικών 2000 που συνετάγη από το Δ.Σ. την 17.3.2000 και υπεβλήθη στην Γενική Συνέλευση των μετόχων της ..., (ηη) αντίγραφο της Εκθέσεως απολογισμού 2000 και προοπτικών 2001 που συνετάγη από το Δ.Σ.

την 28.2.2001 και υπεβλήθη στην Γενική Συνέλευση των μετόχων της ..., (θθ) αντίγραφο επιστολής της 10.4.2000 προς τον Διοικητή της …., Π. Λ., (ιι) αντίγραφο επιστολής - εμπιστευτικού σημειώματος, της 5.5.2000, υποβληθέντος στον Υποδιοικητή της …, Χ Κ. και κοινοποιηθέντος στον Διοικητή της …, Π. Λ., (ιαια) αντίγραφο επιστολής της 2.6.2000 του προϊσταμένου της Υποδ/νσεως Θυγατρικών Εταιριών της … Ν.

Κ. προς τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο της ..., (νβνβ) αντίγραφο της από 6.6.2000 απαντήσεως της ... στο ως άνω έγγραφο, από τον αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της, Σ. Σ., (ιγιγ) αντίγραφο επιστολής -εμπιστευτικού σημειώματος μου της 24.7.2000, υποβληθέντος στον Διοικητή της …, Π. Λ., (ιδιδ) αντίγραφο επιστολής -εμπιστευτικού σημειώματος της 21.8.2000, συνταχθέντος από τον Δ/ντη Πωλήσεων και Marketing της ..., Γ.

Κ. και υποβληθέντος στον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, (ιειε) αντίγραφο της από 18.9.2000 απαντήσεως σε επιστολή του προϊσταμένου Υποδ/νσεως Θυγατρικών Εταιριών της … κ. Ν. Κ., (ιστιστ) αντίγραφο της από 3.11.2000 επιστολής του προϊσταμένου της Υποδ/νσεως Θυγατρικών Εταιριών της … Ν. Κ., (ιζιζ) αντίγραφα των υπ' αριθ.

πρωτ. 75/7.11.2000 και 76/7.11.2000 εγγράφων μου προς τον Ν. Κ., (ιηιη) αντίγραφο κοινής επιστολής της 22.2.2001, συνταχθείσας από τον τότε Δ/ντα Σύμβουλο της ..., τον τότε Αναπληρωτή Γεν. Δ/ντη της και τον αναιρεσείοντα, (ιθιθ) αντίγραφα των υπευθύνων δηλώσεων συνταχθεισών από τους Κ. Ν., Π Φ., Γ. Β. και Η. Α., (κκ) αντίγραφο του υπ' αριθ. 39822001259 ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ...

με την "...", (κακα) αντίγραφο της από 23.1.2001 επιστολής της ασφαλιστικής εταιρείας "..." με μετάφραση της στα ελληνικά, (κακα) αντίγραφο της υπ' αριθ. ..29/30.3.2001 επιστολής του προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Ατυχημάτων της "...", I. Π., (κβκβ) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 7902/6.6.2001 εντολής πληρωμής ασφαλιστικής αποζημιώσεως από την "..." προς την ..., (κγκγ) αντίγραφο της από 25.10.2004 ενόρκου εξετάσεως του I.

Π. ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, (κδκδ) αντίγραφο της από 8.1.2001 ανακοινώσεως της ... στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χ.Α.Α. περί μεταβιβάσεως 200.000 μετοχών της εταιρείας ".... Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" στην "...", (κεκε) αντίγραφο της από 27.10.2004 παροχής εξηγήσεων (ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη του 28ου Τμημ.

Αθηνών) του Μ. Μ., (κστκστ) αντίγραφο της από 14.4.2000 επιστολής της ελεγκτικής εταιρείας "..." προς την ..., σχετικώς με παράνομη δραστηριότητα του Θ. Γ., (κζκζ) αντίγραφο του υπ' αριθ. 152542 εντύπου της ..., περί συμψηφιστικής εγγραφής στο λογαριασμό της Ε. Τ., (κηκη) αντίγραφο του υπ' αριθ. ...3 εντύπου της ... περί καταβολής (μέσω τραπέζης) του ποσού των 874.671 δρχ.

στην Ε. Τ., (κθκθ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 50601/2006, 53021/2006, 55251/2006, 56003/2006, 56699/2006, 56915/2006, 56973/2006, 57102/2006, 57234/2006, 57354/2006, 57423/2006, 57540/2006 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, (λλ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 1846/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Ε' ποινικό τμήμα), (λαλα) αντίγραφο του υπ' αριθ. 7/12.06.2000 πρακτικού τακτικής Γενικής Συνέλευσης της ..., (λβλβ) αντίγραφο του υπ' αριθ. 10/30.04.2001 πρακτικού Γενικής Συνελεύσεως της ..., (λγλγ) αντίγραφο του υπ' αριθ.

…99/24.10.2008 εγγράφου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (λδλδ) αντίγραφο της με αριθ. …942/4-9-2006 ένορκης βεβαιώσεως του Ν. Κ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, (λελε) αντίγραφο δημοσιεύματος της εφημερίδας ...ΤΥΠΙΑ με τον τίτλο "Ξήλωμα στην …., για παιχνίδια στη Σοφοκλέους", (λστλστ) αντίγραφα των υπ' αριθ. 16/24.11.1999, 18/28.12.1999, 19/13.12.2000, 1/5.1.2001, 3/13.2.2001, 5/28.2.2001, 6/14.3.2001, 7/9.4.2001, 8/8.5.2001, 10/19.6.2001 και 11/5.7.2001 πρακτικών Δ.Σ.

της ..., (λζλζ) αντίγραφο των υπ' αριθ. 6/29.3.2000 πρακτικού τακτικής Γ.Σ. των μετόχων της ..., της οποίας προήδρευσε ο Ν. Κ.ς, υπ' αριθ. 8/20.10.2000 πρακτικού έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων της ..., της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων της ... της 21.11.2001, της οποίας ομοίως προήδρευσε ο Ν. Κ.ς, της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων της ... της 24.12.2001, της οποίας επίσης προήδρευσε ο Ν.

Κ.ς, και της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων της ... της 17.7.2002, (ληλη) αντίγραφο του από 25.10.1999 εγγράφου των ελεγκτριών Α. Β. και Α. Μ. προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (λθλθ) αντίγραφο του υπ' αριθ. πρωτ. 16/23.11.1999 εγγράφου του αναιρεσείοντος προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Θ., (μμ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 3/99 Εσωτερικής Οδηγίας για την οργανωτική ανασυγκρότηση της ..., (μαμα) αντίγραφο του υπ' αριθ.

πρωτ. 12304/22.2.2000 εγγράφου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την ..., (μβμβ) αντίγραφο της από 24.2.2000 απαντήσεως της ... προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (μγμγ) αντίγραφο του από 4.4.2001 εγγράφου των ελεγκτριών Α. Β. και Μ. Δ. προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (μδμδ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 8/2014/10.4.2001 αποφάσεως του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (μεμε) αντίγραφο του υπ' αριθ.

πρωτ. 1460/14.5.2001 εγγράφου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την ..., (μστμστ) αντίγραφο του από 7.11.2001 εγγράφου των ελεγκτριών Α. Β. και Μ. Δ. προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, (μζμζ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 5/232/6.12.2001 αποφάσεως του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (μημη) αντίγραφο του από 19.2.2001 δελτίου τύπου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, (μθμθ) αντίγραφο του από 24.11.1999 εμπιστευτικού εγγράφου του Γ.

Δ. προς τη Διοίκηση της …, (νν) αντίγραφο του από 20.3.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ. Σ. με θέμα "Τακτοποίηση χρηματικών υπολοίπων", (νανα) αντίγραφα των με ημερομηνίες 14.3.2000, 22.5.2000, 3.8.2000 και 28.8.2000 επιστολών προς τον Π. Π. για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νβνβ) αντίγραφο του από 8.11.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ.

Σ. προς την Διεύθυνση Πωλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νγνγ) αντίγραφο του από 13.11.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ. Σ. προς την Διεύθυνση Πωλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νδνδ) αντίγραφο του από 17.11.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ.

Σ. προς την Διεύθυνση Πωλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων υπαλλήλων της …, (νενε) αντίγραφο του από 20.11.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ. Σ. προς την Διεύθυνση Πωλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νστνστ) αντίγραφο του από 27.11.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ.

Σ. προς την Διεύθυνση Πουλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νζνζ) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 95 30.11.00 εμπιστευτικής επιστολής που υπογράφουν ο αναιρεσείων, ο Γ. Δ. και ο Σ. Σ. για λογαριασμό της ... και απευθύνεται προς τον Ν. Κ., (νηνη) αντίγραφο του από 4.12.2000 εγγράφου του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ.

Σ. προς την Διεύθυνση Πωλήσεων, το Τμήμα Δικτύου και το Τμήμα ΕΛΔΕ για την τακτοποίηση χρεωστικών υπολοίπων, (νθνθ) αντίγραφο της από 20.12.2000 καταστάσεως του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Σ. Σ. στην οποία αναγράφονται οι πελάτες της ..., στους οποίους κοινοποιήθηκαν εξώδικα για την τακτοποίηση των χρεωστικών υπολοίπων τους, (ξξ) αντίγραφα 22 εξώδικων προς πελάτες της ...

για την εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων, (ξαξα) αντίγραφα των υπ' αριθ. πρωτ. …60/5.5.00, …56/2.8.00 και …84/10.9.00 εγγράφων οχλήσεων της ... προς την Ε.Τ., (ξβξβ) αντίγραφο της υπ' αριθ. …09/25.5.2007 ενόρκου βεβαιώσεως του Ν. Μ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Λ., (ξγξγ) αντίγραφο της υπ' αριθ. ..10/29.5.2007 ενόρκου βεβαιώσεως της Α. Τ., ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, (ξδξδ) αντίγραφο του από 21.6.2001 εσωτερικού σημειώματος της Ε.

Δ., από το οποίο προκύπτει η δημιουργία χρεωστικού υπολοίπου πελάτιδος της εταιρείας ποσού 238.496.438 δρχ. κατά το διάστημα μεταξύ 8.5.2001 και 5.6.2001, (ξεξε) αντίγραφο του από 12.6.2002 εγγράφου της Ε. Δ. προς το Δ.Σ. της ..., (ξστξστ) αντίγραφο του από 12.6.2002 εγγράφου της Ε. Δ. προς το Δ.Σ. της ..., (ξζξζ) αντίγραφο του από 12.6.2002 εγγράφου της Ε.

Δ. προς το Δ.Σ. της ..., (ξηξη) αντίγραφο του από Δεκεμβρίου 2000 ενημερωτικού δελτίου της …για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, (ξθξθ) αντίγραφο της υπ' αριθ. 104/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί αντιθέτων αγωγών της ... και του Α. Κ., (οο) αντίγραφο της από 26.4.2002 επιστολής παραιτήσεως του ααιρεσείοντοςπρος το Δ.Σ.

της ..., (οαοα) αντίγραφο του υπ' αριθ. 9903/27.9.2002 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, στο οποίο καταχωρίσθηκε το από 13.8.2002 σχέδιο συγχωνεύσεως της εταιρείας ... Α.Ε.Π.Ε.Υ. και της ..., με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, (οβοβ) βιογραφικά στοιχεία του αναιρεσείοντος, όπως έχουν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου …. Τα έγγραφα δε αυτά ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της αντιδίκου του, όπως επιδιώκει με τους λόγους της εφέσεως, αλλά και προς απόδειξη των θεμελιωτικών της δικής του αγωγής περιστατικών.

Ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα γενικά τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

Ειδικώς δε ως προς τις ως άνω επικαλούμενες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και την παροχή εξηγήσεων των υπόπτων ενώπιον ανακριτικών και προανακριτικών αρχών, αντιστοίχως, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια ποινικών δικών και κατά νόμον λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1804/2014), υπάρχει ειδική μνεία στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη ως "έγγραφα άλλων αστικών και ποινικών δικών, σχετικών με την ένδικη διαφορά".

Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι κατ' αυτό τον τρόπο δεν εξηγείται ποία από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα το Εφετείο προέκρινε ως πλέον αξιόπιστα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. 4. Με τη διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχείο β1, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ως αποδείξεις δε που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του και μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης. (Ολ ΑΠ 23/2008, 9/2000).

Στην κρινόμενη υπόθεση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά τη νοηματική του εκτίμηση προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων αν και αυτοί στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν προέβησαν σε συγκεκριμένη επίκληση αυτών, αλλά αντίθετα περιορίστηκαν στην αναφορά ότι προσκομίζουν αντίγραφο των πρωτόδικων προτάσεών τους.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εν λόγω προτάσεων, οι αναιρεσίβλητοι με παραδεκτό τρόπο εξέθεσαν σ' αυτές αναλυτικά τους ισχυρισμούς τους και επικαλέστηκαν τα αποδεικτικά τους μέσα, χωρίς να παραπέμπουν γι' αυτά στις πρωτόδικες προτάσεις τους ή να τις ενσωματώνουν στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδεικνύονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ παρέμειναν αναπόδεικτοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και είναι αβάσιμη η έτερη αιτίαση, που περιέχεται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, της παραβιάσεως δηλονότι του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 5.

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο Δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν, εκτός των άλλων, έχουν δοθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται.

Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν όχι στα πλαίσια της δίκης κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης, μπορούν να ληφθούν από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 § 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, οπότε δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 1811/2008).

Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση της προηγουμένης κλητεύσεως, αφού κατά τη στιγμή της δόσεως αυτών δεν έχει ανοιγεί δίκη ώστε να υπάρχει αντίδικος. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη αφ'ενός της ένορκης βεβαιώσεως της Θ.

Κ. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Β. Κ.-Τ. η οποία και συνέταξε την υπ' αριθμ. …55/8.12.2003 πράξη της, εφόσον κατά τον αναιρεσείοντα δεν είχε προηγηθεί κλήτευση προ δύο εργασίμων ημερών και αφ'ετέρου της ένορκης καταθέσεως της ίδιας μάρτυρα ενώπιον του Ανακριτή του 27ου ανακριτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατ' αυτόν είναι απολύτως άκυρη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον αμφότερα τα αποδεικτικά αυτά μέσα νομίμως εκτιμήθηκαν ως δικαστικά τεκμήρια λόγω του ότι η μεν ένορκη βεβαίωση, η οποία λήφθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2003, ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής (26-2-2004), κατά την κρίση του Εφετείου δεν δόθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη, η δε κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή εκτιμήθηκε ως έγγραφο μεταξύ άλλων εγγράφων μιας ποινικής δίκης, σχετικής με την ένδικη διαφορά.

Εξάλλου, σε σχέση με τη μερικότερη αυτή αγωγική αξίωση των 246.590,76 €, το Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και επομένως είναι αβάσιμη η έτερη αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, της παραβιάσεως δηλονότι του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

6. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, στην περίπτωση δε αυτή, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ.. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Τέτοια περίπτωση όμως δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες ή όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ΑΠ 1811/2008).

Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά μεν το πρώτο σκέλος τους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δεχόμενο την αγωγή της ενάγουσας " ... " ως προς τα αιτήματά της να της καταβληθούν αποζημιώσεις, ύψους 246.590,76 € και 326.914,06 €, ισόποσες με τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφάνιζαν τα χαρτοφυλάκια των επενδυτών Ε.

Τ. και Γ. Κ. αφ'ενός και του Α.. Κ. αφ'ετέρου, καθώς και επιπλέον ποσό για την ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης από τη δήθεν αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αν και δεν προέκυπτε ότι οι επίδικες εντολές για επενδυτικές συναλλαγές δόθηκαν εν γνώσει της ακυρότητας των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της έλλειψης οποιασδήποτε εντολής για εκτέλεση συναλλαγών (όσον αφορά τους δύο πρώτους επενδυτές) και χωρίς τη γνώση ή συναίνεση του επενδυτή Α.

Κ., αντίστοιχα, αλλά στη δεύτερη περίπτωση από τα απαριθμούμενα στην απόφαση γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα προέκυπτε ακριβώς το αντίθετο, δηλ. ότι ο τελευταίος ήταν σε πλήρη γνώση και ενέκρινε τις συναλλαγές αυτές. Κατά το δεύτερο σκέλος των λόγων αυτών ο αναιρεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και παραβλέποντας τα ως άνω περιστατικά, ειδικά δε για τον Α.

Κ. και το πασίδηλο γεγονός ότι κατά την περίοδο 1999-2000 το ΧΑΑ σημείωσε μια απότομη πτώση στις αξίες συναλλαγών, λόγος για τον οποίο το χαρτοφυλάκιό του εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο, κατέληξε στην κρίση του ότι ο αναιρεσείων διέπραξε αντίστοιχες αδικοπραξίες και ότι ευθύνεται για τα υπόλοιπα αυτά. Οι λόγοι αυτοί κατ' αμφότερα τα σκέλη τους είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμελειών ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, περαιτέρω δε οι αποδιδόμενες, με τις αιτιάσεις αυτές, πλημμέλειες αφορούν στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίθεται με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. 7.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται, όσον αφορά την αγωγή του που στρέφεται κατά του Ν. Κ. και τα όσα εκείνος βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στην υπ' αρ. …942/4-9-2006 ένορκη βεβαίωσή του, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 299, 300, 914 και 932 του ΑΚ και των άρθρων 361, 362 και 365 του Π.Κ.

διότι δέχθηκε ότι τα κατατεθέντα ήσαν αληθή και επομένως απέρριψε την αγωγή του ως ουσία αβάσιμη, ενώ από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα προέκυπτε το αντίθετο, άλλως ότι χωρίς αιτιολογία ή με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στην κρίση αυτή, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμελειών ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων. 8. Σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 § 2 ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Με τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει, ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων παρέμεινε ως εξαιρετικό μέτρο, με δυνατότητα εφαρμογής του μόνο στην περίπτωση διαφορών ανάμεσα σε συζύγους και συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό, όπως και εκείνη, κατά την οποία η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Στην περίπτωση αυτή, ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή της ουσίας και η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 392/2012, ΑΠ 773/2009, ΑΠ 1533/2008, ΑΠ 433/2007). Ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εφαρμογή του κανόνα δικαίου συντρέχει σε περίπτωση διακύμανσης της νομολογίας ή πλοκής των νομικών θεμάτων, που συνάπτονται με την υπόθεση.

Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 179, 190, 191 και 192 ΚΠολΔ, αλλά και της αρχής της αναλογικότητος, όσον αφορά την απόρριψη του λόγου εφέσεως σχετικά με τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων εις βάρος του αναιρεσείοντος για την απόρριψη της αγωγής του.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τα εξής: "Από τα άρθρα 100 § 1, 107 § 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 166 του ν. 4194/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), συνάγεται ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου, καθορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

Ως αντικείμενο της αγωγής, εφόσον ζητείται επιδίκαση χρηματικής απαίτησης, νοείται το ποσό αυτής, που ζητείται ως κεφάλαιο, επαυξημένο με τους τυχόν αξιούμενους τόκους μέχρι της ημέρας κατά την οποία αυτή εγέρθηκε ή, αν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, μέχρι της πρώτης συζήτησης της στον α' βαθμό, κατά την οποία διαμορφώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο αυτής....

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχε λόγος συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η απόρριψη της αγωγής οφείλεται σε λόγους που αφορούν την ουσία της υπόθεσης, και όχι σε λόγους που ανάγονται στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου, οι οποίοι, άλλωστε, αναφορικά με την αγωγή αυτή δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη δυσχέρεια, η δε νομολογιακή εφαρμογή τους δεν εμφανίζει καμία ταλάντευση ή αντιφατικότητα.

Περαιτέρω, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον εναγόμενο, η εκκαλουμένη απόφαση έπρεπε να καθορίσει τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 191 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ), αποδοτέα σύμφωνα με το άρθρο 189 του ιδίου Κώδικα, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου, χωρίς να είναι ανάγκη να υποβληθεί πίνακας εξόδων.

Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη το αίτημα της αγωγής για το ποσό των 1.000.000 ευρώ μόνο, που ζητείται ως κεφάλαιο, η αμοιβή για τη σύνταξη των προτάσεων του εναγομένου, με βάση τα κατώτατα όρια των άνω άρθρων του Κώδικα Δικηγόρων, ανέρχεται στο ποσό των 20.000 (1.000.000 Χ 2%) ευρώ, εάν δε προστεθούν οι τόκοι επί του άνω κεφαλαίου, η αμοιβή για την παράσταση δικηγόρου και τα λοιπά τέλη, το σύνολο των δικαστικών εξόδων, υπερβαίνει κατά πολύ το επιδικασθέν ποσό των 20.000 ευρώ".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις εφόσον επιδίκασε δικαστική δαπάνη σύμφωνα με τις άνω διατάξεις και επομένως ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση του Ε. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1978/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ