Supreme Court dismisses appeal against property dispute judgment, upholding lower court's finding of private ownership over claimed public land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a first-instance judgment regarding a property dispute. The lower court found that the disputed land, despite the municipality's claim of public utility, was privately owned by the plaintiffs based on long-term possession and valid title. The court ruled that the appeal arguments regarding procedural errors and the scope of the judgment were inadmissible and lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 KPolD; Art. 369, 966, 967 AK: An appeal against a first-instance judgment is admissible only if a substantive law rule was violated; the court must uphold the lower court's finding of private ownership when the plaintiff's title and long-term possession are proven, rejecting the municipality's claim of public utility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 82 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 82/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νπδδ -ΟΤΑ α’ βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου, του καταργηθέντος πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …" δυνάμει των άρθρων 1 παρ 2 περ 6 και 283 Ν 3852/2010 που μετά τις συνενώσεις υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τ. Κοινότητας ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Λάμπρο Κιτσάρα και Παρασκευή Σφαέλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Η. δικηγόρου, 2)Α. συζ. Γ. Η., 3)Ν.-Κ. Η. του Γ., 4)Ζ.-Τ. Η. του Γ. κατοίκων απάντων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ. Η. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 αγωγή των 1ου και 2ης αναιρεσιβλήτων ατομικά και ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, και την από 25-8-1997 προσεπίκλησή τους, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 518/1999 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία ανέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Πατρών για να αποφανθεί επί της ουσίας.
Εκδόθηκε η 36/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών.
Κατά αυτής ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εκδόθηκε η 45/2014 απόφαση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 4-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων ... των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση ... "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 εδ. α).
ΙΙ. Συμφώνως προς το άρθρ. 369 ΑΚ: "Συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου". Περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 966 ΑΚ: "Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών". Επίσης, κατ’ άρθρ. 967 ΑΚ: "Πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους". Ωσαύτως, κατ’ άρθρ. 968 ΑΚ: "Τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο". ‘ Ετι περαιτέρω, συμφώνως προς το άρθρ. 972 ΑΚ: "Τα αδέσποτα ακίνητα, καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμο ανήκουν στο δημόσιο". Ακόμη, το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ. Ν.Α.Κ., συμφώνως προς το άρθρ. 62 ν. 1416/1984 έχει αναλογική εφαρμογή και επί των Δήμων. Τέλος, με την 1033 ΑΚ προβλέπεται η μεταγραπτέα συμβολαιογραφική μεταβίβαση ακινήτου για κάποια νόμιμη αιτία με συμφωνία των συμβαλλομένων.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Πρωτοδικείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τα άρθρα 972 ΑΚ και 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 κι έτσι υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ σφάλμα. Επίσης, η ίδια πλημμέλεια επιρρίπτεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίον φέρονται ως παρερμηνευθείσες οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 369, 966-968, 1033 ΑΚ.
Αμφότεροι αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, καθόσον αφορά στην διάταξη 972 ΑΚ (για αδέσποτα και έρημο κλήρο), αυτή αναφέρεται κατ’ αρχάς στο Δημόσιο, κατά τα ως άνω. Δεδομένης όμως της επί των Δήμων αναλογικής εφαρμογής της και προκειμένου να διερευνηθεί η προσαπτόμενη με τους δύο ανωτέρω λόγους αναιρέσεως πλημμέλεια, επιτρεπτώς επισκοπούνται οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... 15.9.1995 συμβολαίου πώλησης της συμ/φου Πατρών Ηλ.
Οικονομοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων (τ. ...), οι ενάγοντες, ενεργούντες τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των τότε ανηλίκων τέκνων τους Ν. - Κ. και Ζ. - Τ., κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 αδιαίρετα ο καθένας ενός ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση ... της τότε Κοινότητας ...
Αχαΐας, εκτός οικισμού και εντός ζώνης, που σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης έχει έκταση 4.039,38 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Κ. (ήδη Α. και Α. Λ.), νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, Γ. Τ. και Χ. Τ., ανατολικά σε πλευρά 11,37 μ. με κοινοτική παραλιακή οδό και σε πλευρά 13,46 μ. με αγροτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία Γ.
και με αγροτική οδό. Η δικαιοπάροχος τους Ε. συζ. Κ. Π., το γένος Γ. Κ., είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...12.1989 συμβολαίου πώλησης της συμ/φου Αμαρουσίου Αναστ. Κολλιοπούλου, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. .../15.9.1995 πράξη εξόφλησης της συμ/φου Πατρών Ηλιοστάλακτης Οικονομοπούλου, που επίσης μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια άνω βιβλία (τ. ...
αντίστοιχα). Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, συνενώθηκαν ταυτόχρονα στο ανωτέρω ενιαίο ακίνητο, έκτασης 4.039,38 τ.μ., δύο επιμέρους ακίνητα, τα οποία ανήκαν τους δικαιοπαρόχους της, Α. Κ. και Ε. K., αντίστοιχα. Ειδικότερα: Η Α. Κ. της μεταβίβασε ένα ακίνητο έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσης 2.080,55 τ.μ., με επακριβή δε μέτρηση που έγινε το 1989, 2.040,42 τ.μ., το οποίο ανήκε στην κυριότητά της, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1973 συμβολαίου του τότε συμ/φου Πατρών Παναγιώτη Κόκκαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ...), λόγω δωρεάς από την μητέρα της Β.
Μ., θυγατέρα Α. Τ.. Ο Ε. Κ. της μεταβίβασε ένα ακίνητο, συνεχόμενο του πρώτου, έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης 2.000 τ.μ., με επακριβή δε μέτρηση που έγινε το 1989, 1.998,96 τ.μ., το οποίο συνόρευε προς νότο με το ανωτέρω πρώτο ακίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητά του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1975 συμβολαίου του τότε συμ/φου Πατρών Παναγιώτη Κόκκαλη, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ...), λόγω πώλησης από την Π.
χήρα Α. Μ., το γένος Α. και Μ. Τ.. Ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η δικαιοπάροχος - μητέρα της Α. Κ., Β. Μ., θυγατέρα Α. Τ., είχε αποκτήσει αυτό δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../7.12.1938 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του τότε συμ/φου Πατρών Θωμά Κουτσοκώστα, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. ...).
Συγκεκριμένα, με αυτό το συμβόλαιο ο Α. Τ. μεταβίβασε στην σύζυγο του Θ. την κυριότητα, μεταξύ άλλων ακινήτων, ενός κτήματος έκτασης 1,5 στρέμματος ως έγγιστα, κείμενο στη θέση ..., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ξεριά, δυτικά με αύλακα, αρκτικά με άμπελο Π. Μ. και μεσημβρινά με άμπελο Δ. Τ., δηλαδή το πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, υπό τον όρο ότι μετά το θάνατο της ανωτέρω δωρεοδόχου αυτό θα περιέλθει στην θυγατέρα τους Β.
θυγατέρα Α. Τ.. Στη συνέχεια, όμως, η Θ. σύζυγος Α. Τ. απεβίωσε πριν τον Α. Τ. και, επομένως, μετά το θάνατο και αυτού την 18η.1.1961, η ανωτέρω Β., κατέστη κυρία του ανωτέρω ακινήτου. Όπως παρατηρείται, μεταξύ του συμβολαίου του 1938 και του συμβολαίου του 1973, υπάρχει διαφορά τόσο ως προς την έκταση του οικοπέδου, αφού στο πρώτο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η έκτασή του είναι 1,5 στρέμμα ως έγγιστα, ενώ στο δεύτερο αναφέρεται ότι αυτή είναι 2.080,55 τ.μ, (ήδη μετά από ακριβή καταμέτρηση 2.040,42 τ.μ.), όσο και ως προς το σύνορο προς τα ανατολικά, αφού στο πρώτο συμβόλαιο αναφέρεται ότι συνορεύει με ξεριά ενώ στο δεύτερο αναφέρεται ότι συνορεύει με παραλιακή οδό.
Από τα δυο ανωτέρω στοιχεία προκύπτει με σαφήνεια ότι, ενώ στο πρώτο συμβόλαιο, του 1938, ο επονομαζόμενος "ξεριάς" δεν φέρεται να ανήκει στο ως άνω ακίνητο, στο δεύτερο συμβόλαιο, του 1973, συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτό. Ο ξεριάς αυτός έχει έκταση 217,55 τ.μ., είναι πολυγωνικού σχήματος και συνορεύει προς ανατολάς σε πλευρά 11,37 μ.
με παραλιακή οδό και σε πλευρά 13,46 μ. με αγροτική οδό, νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, δυτικά με υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, το οποίο κατείχε ο όμορος ιδιοκτήτης Γ. Τ., πλην όμως ήδη με την 578/2012 τελεσίδικη, μετ’ αναίρεση, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κρίθηκε ότι ανήκει στους ενάγοντες και βόρεια με ιδιοκτησία Α.
και Α. Λ.. Ο ως άνω ξεριάς, όπως ο ίδιος εναγόμενος δήμος, παραδέχεται με τις προτάσεις του, μέχρι το 1920 περίπου ανήκε στην κυριότητα αδελφών Γ., οι οποίοι τον εγκατέλειψαν. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι ο ανωτέρω ξεριάς έχει καταστεί κοινόχρηστος, διότι οι μέχρι τότε ιδιοκτήτες του τον εγκατέλειψαν, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την βούλησή τους να παραιτηθούν από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί αυτός κοινόχρηστος, από το 1970 δε τον καθάρισε και τον χρησιμοποιούν οι δημότες του για να παρκάρουν τα αυτοκίνητα τους.
Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη προρρηθέντα, και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να προσδώσουν τον χαρακτηρισμό του κοινόχρηστου στον εν λόγω ξεριά, διότι αν και βρίσκεται εκτός οικισμού: α) η βούληση του ιδιοκτήτη δεν έγινε με νομότυπη δικαιοπραξία, δηλαδή δεν έχει συνταχθεί ούτε μεταγραφεί συμβόλαιο, β) δεν έχει χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστος από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως (βλ.
την από 25.4.1996 βεβαίωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, από την οποία προκύπτει ότι στην Κοινότητα ... δεν υφίσταται πολεοδομικό σχέδιο πόλης και γ) δεν έχει καταστεί κοινόχρηστος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παρ. 2 πανδ. 43.7), αφού σύμφωνα με το νόμο για να καταστεί κοινόχρηστο θα έπρεπε η χρήση πράγματος από δήμο ή κοινότητα ή από τους δημότες αυτών, να υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και να είχε συμπληρωθεί πριν από την Εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το 1946, δηλαδή από το 1888, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχεται ότι μέχρι το 1920 ανήκε σε ιδιωτική περιουσία.
Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω,. αποδείχθηκε από το απόσπασμα της χαρτογράφησης της περιοχής του ..., που έγινε το έτος 1971, ότι δεν υπάρχει διάνοιξη και διαμόρφωση του δρόμου, παρά μόνο ένα μονοπάτι. Αλλά και από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες και την ένορκη βεβαίωση του δασοπόνου Ι.
Π., που ερμήνευσε αυτές, προκύπτει ότι μέχρι και τις αεροφωτογραφίες του 1986 ουδεμία διαμόρφωση του χώρου του ξεριά υπήρξε, ώστε να διανοιχθεί δρόμος. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται αυτή στις αεροφωτογραφίες του 1992, ενώ στις προγενέστερες ο ξεριάς είναι συνεχόμενος της ιδιοκτησίας. Να σημειωθεί, δε, ότι ουδεμία φωτογραφία προσκόμισε ο εναγόμενος δήμος, που να αποδεικνύουν ότι ήδη από το έτος 1970 υπήρξε μια τέτοια διαμόρφωση.
Κατόπιν τούτων, δεν κρίνονται πειστικά τα όσα βεβαίωσε ο υπερήλικας Κ.. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι και στο σκαρίφημα, που έγινε το 1973 και προσαρτήθηκε στο οικείο συμβόλαιο, απεικονίζεται το σύνορο προς ανατολάς να είναι η παραλιακή οδός και ο ξεριάς να βρίσκεται εντός του ακινήτου των εναγόντων. Αλλά και στο προρρηθέν συμβόλαιο με το οποίο ο Ε.
Κ. αγόρασε το δεύτερο από τα ακίνητα που συνενώθηκαν από την Π. Μ., αναφέρεται ότι το προς ανατολάς σύνορο είναι η παραλία, επομένως, ο ξεριάς φαίνεται ενσωματωμένος. Μάλιστα, η δικαιοπάροχος Π. Μ., η οποία δεν επικαλείτο παράγωγο τρόπο κτήσης καθώς δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας, αλλά πρωτότυπο τρόπο κτήσης, αναφέρει πως το πωλούμενο ακίνητο περιήλθε σ’ αυτήν δια της από εξηκονταετίας και αδιατάρακτης νομής και κατοχής αυτού, γεγονός που βεβαιώνεται και στο υπ’ αριθμ.
πρωτ. ....3.1975 πιστοποιητικό του προέδρου της Κοινότητας .... Επομένως, ο ίδιος ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. βεβαίωνε από το 1975, ήτοι σε χρόνο εντελώς ανύποπτο, ότι ο ξεριάς έχει ενσωματωθεί στην ιδιοκτησία των εναγόντων και χρησιμοποιείτο από τους προκτήτορες τους, από πολλών ετών. Αλλά και στο από έτους 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Κ., που προσαρτήθηκε στο με αριθμό .../29.1.1987 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου Πατρών Αλμαγίας Δρούζα, δυνάμει του οποίου η ιδιοκτήτρια του ακινήτου που βρίσκεται βόρεια του επιδίκου, Ά. Κ. πούλησε το εν λόγω ακίνητο στον Α. Λ., τοπογραφικό διάγραμμα που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο καθότι αφορά τρίτα πρόσωπα, που δεν έχουν έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης και συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται να συνορεύει προς ανατολάς με αγροτικό δρόμο (παραλιακό δρόμο) και όχι με ξεριά.
Το δε σχήμα του ακινήτου των εναγόντων εμφανίζει ακριβώς το ίδιο πολυγωνικό σύνορο προς ανατολάς, με αυτό που εμφανίζεται σε όλους τους προρρηθέντες τίτλους κτήσης, το σκαρίφημα και τα τοπογραφικά διαγράμματα που επικαλούνται οι ενάγοντες. Από το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται ότι το σύνορο προς ανατολάς φέρεται να είναι ο δρόμος επειδή ο ξεριάς ανήκε όντως στην ιδιοκτησία των προκτητόρων των εναγόντων και όχι επειδή ο ξεριάς είχε ήδη ενσωματωθεί στον δρόμο, όπως επικαλείται ο εναγόμενος δήμος, διότι τότε το σύνορο δεν θα ήταν πολυγωνικό αλλά ευθεία γραμμή.
Ειδικά, δε, ως προς το πλάτος του δρόμου πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει και από τα, με αριθμούς .../26.4.1991 συμβόλαια γονικής παροχής της συμ/φου Πατρών, Χριστίνας Καπνισάκη και τα συνημμένα με αυτά τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Χ. Π., που αφορούν, ακίνητο που βρίσκεται νοτιότερα του ακινήτου των εναγόντων, προκύπτει ότι το πλάτος του δρόμου είναι 5,5 μ. (κατά την αυτοψία βρέθηκε να έχει πλάτος 5,7 μ.).
Το ίδιο δε πλάτος έχει καθ’ όλο το μήκος του. Επομένως, δεν είναι λογικό ο ίδιος δρόμος μπροστά από το ακίνητο των εναγόντων να υπερβαίνει τα 10,5 μ. Επιπλέον και η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Κ., στην .../13.6.1996 ένορκη βεβαίωσή της, που δόθηκε ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Παντελή Δημητρίου, επ’ ευκαιρία άλλης δίκης, δήλωσε, ότι ο σύζυγος της (Ε.
Κ.) περιέφραξε και το ανατολικό τμήμα, που βλέπει προς τη θάλασσα.... πριν δε πωληθεί τo αγροτεμάχιο είχε γίνει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα από το συνεργείο του Τ. και είχε έρθει τοπογράφος, που το μέτρησε με τα τελειότερα μηχανήματα, σύμφωνα με τα όρια που υποδείχθηκαν στο συνεργείο από τους ίδιους τους μέχρι τότε ιδιοκτήτες του.
Εξάλλου, και το από Ιούλιο του 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Π., που συντάχθηκε με εντολή των μέχρι τότε ιδιοκτητών, ταυτίζεται πλήρως, με το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε συντάξει ο Τ.ς. Επομένως, αφού η καταμέτρηση ήταν ακριβής, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά, η έκταση των επί μέρους ακινήτων κατά την πώλησή τους ήταν 2.040,42 τ.
μ. και 1.998,96 τ.μ. αντίστοιχα και συνεπώς ο ξεριάς είχε ενσωματωθεί στα ακίνητα αυτά, οι δε απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου, αδιάλειπτα από πολλών ετών, περίπου από εξηκονταετίας και μέχρι τουλάχιστον και το 1989, οπότε και τα δυο αυτά ακίνητα συνενώθηκαν και πουλήθηκαν στην άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε.
συζ. Κ. Π.. Αλλά και στη συνέχεια, στο από Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ., απεικονίζονται τα ίδια και την 25η.1.1991 και πάλι ο εναγόμενος Ο.Τ.Α., δια του τότε Προέδρου του, βεβαιώνει ότι το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα είναι ακριβές και δεν παραβλάπτει τα κοινοτικά συμφέροντα. Επομένως, αναγνώριζε επί σειρά ετών ότι ο "ξεριάς" ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων.
Επίσης και η προρρηθείσα 578/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία βεβαίως ασχολήθηκε με άλλη εδαφική λωρίδα του ιδίου ακινήτου, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρει στο διατακτικό της ότι η εκεί επίδικη λωρίδα συνορεύει ανατολικά, ήτοι εκεί που συνορεύει με τον εδώ επίδικο ξεριά, με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων και, επομένως έστω και εμμέσως και περιγραφικά αναγνωρίζει ότι ο επίδικος ξεριάς ανήκει στους ενάγοντες.
Το 1991, η δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ε. Π., προέβη στην έκδοση της ... οικοδομικής άδειας, προκειμένου να ανεγείρει οικοδομή στο ανωτέρω ακίνητο. Για το λόγο αυτό ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Τ., να περιφράξει το ανωτέρω ακίνητο, κατ’ εφαρμογή του τίτλου κτήσης της και του προρρηθέντος συνημμένου σ’ αυτό τοπογραφικού.
Η ιδιοκτήτρια, η οποία ήταν κάτοικος Αθηνών, δεν παραστάθηκε καθόλου κατά την περίφραξη, όπως κατέθεσαν τόσο ο ανωτέρω αρχιτέκτονας μηχανικός όσο και ο εργαζόμενος στο συνεργείο της περίφραξης Δ. Ν.. Το δε συνεργείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω καταθέσεις, δεν ακολούθησε, ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα, τον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας, επειδή στο σημείο αυτό ήταν δύσκολη η περίφραξη λόγω της έντονης βλάστησης που επικρατούσε από βάτα και τσιποκάλαμα, αλλά τοποθέτησε την περίφραξη σύμφωνα με τις υποδείξεις ομόρων ιδιοκτητών, που ήταν παρόντες κατά την περίφραξη και εν τέλει τοποθετήθηκε εσφαλμένα, εσώτερα του ακινήτου της δικαιοπαρόχου των εναγόντων και εν αγνοία της (βλ.σκεπτικό της 578/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, σελ. 14).
Η εσφαλμένη περίφραξη προκύπτει με σαφήνεια και από το γεγονός ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, πολιτικός μηχανικός Α. Σ., όταν μέτρησε το ακίνητο το 1995 κατ’ εντολή των εναγόντων, δεν είχε την έκταση των 4,039,38 τ.μ., που αναφερόταν στους τίτλους κτήσης και τα οικεία τοπογραφικά, αλλά 3.751 τ.μ., ήτοι 288, 38 τ.μ.
λιγότερα, από τη διαφορά δε αυτή, όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά, περί τα 200 τ.μ. όφειλε στην εσφαλμένη περίφραξη της επίδικης πλευράς. Κατόπιν όλων των ανωτέρω καθώς και του γεγονότος ότι και στο έγγραφο της κοινότητας που αναγράφεται ότι η περίφραξη θα γίνει κατόπιν συνεννόησης με την κοινότητα, η υπογραφή δεν είναι της ιδιοκτήτριας ή του συζύγου της, προκύπτει ότι δεν είναι αληθές το αναφερόμενο από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, ότι η ιδιοκτήτρια ήταν παρούσα κατά την περίφραξη.
Από το ως άνω έγγραφο, εξάλλου, προκύπτει ότι δεν υπήρχε παλαιά περίφραξη όπως κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας, διότι αν υπήρχε τέτοια, δεν θα υπήρχε λόγος να έρθουν σε συνεννόηση οι ιδιοκτήτες με την κοινότητα. Η περίφραξη που αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας αφορά την περίφραξη που έγινε εσφαλμένα το 1991. Στη συνέχεια, το 1995, όταν και οι ενάγοντες αγόρασαν το ένδικο ακίνητο και διαπίστωσαν ότι η περίφραξη ήταν εσφαλμένη, προέβησαν σε κατεδάφιση της περίφραξης, χωρίς και πάλι κανένας να αμφισβητήσει την κυριότητά τους επί του επίδικου τμήματος, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου του 1997, οπότε και ο εναγόμενος, δια του Προέδρου της τότε κοινότητας, τους ενημέρωσε πως η κοινότητα θεωρεί ότι το επίδικο τμήμα είναι κοινόχρηστο και τους ζήτησε να απέχουν από κάθε πράξη κατοχής και νομής.
Από όλα όμως τα ανωτέρω προρρηθέντα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων, οι οποίοι το απέκτησαν νόμιμα, δυνάμει του ανωτέρω αναφερόμενου τίτλου, αφού οι δικαιοπάροχοι αυτών είχαν καταστεί κατά την ως άνω μεταβίβαση κύριοι αυτού, δια εκτάκτου χρησικτησίας, καθώς ασκούσαν επ’ αυτού διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου από εξηκονταετίας, η δε κοινότητα ουδέποτε κατέστη κυρία αυτού και ούτε αυτό κατέστη κοινόχρηστο".
IV. H επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει, όπως προαναφέρεται, την αβασιμότητα των λόγων αυτών (1ου-2ου) αναιρέσεως, υπό την έννοια, ότι το Πρωτοδικείο στο πόρισμά του με τις προσήκουσες παραδοχές αντιμετώπισε το ζήτημα της ερμηνείας και εφαρμογής των προειπωθεισών (ουσιαστικών) διατάξεων, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Οι εν λόγω διατάξεις ως γνώμονας ορθού δικανικού συλλογισμού και εφαλτήριο σωστής και τεκμηριωμένης κρίσεως οδήγησαν το δικαστήριο στην (μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως 36/2000 του Ειρηνοδικείου Πατρών) παραδοχή (από ουσιαστικής απόψεως) της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και στην εν συνεχεία παραδοχή της αναγνωριστικής της συγκυριότητος αγωγής αυτών, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα, αδοκίμως όμως, υποστηρίζει το αναιρεσείον. V. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει το κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ σφάλμα, ως εκ του ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Πρωτοδικείου φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τους γονείς της (1ο-2η αναιρεσιβλήτους), αν και είχε ενηλικιωθεί. Ο λόγος αυτός, με τον οποίον πλήττεται η παράσταση των διαδίκων (άρθρ. 62 επ. ΚΠολΔ, καίτοι γίνεται αναφορά στα άρθρα 1510, 127 ΑΚ),είναι απαράδεκτος. VI. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, επίσης απαραδέκτως, το αναιρεσείον προσάπτει στο Πρωτοδικείο, ότι επεδίκασε πλείονα (4.039,3 μ2) των αιτηθέντων (217,55 μ2), κατά παράβαση του άρθρ. 106 ΚΠολΔ.
VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί στο αναιρεσείον, που ηττάται, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 1 επ., 281 παρ. 2 του Δημοτικού Κώδικος, κυρωθέντος υπό ν. 3463/06), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2014 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …" περί αναιρέσεως της 45/2014 αποφάσεως του (δικάσαντος ως Εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ