Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to specify defendant's assets in damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision. The appellant argued the lower court erred by ruling the claim final without requiring the defendant to disclose their assets and income. The court held that the law only mandates the claimant to specify the type of harm, the illegal act, and causation, not the defendant's financial details. Consequently, the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 932 of the Civil Code; The court ruled that a claim for damages is valid if it specifies the type of harm, the illegal act, and causation, without requiring detailed disclosure of the defendant's assets or income.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 829 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 829/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Α., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Παπασωτηρίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ζ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3282/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3401/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/12/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. 7347Γ'/25-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ζ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό με το φύλλο υπ' αριθ. …/…-6-2020 της ημερήσιας εφημερίδας "Δημοπρασιών και Πλειστηριασμών" και το φύλλο υπ' αριθ.
…/…-6-2020 της ημερήσιας εφημερίδας "Ριζοσπάστης", τα οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο (16.11.2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 11-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 3401/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας, εκτός της άλλης, και την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3282/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 17-4-2012 αγωγή από αδικοπραξία αυτού, εκτός των άλλων, και κατά του αναιρεσιβλήτου και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 22-6-2010 αγωγή από αδικοπραξία του τελευταίου, εκτός του άλλου, και κατά του πρώτου (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι " 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξης δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ένωσης.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Περαιτέρω, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Έτσι το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν τούτο για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Επομένως, η εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα-ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντίθετα δε προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 93-96 αυτού. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι κατ' αρχήν δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Άλλωστε η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' επέκταση να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διατάραξης της ενιαίας έννομης τάξης) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δέσμευσης και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικότερα όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, δηλαδή αναγνωρίζεται η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον η εν λόγω απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής απόδειξης, αλλά και κατά το άρθρο 62 ΚΠοινΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξης δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μια κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η μη ύπαρξη ενιαίας έννομης τάξης ενισχύεται και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης. Γενικότερα η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και ως εκ τούτου και σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται με βάση την αρχή ne bis in idem.
Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημίωσης των ζημιωθέντων, τα οποία προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης.
Το πολιτικό δικαστήριο αφ' ενός μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αφ' ετέρου δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δύο φορές για την ίδια πράξη.
Έτσι το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη.
Τελικά δε παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται ως εκ τούτου θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020).
Περαιτέρω, από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ως άνω προβλεπόμενου τεκμηρίου αθωότητας από πολιτικό δικαστήριο είναι να έχει προηγηθεί συναφής και στενά συνδεόμενη έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή και η οποία να είχε ως αποτέλεσμα τη μη επιβολή στον κατηγορούμενο ποινής για οποιοδήποτε από τους ως άνω αναφερόμενους λόγους.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της πιο πάνω διαφοροποίησης μεταξύ αστικής ή πολιτικής και ποινικής δίκης και γενικότερα μεταξύ αστικού και ποινικού αδικήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας σε πολιτική δίκη όταν για το ίδιο βιοτικό συμβάν δεν έχει λάβει χώραν έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή κατά τις διατάξεις των άρθρων 37 επ.
ΚΠοινΔ είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση και μη εφαρμογή των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ. 1 και 2 εδάφιο πρώτο του Συντάγματος, 1 και 48 παρ. 1 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επιβάλουν το σεβασμό της προσωπικότητας του ανθρώπου από τους τρίτους, συμπεριλαμβανομένων και των Δικαστηρίων, προσέβαλε παρανόμως το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου περί των Ανθρωπίνων και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τεκμήριο αθωότητας.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο του καταλόγισε δόλο και τον κήρυξε υπαίτιο της διάπραξης του αδικήματος της κατ' άρθρ. 363 ΠΚ συκοφαντικής δυσφήμησης, επί του οποίου (αδικήματος) στήριξε την κρίση του περί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, περί ηθικής του βλάβης και ως εκ τούτου και περί ευθύνης του (αναιρεσείοντος) προς αποζημίωση, παρά το ότι ουδέποτε και ουδείς (ούτε ο Εισαγγελέας ούτε ο αναιρεσίβλητος) τον εδίωξε και τον ενεκάλεσε αντίστοιχα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, όπως οι ως άνω θα είχαν πράξει, αν είχε προβεί σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη με την αναφερόμενη ανωμοτί κατάθεσή του στις 14-10-2005 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχεται ότι στοιχειοθετείται σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ ουδέποτε το διέπραξε και για το οποίο ουδέποτε καταγγέλθηκε ή κατηγορήθηκε ποινικώς και ως εκ τούτου δεν ενομιμοποιείτο το εν λόγω δικαστήριο δυνάμει του ως άνω τεκμηρίου αθωότητάς του να κρίνει την αναφερόμενη ανωμοτί κατάθεσή του με βάση του αδίκημα της κατ' άρθρ. 363 ΠΚ συκοφαντικής δυσφήμησης.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, από το ότι για το ίδιο βιοτικό συμβάν, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (αστικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης), δεν έχει λάβει χώρα έναρξη ποινικής δίωξης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας κατά του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία υπέρ αυτού τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί από το ως άνω Δικαστήριο.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης απ' αυτό των ως άνω επικαλουμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτών.
ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 8, 10-15 του β.δ. της 25-3-1835 "περί των εις πολιτικάς υποθέσεις δικαιωμάτων των μαρτύρων, εμπειροτεχνών κλπ", 16 αριθ. 10, 189 παρ.1 , 173 παρ. 3 ΚΠολΔ, 677 αριθ. 3, 678 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως οι δύο τελευταίες ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας, ο οποίος διορίστηκε σε πολιτική δίκη με δικαστική απόφαση, δικαιούται αμοιβής, στην καταβολή της οποίας υποχρεούται ο διάδικος που γνωστοποίησε στον πραγματογνώμονα το διορισμό του και τον προσκάλεσε σε ορκωμοσία και διενέργεια (εκτέλεση) της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 525/1979).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το ένα διάδικο μέρος γνωστοποίησε στον πραγματογνώμονα το διορισμό του και το άλλο διάδικο μέρος τον προσκάλεσε σε ορκωμοσία και διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, υπόχρεα προς καταβολή της αμοιβής αυτού είναι και τα δύο διάδικα μέρη, ενόψει και του ότι και τα δύο αυτά μέρη επιμελήθηκαν της διενέργειας αυτής.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αναφερόμενου ουσιαστικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, δεχόμενο ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου πραγματογνώμονα ως επισπεύδων τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης λόγω της γνωστοποίησης σ' αυτόν του διορισμού του με την επίδοση της σχετικής απόφασης, ενώ η κοινοποίηση αυτή ουδεμία υποχρέωση αυτού για καταβολή της αμοιβής δημιούργησε, αφού η όρκιση και η ανάληψη των καθηκόντων τούτου έγινε μετά από αίτηση και κλήση των αντιδίκων του (οικογένειας Φ.).
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως της επίδοσης της κλήσης για ορκωμοσία και εκτέλεση της πραγματογνωμοσύνης από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος στη δίκη εκείνη, η επίδοση από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) προς τον πραγματογνώμονα της δικαστικής απόφασης για το διορισμό του δημιούργησε και για τον πρώτο υποχρέωση προς καταβολή αμοιβής στον τελευταίο και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις.
V. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας διαφοράς. Επομένως, ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 7, 8/2011, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 214/2006).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.
Η πιο πάνω δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον αρκεί η επέλευση απλώς δυσμενών επιπτώσεων για τα συμφέροντά του, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 294/2020, ΑΠ 304/2019, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος στην ένδικη αγωγή και ήδη αναιρεσείων με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς την ένδικη αγωγή και την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 28 Σεπτεμβρίου 2004 συζητήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών :
α) η από 7-10-2003 και υπ' αρ. εκθ. κατ. 140739/8995/2003 αγωγή του πρώτου εναγομένου και ήδη, εκκαλούντος, Σ. Α. κατά είκοσι ενός μελών της οικογένειας Φ., με την οποία ο τότε ενάγων επικαλούμενος αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του από τους τότε εναγομένους, ζήτησε τη δικαστική αναγνώριση της κυριότητάς του επί ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 10 στρεμμάτων, ευρισκομένου στην περιοχή της Βαρυμπόμπης Αττικής, β) η από 10-10-2003 και υπ' αρ.
εκθ. κατ. 143917/9207/2003 προσεπίκληση του Σ. Α., προκειμένου να παρέμβουν στη δίκη εκείνη αναγκαστικά οι άμεσοι δικαιοπάροχοί του, Δ. Μ. (ήδη, αποβιώσας δεύτερος εναγόμενος στην υπό κρίση αγωγή) και Α. Μ., γ) η από 24-12-2003 και υπ' αρ. εκθ. κατ. 2258/135/2004 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του προσεπικαλούντος εκ μέρους των προαναφερομένων προσεπικαλουμένων και δ) η με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή των τότε εναγομένων, με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωριστούν οι ίδιοι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου.
Επί των παραπάνω δικογράφων, τα οποία συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 422/2005 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, με επιμέλεια των τότε εναγομένων-αντεναγόντων, διορίσθηκε, δε, ως πραγματογνώμονας ο ενάγων της υπό κρίση αγωγής, Δ.
Ζ., αγρονόμος, τοπογράφος μηχανικός, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, σχετικά με το εάν το επίδικο αγροτεμάχιο περιλαμβάνεται ολικά ή μερικά και κατά ποίο μέρος στους επικαλούμενους από τον τότε ενάγοντα-αντεναγόμενο ή τους εναγομένους-αντενάγοντες τίτλους. Ακολούθως, στις 22-2-2005 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη, εκκαλών Σ.
Α., γνωστοποίησε στον ενάγοντα και ήδη, εφεσίβλητο, Δ. Ζ., το διορισμό του, καθώς με την επιμέλεια του πρώτου επιδόθηκε στον τελευταίο με δικαστικό επιμελητή αντίγραφο της παραπάνω μη οριστικής απόφασης, που τον διόριζε πραγματογνώμονα, προς γνώση του και για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες, καλώντας τον ταυτόχρονα να πράξει ό,τι ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης νόμιμα και εντός της οριζόμενης προθεσμίας.
Στις 12-4-2005 ο εφεσίβλητος Δ. Ζ. ορκίσθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από πρόσκληση των τότε εναγομένων - αντεναγόντων, οι οποίοι κατέθεσαν τη σχετική αίτηση για ορκωμοσία. Με βάση τις παραπάνω διαδικαστικές ενέργειες των τότε διαδίκων, υπόχρεοι προς καταβολή της αμοιβής του διορισθέντος, ως άνω, πραγματογνώμονα ήταν αμφότερα τα διάδικα μέρη στη δίκη, που είχε ανοιχθεί, τότε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών.
Τούτο, ειδικότερα, διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 8, 10-15 του ΒΔ/τος της 25-3-1835, που αναφέρεται στα δικαιώματα των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων κλπ στις πολιτικές δίκες, 16 παρ. 11, 189 παρ.1, 677 παρ.3, 678 παρ. 6, 173 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας δικαιούται αμοιβής, στην καταβολή της οποίας υποχρεούται ο διάδικος, που γνωστοποίησε στον πραγματογνώμονα το διορισμό του και τον προσκάλεσε σε ορκωμοσία και διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως, με βάση τα προεκτιθέμενα, αμφότερα τα, τότε, διάδικα μέρη είχαν επισπεύσει τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και, δη, ο, μεν, Σ. Α. (τότε ενάγων - αντεναγόμενος) με τη γνωστοποίηση της απόφασης του διορισμού, τα, δε, μέλη της οικογένειας Φ. (τότε εναγόμενοι-αντενάγοντες) με την πρόσκληση σε ορκωμοσία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας, Δ. Ζ., μετά την ορκωμοσία του, ζήτησε από τα διάδικα μέρη εκείνης της δίκης προκαταβολή της αμοιβής του, η οποία, όπως προσδιορίστηκε εκ των υστέρων από το TEE ανερχόταν σε 69.000 ευρώ. Πράγματι, οι ως άνω επισπεύδοντες τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, κατέβαλαν στο Δ.
Ζ. την αιτούμενη προκαταβολή και ειδικότερα, ο, μεν, Σ. Α. κατέβαλε το ποσό των 3.300 ευρώ, τα, δε, μέλη της οικογενείας Φ. κατέβαλαν το ποσό των 3.500 ευρώ, δίχως οι παραπάνω να λάβουν σχετική απόδειξη είσπραξης. Εν συνεχεία, στο διάστημα, που ακολούθησε ο Σ. Α. επισκέφθηκε κάποιες φορές τον πραγματογνώμονα Δ. Ζ., στον οποίο προσκόμισε κρίσιμα για την πραγματογνωμοσύνη έγγραφα.
Κατά την τελευταία επίσκεψή του στις 19 Ιουλίου 2005, ο Δ. Ζ., ο οποίος είχε, τότε, σχεδόν ολοκληρώσει την πραγματογνωμοσύνη του και συντάξει τη σχετική έκθεσή του, προκειμένου να εισπράξει το ήμισυ της νόμιμης αμοιβής του από τον Σ. Α., πριν από την κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης ζήτησε από τον τελευταίο το αναλογούν σε αυτόν υπόλοιπο της αμοιβής του.
Κατά τη συνάντηση αυτή, όμως, αν και ο πραγματογνώμονας δεν αποκάλυψε ρητά το αποτέλεσμα της έκθεσής του, ο Σ. Α. διαισθάνθηκε ότι αυτό δεν θα ήταν υπέρ της δικής του θέσης σε σχέση με το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Κατόπιν αυτού, την ίδια ημέρα (19-7-2005) εμφανίσθηκε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και κατήγγειλε ότι περί τις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2005 και πριν ακόμα ο εν λόγω πραγματογνώμονας ορκιστεί, σε συνάντηση, που είχαν στο γραφείο του τελευταίου, αυτός του ζήτησε με τρόπο πιεστικό και επίμονο το χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ, λέγοντάς του ότι, αν δεν του δώσει αυτά τα χρήματα, δεν θα ασχοληθεί με την υπόθεση και ότι στις 14-4-2005, μετά την όρκιση του, ως πραγματογνώμονα, επειδή ο ίδιος φοβήθηκε πως δεν θα προχωρούσε η υπόθεση του και θα πάγωνε, του έδωσε μέσα στο γραφείο του το χρηματικό ποσό των 3.300 ευρώ.
Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη, εκκαλών κατήγγειλε ότι περί το τέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιουλίου 2005, όταν συναντήθηκε με τον ενάγοντα και ήδη, εφεσίβλητο στο γραφείο του, ο τελευταίος του είπε ότι θα έβγαζε βλαπτική για εκείνον πραγματογνωμοσύνη, αν δεν του έδινε το ποσό των 30.000 ευρώ και ότι συμφώνησαν να του δώσει το εν λόγω ποσό σε δύο δόσεις.
Κατόπιν του ανωτέρω καταγγελλομένου αδικήματος της εκβίασης, ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, σε συνεννόηση με τις αρχές της Αστυνομίας, επικοινώνησε, ενώπιον των αρχών αυτών, με τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και σε συνομιλία, που είχε μαζί του, αφού τον ρώτησε, αν το απόγευμα θα ήταν στο γραφείο του για να περάσει από εκεί "να τακτοποιήσει" την υπόθεσή του, λέγοντας του επί λέξει ότι : "είμαι τακτοποιημένος", συμφώνησαν να συναντηθούν στο γραφείο του άνω πραγματογνώμονα το απόγευμα στις 19-7-2005.
Πράγματι, ο Σ. Α. μετέβη στο παραπάνω γραφείο, όπου παρέδωσε στον εφεσίβλητο πραγματογνώμονα το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, σε χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, τα οποία είχαν προσημειωθεί από την Αστυνομία. Εξερχόμενος του γραφείου, οι αστυνομικοί, οι οποίοι επιτηρούσαν το χώρο, επενέβησαν και σε νομότυπη έρευνα, που ακολούθησε στο γραφείο του ενάγοντος-εφεσίβλητου πραγματογνώμονα βρέθηκε και κατασχέθηκε μια πρόχειρη τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποτελούμενη από 42 φύλλα και ένα παράρτημα της ιδίας έκθεσης, αποτελούμενη από 38 φύλλα.
Επίσης, σε σωματική έρευνα, που έγινε, ο ενάγων-εφεσίβλητος παρέδωσε τα προσημειωμένα τριάντα χαρτονομίσματα των 500 ευρώ. Μετά ταύτα, ο πραγματογνώμονας, Δ. Ζ., συνελήφθη και οδηγήθηκε συνοδεία στα όρια του αυτοφώρου στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ο οποίος άσκησε κατ' αυτού ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκβίασης, όσον αφορά στην καταγγελθείσα συμπεριφορά στις 19-7-2005, ήτοι την λήψη εκ μέρους αυτού του χρηματικού ποσού των 15.000 ευρώ και σχηματίσθηκε η με αριθμό Φ05/1558 δικογραφία.
Ωστόσο, αντίγραφα της δικογραφίας αυτής εξήχθησαν αναφορικά με την καταγγελθείσα από τον Σ. Α. συμπεριφορά του ιδίου πραγματογνώμονα στις 14-4-2005, ήτοι τη λήψη εκ μέρους του τελευταίου του χρηματικού ποσού των 3.300 ευρώ. Ακολούθως, σε σχέση με την καταγγελθείσα συμπεριφορά στις 19-7-2005, ήτοι τη λήψη του ποσού των 15.000 εκ μέρους του ενάγοντος-εφεσίβλητου, ο τελευταίος παραπέμφθηκε να δικασθεί, κατά την αυτόφωρη διαδικασία και τελικώς, μετά από αναβολή, δικάσθηκε στις 14-10-2005 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για την πράξη της εκβίασης.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εκείνης ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, Σ. Α., εξετάσθηκε χωρίς όρκο λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικώς ενάγοντος, στη δε, κατάθεση του επανέλαβε τους ισχυρισμούς του περί εκβίασής του από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, Δ. Ζ.. Ειδικότερα, κατέθεσε, κατά το μέρος, που αφορά στην υπό κρίση υπόθεση, τα εξής: "...Στο τέλος μου είπε ότι θα έβγαζε βλαπτική για εμένα την πραγματογνωμοσύνη και θα έπρεπε να βάλω βαθειά το χέρι στην τσέπη μου για να έχω το αποτέλεσμα που ήθελα....Μου ζήτησε να του καταβάλω 30.000 ευρώ διαφορετικά θα κατέθετε την πραγματογνωμοσύνη.
Του είπα ότι ήμουν πιεσμένος οικονομικά, επειδή είχα να πληρώσω κάποιες επιταγές, και θα του κατέβαλα τον Ιούλιο το ποσό των 15.000 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό σε 1 εβδομάδα. Ήλθα σε απόγνωση, μίλησα με τους δικηγόρους μου, οι οποίοι με πληροφόρησαν ότι δεν είχα καμία υποχρέωση να του καταβάλω καμία αμοιβή και βάσει της απόφασης έπρεπε να καταβληθεί από τους αντιδίκους μου.
Οι αντίδικοί μου είχαν προσκομίσει στον κατ/νο τα συμβόλαιά τους, κάποιες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και μου είπε ο κ. Ζ. ότι με τις πράξεις αυτές αποδοχής που του προσκόμισαν θα έβγαζε βλαπτική για εμένα την πραγματογνωμοσύνη...Μου εξήγησε ότι θα κλείσει την πραγματογνωμοσύνη για να πάει διακοπές, ότι δεν είχα δίκιο και μόνο αν του έδινα 30.000 ευρώ θα με βοηθούσε....του είπα ότι το υπόλοιπο ποσό θα του το έδινα την Παρασκευή και μου είπε ότι θα έκανε ένα ρετουσάρισμα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ότι θα με συμβούλευε για το τι θα έγραφαν οι τεχνικοί μου σύμβουλοι γιατί δε γνώριζαν την υπόθεση.
Μου είπε επίσης να μην πω σε κανέναν ότι πήγα στο γραφείο του και ότι, αν δεν έπαιρνε αμοιβή από τους αντιδίκους μου, θα καθυστερούσε να καταθέσει την πραγματογνωμοσύνη... Κάθε φορά που πήγαινα στο γραφείο του κατηγορουμένου μου έδειχνε διαφορετική τεχνική έκθεση. Δεν του ζήτησα να βάλει κάτι επιπλέον στο κτήμα μου...Όποιος πλήρωνε τον κατ/νο θα την έβγαζε υπέρ του την πραγματογνωμοσύνη.
Δεν υπήρχε λόγος να δώσω τα χρήματα στον κατ/νο, επειδή εφαρμόζονται οι τίτλοι οι δικοί μου στο επίδικο κτήμα και όχι των αντιδίκων. Από την πρώτη συνάντηση που είχα με τον κατ/νο αισθάνθηκα ότι πιέζομαι απ' αυτόν και ότι παρανομεί, δεν το κατήγγειλα αμέσως στην Ασφάλεια για τα αρχικά 3.500 ευρώ, που μου ζήτησε ο κατ/νος, γιατί ήθελα να τελειώσω γρήγορα μαζί του.
Τα 3.500 ευρώ τα θεώρησα ως "γρηγορόσημο", μου είπε ο κατ/νος ότι θα έπαιρνε αμοιβή και από τους αντιδίκους...Δεν γνωρίζω αν ο συνήγορος μου κ. Κ. είχε επικοινωνία με τον κατ/νο. Όταν έδωσα το πρώτο ποσό των 3.500 ευρώ σαν "γρηγορόσημο" στον κατ/νο του ζήτησα απόδειξη ή να τα καταθέσω στην τράπεζα και αρνήθηκε". Επί της υπόθεσης εκείνης εκδόθηκε η υπ' αρ. 6260/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο τότε κατηγορούμενος, νυν ενάγων - εφεσίβλητος, Δ.
Ζ. κηρύχθηκε ένοχος της εκβίασης, αναφορικά με το ποσό των 15.000 ευρώ, που είχε βρεθεί και κατασχεθεί επάνω του, κατά τα άνω, καταδικασθείς σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Ακολούθως, μετά από άσκηση έφεσης του παραπάνω κατηγορουμένου, ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της εκβίασης, με την υπ' αρ. 1066Α-1093/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς, που έκρινε ότι το ποσό των 15.000 ευρώ, που ζήτησε και εισέπραξε ο εν λόγω πραγματογνώμονας αποτελούσε μέρος της νόμιμης αμοιβής του, που όφειλε να καταβάλει ο Σ.
Α. και όχι ποσό, που ζητήθηκε για να εκδοθεί θετική για τον τελευταίο πραγματογνωμοσύνη. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Σ. Α. ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση με τις 23-10-2009 και 10-11-2009 αιτήσεις του. Ωστόσο και οι δύο αυτές αιτήσεις αρχειοθετήθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με τη σημείωση ότι δεν συντρέχει λόγος για άσκηση αναίρεσης, κατά της προαναφερομένης απόφασης.
Επίσης, σε σχέση με την καταγγελθείσα συμπεριφορά στις 14-4-2005, ήτοι τη λήψη του ποσού των 3.300 εκ μέρους του ενάγοντος-εφεσίβλητου, Δ. Ζ., το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, κατόπιν προσφυγής του τελευταίου κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπεμπόταν να δικαστεί στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς, αποφάνθηκε με το υπ' αριθμ. 938/2009 βούλευμά του ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του για εκβίαση, ομοίως με το σκεπτικό ότι το ποσό των 3.300 ευρώ, που ο εν λόγω πραγματογνώμονας έλαβε από το Σ.
Α., αποτελούσε μέρος της νόμιμης αμοιβής του. Εν τω μεταξύ, αναφορικά με την πολιτική δίκη, επί της οποίας είχε διαταχθεί η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη, αποδείχθηκε ότι υπήρξε η ακόλουθη πορεία: Στις 25 Ιουλίου 2005, ήτοι μετά την παραπάνω σύλληψή του και ενώ, μετά από αναβολή, που είχε χορηγηθεί, εκκρεμούσε ακόμη η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης της εκβίασης, ο πραγματογνώμονας Δ.
Ζ. κατέθεσε στη γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου την από 21-7-2005 και υπ' αρ. 254/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης (που ταυτιζόταν κατά περιεχόμενο με το κατασχεθέν σχέδιο στο πλαίσιο της ως άνω ποινικής δίκης), με την οποία ο πραγματογνώμονας γνωμοδότησε υπέρ της άποψης ότι το επίδικο ακίνητο εμπεριέχεται στους τίτλους των εναγομένων - αντεναγόντων της δίκης εκείνης, ήτοι των μελών της οικογενείας Φ.
και των δικαιοπαρόχων αυτών, αντιδίκων του νυν εκκαλούντος, Σ. Α.. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι στην αιτιολογία της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι οι τίτλοι των ετών 2002-2003 του Σ. Α. και των αμέσως δικαιοπαρόχων του, Δ. Μ. και Α. Μ. εφαρμόζονται κατά θέση, σχήμα, προσανατολισμό και περίπου κατ' έκταση στη θέση του επιδίκου ακινήτου.
Ωστόσο, αυτή η αναφορά δεν αναιρεί το τελικό πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, κατά το οποίο το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους των αντιδίκων του Σ. Α. (μελών οικογενείας Φ.) και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτών, καθόσον αιτιολογείται με σαφήνεια στην εν λόγω έκθεση ότι, οι τίτλοι της πλευράς του Σ.
Α. των ετών 2002-2003 (που ήταν πρόσφατοι, σε σχέση με την επικαλούμενη στην ανωτέρω πολιτική δίκη, ως γενόμενη στις 11-9-2003, προσβολή της κυριότητας), δεν σχετίζονταν με το υπόλοιπο υποστηρικτικό υλικό, που προσκόμισε ο Σ. Α. και δεν ήταν παράγωγοι άλλων προγενέστερων τίτλων και διαγραμμάτων. Ειδικότερα, στην έκθεσή του ο εφεσίβλητος πραγματογνώμονας ανέφερε ότι το, περιγραφόμενο στους τίτλους των ετών 2002 - 2003 της πλευράς Σ.
Α., ακίνητο δεν ταυτίζεται με εκείνα τα ακίνητα, που περιγράφονται στις υπ' αρ. …/…-4-1948 και …/…-10-1949 δημόσιες διαθήκες, που συντάχθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλείου Στασινόπουλου και τις οποίες επικαλέστηκε στην άνω πολιτική δίκη ο Σ. Α., ως τους τίτλους των απώτατων δικαιοπαρόχων του, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο.
Αντίθετα, ο νυν εφεσίβλητος πραγματογνώμονας στην ίδια έκθεσή του, με παράθεση ειδικής αιτιολογίας, αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους των μελών της οικογενείας Φ. και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτών.
Συνεπώς, αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών Σ. Α. ότι η επίμαχη πραγματογνωμοσύνη δεν τον έβλαπτε, διότι η αιτιολογία αυτής ήταν υπέρ του και ότι το τελικό πόρισμα αυτής δεν αποτελούσε το λογικό επιστημονικό παρακολούθημα της διεξαχθείσας από τον εν λόγω πραγματογνώμονα έρευνας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 30-11-2005 συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 22-7-2005 αίτηση του Σ.
Α., με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος τις εκκρεμείς σε βάρος του άνω πραγματογνώμονος ποινικές διαδικασίες για την πράξη της εκβίασης ζήτησε την αντικατάσταση αυτού. Με την υπ' αρ. 26/2006 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η εν λόγω αίτηση και αντικαταστάθηκε ο εφεσίβλητος πραγματογνώμονας με τον Γ.
Α., αγρονόμο, τοπογράφο, μηχανικό, ο οποίος διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη και συνέταξε την από 18-9-2006 έκθεση. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανακλήθηκε με την υπ' αρ. 3537/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι η ως άνω αντικατάσταση έγινε με αίτηση, που υποβλήθηκε εκπρόθεσμα μετά την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Ζ.. Παράλληλα, με την ίδια απόφαση διατάχθηκε και η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Κατόπιν αυτών και αφού διενεργήθηκε και άλλη πραγματογνωμοσύνη (που τάχθηκε υπέρ των ισχυρισμών της πλευράς του Σ. Α.), η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου, εκδοθείσας της υπ' αρ. 3205/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ο τότε ενάγων και νυν πρώτος εναγόμενος-εκκαλών, Σ.
Α. κύριος του επιδίκου ακινήτου. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αρ. 6277/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση των εναγομένων-αντεναγόντων-μελών της οικογενείας Φ., αντιδίκων του Σ. Α. στη δίκη εκείνη. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα καταβληθέντα εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και ήδη, εκκαλούντος, Σ.
Α., χρηματικά ποσά στον ενάγοντα και ήδη, εφεσίβλητο, Δ. Ζ., αποτελούσαν μέρος της νόμιμης αμοιβής του τελευταίου για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, αφού, όπως προεκτέθηκε και ο Σ. Α. ήταν υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής, ως επισπεύδων τη διεξαγωγή αυτής, την ιδιότητα, δε, του επισπεύδοντος απέκτησε αυτός με τη γνωστοποίηση της απόφασης διορισμού.
Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι, κατά την έρευνα από τους αστυνομικούς του γραφείου του εφεσίβλητου βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα και μοναδικό σχέδιο της πραγματογνωμοσύνης με περιεχόμενο ταυτόσημο με το προαναφερόμενο της υπ' αριθμ. …/2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που κατατέθηκε από αυτόν στις 25-7-2005 στη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, ολίγες ημέρες, δηλαδή, μετά τη σύλληψή του, κατά τα άνω λεχθέντα.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο Σ. Α. με τον Δ. Ζ., πριν τη συνάντησή τους, οπότε και ο τελευταίος συνελήφθη από τους αστυνομικούς, δεν συνάγεται, άνευ ετέρου, ότι επρόκειτο να λάβει χώρα κάποια παράνομη συναλλαγή, αφού στη συνομιλία αυτή ουδέν περί χρημάτων αναφέρθηκε.
Συνεπώς, τα όσα ανωμοτί κατέθεσε ο εκκαλών Σ. Α., περί εκβίασής του από τον εφεσίβλητο Δ. Ζ., στις 14-10-2005 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ήταν αντικειμενικώς ψευδή γεγονότα, αφού ο πραγματογνώμονας Δ. Ζ. δεν τον εκβίασε, αλλά τα ληφθέντα από αυτόν χρηματικά ποσά, ήτοι το ποσό των 3.300 ευρώ (στο ύψος αυτό ανήλθε η προκαταβληθείσα αμοιβή και όχι στο ποσό των 3.500 ευρώ), καθώς και το ποσό των 15.000 ευρώ, αποτελούσαν μέρος της νόμιμης αμοιβής του.
Την αναλήθεια των όσων παραπάνω κατέθεσε ανωμοτί, σαφώς γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών Σ. Α.. Πρόκειται δε, για ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν και, τελικά, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος-εφεσίβλητου. Ειδικότερα, η ως άνω πράξη του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος περιείχε έντονη αμφισβήτηση της εντιμότητας του ενάγοντος-εφεσίβλητου, έβλαψε αναμφίβολα την προσωπικότητα του τελευταίου, αφού αυτός παρουσιάσθηκε, ως άνθρωπος ανήθικος και ανέντιμος, ο οποίος προσπάθησε να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του, ως πραγματογνώμονα, οι ισχυρισμοί, δε, αυτοί διαδόθηκαν σε αόριστο αριθμό προσώπων (δικαστικών λειτουργών, δικηγόρων, γραμματέων κλπ).
Επομένως, στοιχειοθετείται σε βάρος του πρώτου εναγομένου και ήδη, εκκαλούντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ένεκα του οποίου προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα του ενάγοντος και ήδη, εφεσίβλητου, από την οποία του προκλήθηκε θλίψη και στεναχώρια, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ηθική βλάβη.
Περαιτέρω, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων -εφεσίβλητος από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, αυτός δικαιούται να λάβει από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη, εκκαλούντος χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 30.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού της υπαιτιότητας (δόλος) του εναγομένου - εκκαλούντος, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών.
Το παραπάνω ποσό κρίνεται εύλογο και δίκαιο και είναι, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, ανάλογο με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ο εκκαλών, Σ. Α. ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά από τον εφεσίβλητο, διότι του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει δικαστικά την αναφερόμενη σε αυτή αξίωσή του, ενόψει του ότι :
α) αν και το κύριο συμβάν της καταγγελίας στην Αστυνομία έλαβε χώρα στις 19-7-2005 και η ανωμοτί κατάθεση του στο Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς δόθηκε στις 14-10-2005, ο ενάγων και ήδη, εφεσίβλητος άσκησε την υπό κρίση αγωγή σε βάρος του στις 8-9-2010, έχοντας έως τότε αδρανήσει, β) οι, ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, απολογίες και ισχυρισμοί του Δ.
Ζ., όπως και οι συναφείς μαρτυρικές καταθέσεις είναι αντιφατικές και αλληλοαναιρούνται, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε διώχθηκε ποινικώς είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από έγκληση του Δ. Ζ. γα τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, γ) ο ενάγων - εκκαλών δεν άσκησε σε βάρος του κάποια αγωγή ή μήνυση σχετικά με την από 10-11-2009 καταγγελία, που υπέβαλε, παρά το ότι και σε αυτή αναφέρονται εν πολλοίς οι ίδιοι ισχυρισμοί, που αναφέρονταν στην από 19-7-2005 καταγγελία του, δ) δεν άσκησε σε βάρος του αγωγή στα πολιτικά Δικαστήρια για να διεκδικήσει την αμοιβή του.
Ωστόσο, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται να εμφανίσουν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής σε βάρος του εκκαλούντος, Σ. Α., ως προφανώς υπερβαίνουσα τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος, Σ. Α. είναι μη νόμιμος. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη η από 22-6-2010 αγωγή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, Σ. Α., ο οποίος για το λόγο αυτό υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αναφορικά με τον παραπάνω διάδικο, έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από όλους τους λόγους της από 16-3-2016 έφεσης του Σ. Α. και τους από 1-8-2017 πρόσθετους λόγους αυτής είναι απορριπτέα.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 16-3-2016 έφεση μετά των από 1-8-2017 πρόσθετων λόγων αυτής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.
Τούτο δε διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά αφ' ενός δεν δημιουργούν επαχθείς γι' αυτόν (αναιρεσείοντα) συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων να ενδείκνυται η ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και αφ' ετέρου αυτά (περιστατικά), και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν υπερβαίνουν τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετούν και δεν θεμελιώνουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
VΙ. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 914/2018, ΑΠ 642/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση αυτού περί καταχρηστικής άσκησης του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο.
VΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 1139/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: α) την από 21-7-201005 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Ζ., διπλωματούχου αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, β) την υπ' αριθ. 1066 Α-1093/23-6-2009 απόφαση (αθωωτική) του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, γ) την υπ' αριθ. 7292/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δ) την υπ' αριθ. 6277/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ε) την ανωμοτί κατάθεση της μάρτυρα Α. Κ.
στα υπ' αριθ. 3282/2015 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στ) το από 23-11-2005 υπόμνημα της ως άνω Α. Κ., δικηγόρου Πειραιώς, προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ. Αθηνών, ζ) τον από 6-10-2005 πίνακα αμοιβών του αναιρεσιβλήτου με θεώρηση από το ΤΕΕ και η) την υπ' αριθ. 6260/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (10ο φύλλο, 2η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, μεταξύ των οποίων και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα - αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ως άνω περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
VΙΙΙ. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση για νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57-59, 914 και 932 του ΑΚ επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επιπλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του.
Για το ορισμένο δε της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 ΑΚ, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και η υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, όχι όμως και ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις τους, καθώς και ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης και που αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (ΑΠ 298/2019, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 1166/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απορρίπτοντας σχετική περί του αντιθέτου ένστασή του που επανέφερε με λόγο έφεσης, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή ως προς το αιτούμενο ποσό χρηματικής του ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αποδιδόμενης σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται στην αγωγή η περιουσία και ειδικότερα το ύψος των εισοδημάτων του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος και η δικαστική κρίση ως προς τον επιμερισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Από το δικόγραφο όμως της ένδικης από 22-6-2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτό πληροί τους όρους των ως άνω διατάξεων του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν τα αναγκαία στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και ειδικότερα το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και ότι ο αυτός τελούσε σε υπαιτιότητα, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο εν λόγω δικόγραφο της αγωγής, όπως ο αναιρεσείων εσφαλμένα ισχυρίζεται, τα στοιχεία της περιουσίας και ειδικότερα του ύψους των εισοδημάτων του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-12-2018 αίτηση του Σ. Α. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3401/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)