Legislator Case Law & Legislation
829/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where respondent failed to appear despite proper summons and procedural errors were found non-prejudicial.

Case Number 829/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment because the respondent failed to appear at the hearing despite receiving proper legal summons. The court found that the respondent's absence was justified by the lack of appearance, and the appellant's claim regarding a procedural error in the settlement attempt date was rejected as unfounded and non-prejudicial. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the case was remitted to the state treasury for the security deposit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 214 A KPolD: The Supreme Court examines ex officio the legality of summons if the respondent is absent, and procedural errors in settlement attempts that are obvious and chronologically impossible do not render proceedings inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal dismissal proper summons respondent absence procedural error inadmissible settlement state treasury non-prejudicial

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 214 A KPolD
Art. 242 para. 2 KPolD
Art. 573 para. 1 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 829 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 829/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Α. Σ., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Λ. Χ., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 638/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 267/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2019 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ. 2 του άρθρου 576 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενη, υπ' αριθ. .../11-10-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Γ.Σ., στην οποία προσαρτώνται η από 11-10-2019 έκθεση παράδοσης στον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η από 11-10-2019 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης, ακριβές αντίγραφο της από 18-01-2019 κλήσης προς συζήτηση της από 10-02-2017 αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και εγγραφής στο πινάκιο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο.

Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ'ΚΠολΔ.).

Με την από 18-01-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, εισάγεται για συζήτηση η από 10-2-2017 αίτηση αυτής για αναίρεση της 638/2011 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για τη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 7.000 ευρώ.

Επί της άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ.267/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτησή της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επί του ζητήματος, αν για τις αποφάσεις, που έχουν δημοσιευθεί πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, όπως στην προκείμενη περίπτωση η πληττόμενη απόφαση, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ ή η ισχύουσα από 1-1-2016 νέα διετής προθεσμία, που ορίζει η ίδια διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

Ήδη για το άνω ζήτημα εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10/2018 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι για αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, ήτοι πριν την 1-1-2016 και δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 242/ 2015, ΑΠ 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι κατά της υπ' αριθ. 638/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ασκήθηκε από την τελευταία ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.2186/10-07-2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, η άνω οριστική απόφαση δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016 (15-02-2011) και δεν επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, συνεπώς η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής άρχισε με τη δημοσίευση της (15-2-2011) και έληγε στις 15-02-2014. Εφόσον δε, δεν είχε ασκηθεί έφεση, η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής της απόφασης (638/2011), που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, άρχιζε από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία περατώθηκε η προθεσμία για άσκηση έφεσης, οπότε η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, καθόσον η προθεσμία της αναίρεσης ηρεμεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της έφεσης και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10-02-2017 και, επομένως, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495 επ. 552, 553, 556, 558, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, αφού, από τη λήξη της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, μέχρι την άσκησή της δεν παρήλθε η τριετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015 (με έναρξη ισχύος του τελευταίου 1-1-2016), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε πριν από την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθεί μέχρι την 1-1-2016 (ΟλΑΠ 10/2018).

Κατά τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ , ως ίσχυε κατά τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου: "Αγωγές, που έχουν ως αντικείμενο τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ' ύλη ν αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης...". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου: "Στην κλήση για συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνεται και πρόσκληση προς τον εναγόμενο να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντος ή στα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου του τελευταίου ορισμένη ημέρα και ώρα, με αντικείμενο την απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς. Αν η επίσπευση γίνεται από τον εναγόμενο ή από άλλο διάδικο, αυτός προσκαλεί τον αντίδικο στο γραφείο του δικηγόρου του ή στα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου του τελευταίου. Ο προσκαλούμενος οφείλει να παραστεί με δικηγόρο ή να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο εφοδιασμένο με την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα... Οι συναντήσεις για την εξώδικη επίλυση της διαφοράς πραγματοποιούνται μέσα στο χρονικό διάστημα από την πέμπτη ημέρα μετά την επίδοση της αγωγής έως την τριακοστή πέμπτη ημέρα πριν από τη δικάσιμο".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως της κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ. 12/2000, ΑΠ 1588/2008, 2100/ 2007, 122/2003).

Στην υπό κρίση υπόθεση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 24-07-2007 αγωγή , που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησε, μετά την παραδεκτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι της οφείλει η τελευταία 70.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να της καταβάλει 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την σε βάρος της διαπραχθείσα αδικοπραξία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 638/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι παραδεκτώς εισήχθη για συζήτηση η αγωγή ,δοθέντος ότι απέτυχε η κατ' άρθρο 214Α ΚΠολΔ εξώδικη επίλυση της διαφοράς, όπως προέκυπτε από την από 18-2-2008 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, λόγω μη προσέλευσης της εναγομένης, στη συνέχεια έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη και κατά ένα μέρος δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση 7.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής, όπως ήδη εκτέθηκε, η αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή ερημοδικίας και, μετά την απόρριψη αυτής, άσκησε κατά της υπ' αριθ.638/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία εν τω μεταξύ είχε καταστεί τελεσίδικη, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με το μοναδικό λόγο της, που ανάγεται σε σφάλμα της τελευταίας από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα με το λόγο αυτό αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-07-2007 αγωγής, ,αφού αυτή δεν είχε κληθεί νομότυπα να συμμετάσχει στην απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που ήταν προαπαιτούμενο για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής, κατά το άρθρο 214 Α ΚΠολΔ, δοθέντος ότι η ημερομηνία που όριζε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας στην πρόσκληση που της κοινοποιήθηκε για την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ήταν η 18-02-2007, ήτοι προγενέστερη της άσκησης και επίδοσης της αγωγής.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ, έκρινε ότι ήταν παραδεκτή η συζήτηση της αγωγής και προχώρησε στην εκδίκαση αυτής, αφού για το παραδεκτό αυτής προσκομίστηκε η από 18-2-2008 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας περί αποτυχίας της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς , λόγω μη προσέλευσης της εναγομένης ή του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα κλήθηκε να εμφανισθεί στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης την 18-2-2007, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της αγωγής, η οποία επιδόθηκε σ' αυτήν την 17-10-2007, όπως ισχυρίζεται, και πάλι ο λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος αγωγικού δικογράφου, η αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 27-7-2007 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...

και ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η 4-12-2008. Η αναφορά στην εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης προς το δικαστικό επιμελητή για επίδοση και κλήση αυτού προς την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, αφ'ενός μεν να εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, αφ' ετέρου δε να προσέλθει στο επί της οδού ... (τρίτος όροφος, γραφείο ….), στην Αθήνα, γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας Γεωργίου Ναθαναήλ, την 18η του μηνός Φεβρουαρίου 2007, ημέρα Δευτέρα και ώρα 17.00, για να επιχειρηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς αντί του ορθού 18-2-2008 έγινε από προφανή παραδρομή.

To γεγονός, όμως αυτό δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει σύγχυση στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ως προς τον ορισθέντα χρόνο συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς και να εμποδίσει την εμφάνισή της, ώστε να καθίσταται απαράδεκτη η σχετική διαδικασία. Τούτο δε διότι η παραδρομή ήταν προφανής εξ αυτού του επιδοθέντος δικογράφου, αφού δεν θα ήταν δυνατόν η οριζόμενη ημερομηνία συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς να προηγείται της ημερομηνίας ασκήσεως της αγωγής.

Έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια γι' αυτό ο υπό κρίση αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-02-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.638/15-02-2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ