Legislator Case Law & Legislation
829/2017 AI generated

Supreme Court allows easement claim against neighbor, rejecting appellate court's invalid ruling on access route.

Case Number 829/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding an easement claim for road access to a parcel of land. The appellants argued that the lower court incorrectly approved an easement route passing through a neighboring property that did not actually intervene between their land and the public road. The court held that the appellate court violated substantive law by accepting an easement arrangement that failed to meet the legal requirement of an intervening property, thereby ordering a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1012 and 1013 of the Civil Code; An easement for access to a road requires an intervening property between the dominant and servient estates, not merely adjacent ones.

Keywords

AI generated
easement for access intervening property road access claim adjacent land Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 1012 and 1013 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 829 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 829/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Μ. του Ν., 2. Ε. συζ. Μ. Μ., το γένος Α. Δ.,3. Μ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέργιο Λιάπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιερισσού Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 86/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα άρθρα 1012 και 1013 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος αυτού να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες, έναντι ανάλογης αποζημίωσης, η δε κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για την χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς οδό νοείται εκείνο, το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την σύμφωνα με τον προορισμό του εκμετάλλευση, ως και εκείνο, το οποίο έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί τις ανάγκες του ατελώς.

Η σχετική αγωγή, ασκείται από τον κύριο του ακινήτου που στερείται παντελώς διόδου ή επαρκούς διόδου και απευθύνεται κατά του κυρίου του ακινήτου, που μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου, αν δε μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του δρόμου αυτού μεσολαβούν περισσότερα συνεχόμενα ακίνητα, απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ενάγων δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων, από τα οποία είναι δυνατή η διέλευση της διόδου, αλλά απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει άλλο γειτονικό ακίνητο, από το οποίο μπορεί να παρασχεθεί δίοδος, λιγότερο επαχθής από αυτήν που ζητείται με την αγωγή, ο δε σχετικός ισχυρισμός του αποτελεί ένσταση.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου, προς εξυπηρέτηση περίκλειστου ακινήτου, δεν προϋποθέτει όμορο ακίνητο, σε παρόδιο ακίνητο, αλλά μπορεί να παρεμβάλλεται, μεταξύ του πρώτου (περικλείστου) και του δρόμου και μόνο, άλλο περίκλειστο ακίνητο, που ενδεχομένως να βαρύνεται ήδη με άλλη δουλεία διόδου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του με αριθμό .../2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Ά. και του με αριθμό .../2010 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιερισσού, η τρίτη των εναγόντων είναι ψιλή κυρία και οι δύο πρώτοι των εναγόντων επικαρπωτές κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 4.438,96 τ.μ.

που βρίσκεται στην ..., στη θέση "..." και συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά μέτρων..... με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του εναγομένου, νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά μέτρων..... με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Κ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά μέτρων...... με ιδιοκτησία Γ. Κ., νοτιοδυτικά σε πλευρά μέτρων..... με ιδιοκτησία Μ.

χήρας Τ. και βορειοδυτικά σε πλευρά μέτρων.... με ιδιοκτησία Ν. Κ.. Ο εναγόμενος [αναιρεσίβλητος] είναι κύριος του βορειοανατολικά του ως άνω ακινήτου των εναγόντων υπάρχοντος αγροτεμαχίου εμβαδού 4.855 τ.μ., το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά μέτρων 28,18 με την παλιά εθνική οδό ..., νοτιοανατολικά σε πλευρά μέτρων 125,35 με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Κ., νοτιοδυτικά σε πλευρά μέτρων 15,69 με το ως άνω ακίνητο των εναγόντων και σε πλευρά μέτρων 48,66 με ιδιοκτησία Ν. Κ. και βορειοδυτικά σε πλευρά μέτρων 98,56 με ιδιοκτησία Ι. Σ.. Το ακίνητο του Ν. Κ. ήταν περίκλειστο και δυνάμει της τελεσίδικης με .../2003 απόφασης τούτου του Δικαστηρίου, παρασχέθηκε σ’ αυτόν δίοδος κατά μήκος του κοινού ορίου των ως άνω ακινήτων του εναγόμενου και του Ι.

Σ., οι οποίοι του παρείχαν ο καθένας μία εδαφική λωρίδα πλάτους 1,50 μέτρων, μήκους περίπου 98,50 μέτρων και εμβαδού αντίστοιχα 146,62 τ.μ. και 147 τ.μ. αντίστοιχα, προκειμένου να έχει πρόσβαση στην βορειοανατολικά των ακινήτων υπάρχουσα παλιά εθνική οδό .... Το επίδικο ακίνητο τυγχάνει περίκλειστο, χωρίς έξοδο σε δημόσια, κοινοτική ή αγροτική οδό, η οποία είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευσή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή για την ανοικοδόμησή του, καθώς είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ έχει ήδη κατατεθεί στο πολεοδομικό γραφείο Αρναίας ο σχετικός φάκελος για την έκδοση οικοδομικής άδειας, που έχει λάβει αριθμό πρωτ....

Η αιτούμενη από τους ενάγοντες [αναιρεσείοντες] δίοδος είναι η οδός που θα ξεκινά από το τέλος της βορειοανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας τους στα σημεία Α-Γ, στη συνέχεια θα διέρχεται καταλαμβάνοντας ολόκληρο το μήκος των συνόρων της νοτιοανατολικής πλευράς του εναγομένου με τα στοιχεία Γ-Γ’ μήκους 125,35 μ., θα έχει πλάτος 4,00 μ., εμβαδόν 501,04 τ.μ. (βλ.

συνημμένο στην ένδικη αγωγή διάγραμμα), θα συναντά την παλαιά Εθνική οδό ... και θα φέρει περιμετρικά τα στοιχεία Γ-Α’ -Β’ -Γ’ -Γ, με πλάτος 4,00 μ.. Αντίθετα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η δίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητό του, το οποίο θα επιβαρυνθεί για δεύτερη φορά με δουλεία διόδου και θα μειώσει σημαντικά την πρόσοψή του στον δρόμο, ενώ υπάρχει λιγότερο επαχθής τρόπος να αποκτήσει το ακίνητο των εναγόντων πρόσβαση στην παλαιά Εθνική Οδό ....

Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη από τον εναγόμενο δίοδος αποτελείται από την εδαφική λωρίδα εμβαδού 159 τ.μ. του αγροτεμαχίου του εναγόμενου, η οποία συνορεύει, βορειοανατολικά σε πλευρά μέτρων 49,56+3 με υπόλοιπο του ακινήτου του εναγόμενου, νοτιοανατολικά σε πλευρά μέτρων 3,48 με υπόλοιπο του ακινήτου του εναγόμενου, νοτιοδυτικά σε πλευρά μέτρων 5 με το ως άνω περίκλειστο ακίνητο των εναγόντων και σε πλευρά μέτρων 46,88 με το ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.

Κ. και βορειοδυτικά σε πλευρά μέτρων 3,26 με την ως άνω παραχωρηθείσα δυνάμει της με .../2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου δίοδο συνολικού πλάτους 3 μέτρων και συνολικού εμβαδού 293,62 τ.μ.. Με βάση τα ανωτέρω, η αιτούμενη από τους ενάγοντες δίοδος πλάτους 4 μέτρων και μήκους 125,35 μέτρων και εμβαδού 501,40 τ.μ., μέσα από το ακίνητο του εναγομένου και κατά μήκος του νοτιοανατολικού του ορίου, μπορεί να είναι κατά 25 μέτρα περίπου συντομότερη σε σχέση με την προτεινόμενη, είναι όμως περισσότερο επαχθής για το ακίνητο του εναγόμενου.

Η πρόσοψη του ακινήτου του εναγόμενου ήδη έχει υποστεί μείωση δυνάμει της ως άνω με .../2003 [αντί του ορθού ….2003] απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και με την αιτούμενη δίοδο ζητείται να μειωθεί περαιτέρω κατά 4 μέτρα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου ότι υπάρχει λιγότερο επαχθής δίοδος για το ακίνητό του, την οποία μπορούν να αιτηθούν οι ενάγοντες, συνιστά ένσταση, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, η οποία (ένσταση) είναι αρκούντος ορισμένη, καθώς περιγράφει με σαφήνεια την προτεινόμενη εναλλακτική δίοδο, αλλά και τους λόγους για τους οποίους προκρίνεται ως η επωφελέστερη λύση, αφού πρόκειται για δουλεία διόδου που έχει ήδη παραχωρηθεί υπέρ του ακινήτου του Ν.

Κ. από τον εναγόμενο και τον Ι. Σ. και δεν προϋποθέτει περαιτέρω επιβάρυνση του ακινήτου του εναγομένου. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, το δικαίωμα παροχής δουλείας διόδου του περίκλειστου ακινήτου και εν προκειμένω των εναγομένων, δεν προϋποθέτει όμορο ακίνητο, αλλά μπορεί να παρεμβάλλεται άλλο περίκλειστο ακίνητο που να βαρύνεται με δουλεία διόδου (του I.

Σ.). Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης στη δημόσια οδό, εναπόκειται μεν στη διακριτική ευχέρεια του ενάγοντος να εναγάγει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου από το οποίο επιθυμεί να διέλθει, και εάν μεσολαβούν περισσότερα περίκλειστα ακίνητα υποχρεούται να στραφεί κατά όλων των ιδιοκτητών, που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής, μπορεί να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι υπάρχει έτερη λιγότερο επαχθής δίοδος, κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Το γεγονός επομένως ότι ο Ι. Σ. δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή αποτελεί έκφραση του δικαιώματος επιλογής του ενάγοντος, αλλά δεν στερεί από τον εναγόμενο τη δυνατότητα να προτείνει δίοδο, η οποία να διέρχεται από το ακίνητο του ως άνω μη διαδίκου. Επομένως, η προτεινόμενη δίοδος από τον εναγόμενο είναι προσφορότερη της αιτούμενης, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου.

Συναφώς, η διαπίστωση ότι το ακίνητο των εναγόντων είναι περίκλειστο δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην παραδοχή της προτεινόμενης από τους ενάγοντες δουλείας διόδου και κατ’ επέκταση της αγωγής, αν ο εναγόμενος επικαλεστεί και αποδείξει, όπως προεκτέθηκε, ότι οι ενάγοντες μπορούν να αξιώσουν από άλλα γειτονικά ακίνητα δουλεία διόδου, που να είναι λιγότερο επαχθής για το ακίνητο του εναγομένου.

Επιπροσθέτως, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί η εξώδικη άρνηση των ιδιοκτητών των γειτονικών ακινήτων να συμπράξουν στη συμβατική δημιουργία δουλείας διόδου υπέρ του ακίνητου των εναγόντων, αφού μπορεί να υποχρεωθούν προς τούτο δικαστικά. Πέραν τούτων, όμως, το Δικαστήριο καθορίζει τη δίοδο όχι σύμφωνα με τις αντιλήψεις των εναγόντων, αλλά με βάση τις συνθήκες κατά τον χρόνο της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού και της θέσης ή της περιοχής του, όπως αναφέρεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε την αγωγή των εναγόντων, ήδη εφεσίβλητων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτός ο, ως άνω, προβληθείς, ως ένσταση, ισχυρισμός του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναίρεσης.

Ειδικότερα, δέχθηκε ως κατά νόμο επιτρεπτή την παροχή δουλείας διόδου στο περίκλειστο ακίνητο των αναιρεσειόντων κατά ένα μέρος και μέσω της ήδη παρασχεθείσας με δικαστική απόφαση διόδου υπέρ του ακινήτου του Ν. Κ., κατά μήκος του κοινού ορίου των ακινήτων του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ., με την παροχή εκατέρου τούτων εδαφικής λωρίδας 1,50 μέτρων και μήκους 98,50 μέτρων.

Πλην όμως το ακίνητο του Ι. Σ. δεν αποτελεί ακίνητο παρεμβαλλόμενο μεταξύ του ακινήτου των εναγόντων-αναιρεσειόντων και άλλου (τρίτου) που γειτνιάζει με τον δρόμο, αλλά αμφότερα τα ακίνητα τόσο του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, όσο και του Ι. Σ. γειτνιάζουν με αυτόν (παρόδια), ενώ το ακίνητο του τελευταίου δεν εφάπτεται σε κανένα σημείο του με εκείνο των εναγόντων-αναιρεσειόντων, όπως τούτο προκύπτει τόσο από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και από την επιτρεπτή επισκόπηση του ενσωματωμένου στο εισαγωγικό δικόγραφο της από 4-4-2011 σχετικής αγωγής τους τοπογραφικού διαγράμματος.

Ως εκ τούτου δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η κατ’ αυτόν τον τρόπο παροχή δουλείας διόδου στο ακίνητο των αναιρεσειόντων, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓOΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 86/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ