Supreme Court dismisses State's appeal on public debt statute of limitations starting from default date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a public debt claim. The Court held that the five-year statute of limitations for public claims begins from the end of the fiscal year in which the debt was due and became legally enforceable, not from the date the guarantee was forfeited. Consequently, the State's argument that the claim was time-barred was rejected as the debt originated in 1985, well before the 2000 lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 91(1), 93, and 95(a) of Law 321/1969; The statute of limitations for public monetary claims commences from the end of the fiscal year in which the claim was born and became legally enforceable, rather than from the date of guarantee forfeiture.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 82 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 82/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Βασιλική Δούσκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3954/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3909/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 31-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την κατ' άρθρο 12 παρ. 1,2 του Ν. 2296/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 Ν. 2579/98 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999 εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθ. 1270/06 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το μοναδικό λόγο αναιρέσεως.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 93 και 95 εδ. α' του Ν.Δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" οι οποίες εφαρμόζονται εφόσον η σχετική αξίωση, γεννήθηκε πριν από την θέση σε ισχύ του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων", ήτοι την 1-1-96 (άρθρο 119 του Ν. 2362/95 το οποίο προβλέπει άλλωστε στα άρθρα 90 παρ. 1,91 και 93 περ.
α' ανάλογη ρύθμιση (ΑΠ 125/01) προκύπτει ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου που είναι πέντε (5) ετών αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, διακόπτεται δε και με την υποβολή της υποθέσεως στο δ/ριο με έγερση σχετικής αγωγής, οπότε αρχίζει νέα παραγραφή από τη τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δ/ρίου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 1774/99).
Περαιτέρω σε περίπτωση χορηγήσεως δανείου σε βιοτεχνικές επιχειρήσεις με την εγγύηση του Δημοσίου, σύμφωνα με τις 67651/2142/28-7-78 και 197/1978 αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών και της Νομισματικής Επιτροπής, κρίσιμος χρόνος για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης τόσο κατά της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας όσο και κατά του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου που είχε παραιτηθεί της ενστάσεως διζήσεως για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του δανείου, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων καταπτώσεως της εγγυήσεως, είναι ο χρόνος του κλεισίματος της συμβάσεως του αλληλοχρέου λογαριασμού (ΑΠ 1564/2005, ΑΠ 1000/06).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα Τράπεζα στις 9-11-1979, 17-4-1980, 31-12-1981 και 7-1-1983 χορήγησε στη βιοτεχνική επιχείρηση με την επωνυμία "ΛΑΚΩΝΙΚΑ ΥΦΑΝΤΗΡΙΑ Α.Ε.", σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των υπ' άριθ. 197/1978 και 67651/2142/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και του Υπουργού Οικονομικών, βιοτεχνικά δάνεια ύψους 5.000.000, 8.800.000, 7.200.000 και 3.800.000 δραχμών αντίστοιχα, δυνάμει της ....
συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των ...., .... και .... αυξητικών αυτής πράξεων. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν εκδόσεως σχετικών βεβαιωτικών πράξεων (εγκρίσεων) της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων Αθηνών, εγγυήθηκε τα πιο πάνω δάνεια για τα ποσά των 3.000.000, 5.280.000, 4.320.000 και 2.280.000 δραχμών, αντίστοιχα.
Η δανειολήπτρια εταιρία από τα δύο πρώτα δάνεια κατέβαλε μόνο τις πέντε πρώτες εξαμηνιαίες δόσεις και μέρος της έκτης, ενώ από τα άλλα δύο δάνεια, των οποίων οι δόσεις ήταν τριμηνιαίες, δεν κατέβαλε καμία δόση. Έτσι, με την καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων κάθε δανείου, συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις καταπτώσεως της εγγυήσεως του εναγομένου Δημοσίου, λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου.
Στις 10-12-1985 η ενάγουσα Τράπεζα έκλεισε οριστικώς τους λογαριασμούς, μέσω των οποίων εξυπηρετείτο η πίστωση, επειδή η πιστούχος επιχείρηση δεν ήταν συνεπής στις αναληφθείσες υποχρεώσεις της και το γεγονός αυτό, καθώς και τα χρεωστικά κατάλοιπα των λογαριασμών, τα γνώρισε αυθημερόν με επιστολή της προς την πιστούχο.
Επομένως, από την ημερομηνία αυτή η απαίτηση της Τράπεζας τόσο κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, όσο και κατά του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, που είχε παραιτηθεί της ενστάσεως διζήσεως, είχε γεννηθεί και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Με αυτά τα δεδομένα συνεχίζει το Εφετείο, δεν τίθεται θέμα παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, διότι η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωσή της και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή στις 31-12-1985 και όχι από το τέλος του έτους (1982 για το τρίτο δάνειο και 1984 για τα λοιπά) εντός του οποίου είχαν συντρέξει οι προϋποθέσεις καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου, όπως υποστηρίζει το εναγόμενο.
Συνεπώς, η αξίωση της ενάγουσας δεν ήταν παραγραμμένη όταν στις 21-12-1990 άσκησε την προγενέστερη από 17-12-1990 όμοια αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 609/1998 απόφασή του, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-1-1998 και μη επιδοθείσα, κατέστη τελεσίδικη μετά πάροδο τριετίας (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). 'Όμως πριν την τελεσιδικία αυτής, η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου την ένδικη από 15-12-2000 αγωγή της, την οποία και επέδωσε στο τελευταίο στις 21-12-2000.
Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμο την ένσταση του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε ότι με αφετηρία το τέλος του έτους εντός του οποίου σημειώθηκε η καθυστέρηση εξοφλήσεως από την πιστούχο των τριών πρώτων δόσεων εκάστου δανείου, ήτοι από το τέλος του έτους 1982 για το τρίτο δάνειο και από το τέλος του 1984 για τα λοιπά δάνεια, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (21-12-2000) αλλά και μέχρι την άσκηση της προγενέστερης από 17-12-90 όμοιας αγωγής είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της 67651/2142/1978 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 93 και 95 εδ.
α' του Ν.Δ. 321/1969. Επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για παραβίαση των προδιαλαμβανομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-06 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3909/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ