Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on unpaid wages and holiday allowances legality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the First Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for unpaid wages and holiday allowances. The plaintiffs argued that the defendant hospital illegally enriched itself by hiring new staff to replace those with invalid contracts, violating unjust enrichment principles. The court found the lower court erred in dismissing the legal basis for these claims and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904(1)(a) and 908(a) of the Civil Code; Articles 1(1) of Law 1082/1980, 1(2) of Decree 19040/1981, 1(1) and 2 of Law 539/1945, 3(16) of Law 4504/1966, and Article 1 of Law 133/1975; The court held that a claim for unpaid wages and holiday allowances is valid when an employer enriches itself without legal cause by hiring new employees to replace those with invalid contracts, causing loss to the former employees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 829 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 829/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Α. Π., κατοίκου ... 2)Α. Ζ., κατοίκου ... 3)Ε. Π., κατοίκου ... 4)Α. Κ., κατοίκου ... 5)Ε. Γ., κατοίκου ... 6)Α. Κ., κατοίκου ... 7)Μ. Κ., κατοίκου ... 8)Χ. Ζ., κατοίκου ... 9)Μ. Κ., κατοίκου ... 10)Ε. Μ., κατοίκου ... 11)Α. Π., κατοίκου ... 12)Γ. Δ., κατοίκου ... 13)Σ. Μ., κατοίκου ... 14)Ν. Κ., κατοίκου ... 15)Ε. Π., κατοίκου ... 16)Μ. Μ., κατοίκου ... 17)Ε. Ζ., κατοίκου ... 18)Α. Π., κατοίκου ... 19)Μ. Κ., κατοίκου ... 20)Ε. Β., κατοίκου ... 21)Β. Μ., κατοίκου ... 22)Μ. Σ., κατοίκου ... 23)Α. Μ., κατοίκου ... 24)Ν. Ζ., κατοίκου ... 25)Σ. Κ., κατοίκου ... 26)Α. Π., κατοίκου ... και 27)Κ. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", που εδρεύει στη Νίκαια και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2012 αγωγή των ήδη καλούντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 15-3-2018 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 452/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό νομικό ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν της έκδοσης της 4/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 7-7-2021 κλήση των ως άνω καλούντων, η οποία συζητήθηκε στις 22-2-2022 χωρίς όμως να δημοσιευθεί απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ. και την 339/28-11-2022 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ζαμπέττας Στράτα, Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος.
Κατά τις προηγούμενες δικασίμους οι καλούντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα, η οποία είχε καταθέσει 10-12-2019 προτάσεις και το αναιρεσίβλητο δεν είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ορίσθηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαλαματένια Κουράκου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατά το ως άνω άρθρο συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 936/2018). Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται ο διάδικος να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η από 15.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης 308/25/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 121/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, συζητήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 10ης Δεκεμβρίου 2019. Κατ' αυτήν οι αναιρεσείοντες (πλην της 9ης που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας - Άγιος Παντελεήμων" δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Ο Άρειος Πάγος, με τη με αριθμό 452/2020 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η ως άνω αίτηση αναίρεσης και η κλήση για τη συζήτησή της στην προαναφερθείσα δικάσιμο της 10.12.2019 είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδοθεί στο απόν αναιρεσίβλητο: α) προχώρησε στη συζήτηση σαν να ήταν και αυτό παρόν, β) κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση της από 15.3.2018 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 121/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μεταξύ της ένατης αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου, γ) απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασής του και δ) ανέβαλε κατά τα λοιπά ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της απόφασής του ζήτημα, που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, με την από 7.7.2021 κλήση τους, η οποία με την από 7.9.2021 πράξη του Πρόεδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίσθηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 22.2.2022, επανέφεραν προς συζήτηση την από 15.3.2018 αίτησή τους για αναίρεση της 121/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 22.2.2022 δεν έλαβε χώρα διάσκεψη και δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης λόγω θανάτου του ορισθέντα Εισηγητή - Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Μαντούβαλου.
Κατόπιν αυτού, και σύμφωνα με το άρθρο 307 εδαφ. α και β του ΚΠολΔ, που αναπτύσσεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τη με αριθμό 339/2022 πράξη της Προέδρου του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 7.7.2021 κλήσης των αναιρεσειόντων, με την οποία φέρουν προς συζήτηση την ως άνω από 15.3.2018 αίτησή τους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (δηλαδή η 28.2.2023) με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Σύμφωνα με τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου: α) Κατά τη δικάσιμο στις 22.2.2022, που είχε οριστεί για τη συζήτηση της από 7.7.2021 κλήσης των καλούντων-αναιρεσειόντων, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, οι μεν αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα και κατέθεσαν προτάσεις, το δε αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο και β) Κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 28.2.2023) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, τόσον οι αναιρεσείοντες, όσο και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους Δικηγόρους.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί την 1.12.2022 για να παραστούν στην παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία από 1.12.2022 αποδεικτικό επίδοσης του υπηρετούντος στον Άρειο Πάγο, επιμελητή δικαστηρίων Κ. Τ., σύμφωνα με το οποίο, ακριβές αντίγραφο της με αριθμό 339/2022 πράξης της Προέδρου του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση για να παραστούν κατά την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευμορφία Ρήγα.
Έτσι, παρόλο που οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, θεωρούνται παρόντες. Εξάλλου, από την υπ' αριθ. 11649β/12.10.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι.-Ι. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 7.7.2021 κλήσης των αναιρεσειόντων με την από 7.9.2021 πράξη του Προέδρου του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε η δικάσιμος της 22.2.2022 για τη συζήτηση της από 7.7.2021 κλήσης των αναιρεσειόντων, με την οποία φέρουν προς συζήτηση την από 15.3.2018 αίτηση αναίρεσης της 121/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο και από το 1.12.2022 αποδεικτικό επίδοσης του υπηρετούντος στον Άρειο Πάγο, επιμελητή δικαστηρίων Ε.
Π., το οποίο υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με αριθμό 339/2022 πράξης της Προέδρου του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επίσης επιδόθηκε στο αναιρεσείβλητο ΝΠΔΔ, νόμιμα και εμπρόθεσμα την 1η-12-2022.
Επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά τις άνω δικασίμους (δηλαδή στις 22.2.2022 και στις 28.3.2023), παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 22.3.2012 και με αριθμό κατάθεσης 2683/2012 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι, με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις κατάρτισης -απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, που συνήφθησαν με τον ΟΑΕΔ στις ημερομηνίες που για τον καθένα τους παρέθεσαν, διάρκειας δεκαοκτώ (18) μηνών, που στη συνέχεια, για όλους (πλην των 13ης και 20ης, που συνήψαν μόνο μία σύμβαση δεκαοκτάμηνης διάρκειας) παρατάθηκαν για άλλους δεκαοκτώ (18) μήνες, προσλήφθηκαν για να απασχοληθούν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας - Αγ.
Παντελεήμων", προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, στα πλαίσια εκτέλεσης προγράμματος του ΟΑΕΔ για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες και στους φορείς του Δημοσίου (stage).. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβαση τους ήταν μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν ίδια με αυτή των με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενων υπαλλήλων του εναγομένου -αναιρεσίβλητου και είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (π.χ.
μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ). Ότι εργάστηκαν ο καθένας κατά τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, στις θέσεις και με την ειδικότητα που παρέθεσαν για τον καθένα τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου που ήταν ο φορέας υλοποίησης του σχετικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.
Ότι η σχέση που τους συνέδεε με το εναγόμενο- αναιρεσίβλητο ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ο δε χαρακτηρισμός των συμβάσεών τους ως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας-κατάρτισης δεν ανταποκρινόταν στη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, αναφερόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου - αναιρεσίβλητου.
Ότι τα χαρακτηριστικά της εργασίας τους και ο σκοπός της, που περιέγραψαν, ήταν η κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και δεν γινόταν για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενο του επαγγέλματός τους και ότι, επειδή απασχολήθηκαν από την αρχή της εργασιακής τους σχέσης στα πλαίσια συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, θα πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές τους και συγκεκριμένα τα χρηματικά ποσά που παρέθεσαν για τον καθένα τους και που αντιστοιχούσαν στη διαφορά μεταξύ των αμοιβών που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους του που την ένδικη περίοδο παρείχαν εξαρτημένη εργασία στα πλαίσια συμβάσεων αορίστου χρόνου (τις οποίες αμοιβές και προσδιόρισαν) και των αμοιβών που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες (τις οποίες επίσης προσδιόρισαν).
Επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ήταν άκυρες, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο υποχρεούται να τους καταβάλει τα ίδια ως άνω χρηματικά ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενοι ότι αυτό κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε ζημία τους, αφού θα προσλάμβανε άλλους εργαζόμενους για να προσφέρουν την εργασία που του παρείχαν οι ενάγοντες αναιρεσείοντες, τους οποίους θα εξοφλούσε καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αποδοχές.
Ζήτησαν δε, με βάση τη σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους επιδικασθούν (όπως πρωτοδίκως τα περιόρισαν σε εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για οφειλόμενες διαφορές μεταξύ των ως άνω νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών και για επιδόματα εορτών και αδείας με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.162/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και κατά την κύρια και κατά την επικουρική βάση αυτής. Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι ενάγοντες-εκκαλούντες - αναιρεσείοντες άσκησαν την από 24-6-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 121/17-3-2015 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες η ένδικη, από 15-3-2018 και με αριθ. κατάθεσης 308/25/19-3-2018, αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 452/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση ως προς την ένατη αναιρεσείουσα (Α.
Ξ.), κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν: α) ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που αφορά την κύρια βάση της αγωγής ως αβάσιμος, β) ο ίδιος λόγος αναίρεσης (κατά τον αρ. 3 αυτού) με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την πλεοναστική αιτιολογία της "ανεξαρτήτως της αοριστίας της αγωγής", ως αλυσιτελής και γ) ο δεύτερος από τους αριθμούς 11 γ και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος και, τέλος, για το ζήτημα που δημιουργείται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων, και εντεύθεν χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας.
Περαιτέρω, εκδόθηκε η με αριθμό 4/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α, 908 εδ.α' και 648 ΑΚ, προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.
Με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος και η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης, ειδικότερες δε μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του, στη γνήσια δε σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη και στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επομ.
του ΑΚ, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, εφαρμόζονται και στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ A 205).
Ειδικότερα εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου3 υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα λοιπά δημόσια νομικά πρόσωπα καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α' και 908 εδ.α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή την οποία θα κατέβαλαν σε άλλο εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.
Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα,.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση του κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 416/2022).
Μετά την έκδοση της ως άνω ΟλΑΠ 4/2021 απόφασης, με την από 7.7.2021 κλήση των αναιρεσειόντων επαναφέρθηκε προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που δεν είχε ερευνηθεί.
Όπως προαναφέρθηκε, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της αγωγής τους εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και τα επιδόματα εορτών και άδειας. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο που έκρινε ότι δεν μπορούν να αξιώσουν τις αιτούμενες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και άδειας, ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, οι συμβάσεις τους ναι μεν κατά νόμο ήταν άκυρες, λειτούργησαν όμως, στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας, οπότε δικαιούνται να λάβουν κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ωφελήθηκε το αναιρεσίβλητο μη απασχολώντας άλλο εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή (και) κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με την ακόλουθη κρίση "Συνεπώς οι ενάγοντες [...] ούτε και με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορεί (ορθό μπορούν) να αξιώσει (ορθό να αξιώσουν) τις αποδοχές αυτές, αφού οι διατάξεις του άρθρου 904 επ.
ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης. Για τους ίδιους δε λόγους δεν δικαιούνται δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, δεδομένου ότι αυτά τα δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου οι εργαζόμενοι που συνδέονται έστω με απλή σχέση εργασίας [...] που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται".
Σύμφωνα, όμως, με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις επί των συμβάσεων μαθητείας, που λειτουργούν ως απλές σχέσεις εργασίας, όταν προεχόντως παρέχεται εργασία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την, χωρίς νόμιμη αιτία, παρασχεθείσα εργασία προς όφελος του εργοδότη.
Στην κρινόμενη περίπτωση στην αγωγή, κατά το προεκτεθέν περιεχόμενό της, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα όμως απασχολήθηκαν σε αυτό κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, προσφέροντας την εργασία τους υπό τις συνθήκες που εργάζονταν και οι υπάλληλοί του, που συνδέονταν με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι οι επίδικες συμβάσεις τους ήταν εργασίας και όχι μαθητείας και διαλαμβάνεται το επικουρικό αίτημα, ότι, αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις των εναγόντων -αναιρεσειόντων με το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο είναι άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, να επιδικασθούν οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δεδομένου ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε ζημία τους, αφού θα προσλάμβανε άλλους εργαζόμενους για να προσφέρουν την εργασία που προσέφεραν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, τους οποίους θα εξοφλούσε καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αποδοχές (βλ. 14η σελίδα της ένδικης αγωγής).
Με τα ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η επικουρική βάση της αγωγής, κατά το αίτημά της που αφορά την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών θεμελιώνεται στα άρθρα 904 παρ. 1 εδαφ. α' και 908 εδαφ. α' του ΑΚ και κατά το αίτημά της που αφορά στην επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας θεμελιώνεται στα άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν 4504/1966 και στο άρθρο μόνο του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Το δε γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση των με άκυρη σύμβαση εργασίας απασχοληθέντων εναγόντων -αναιρεσειόντων δεν ασκεί νομική επιρροή.
Συνεπώς, το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ.α' ΑΚ, και των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του πρώτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό.
Συνεπώς, κατόπιν της παραδοχής αυτού του λόγου, πρέπει, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απέρριψε την επικουρική βάση της ένδικης από 22.3.2012 αγωγής ως μη νόμιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 121/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της από 22.3.2012 και με αριθμό κατάθεσης 2683/2012 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσειόντων,
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ