Legislator Case Law & Legislation
829/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify facts affecting the lower court's decision.

Case Number 829/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court erred by considering unproposed claims and inadmissible evidence, but failed to identify specific facts or documents. The court ruled that these grounds were too vague to constitute a valid appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Civil Procedure Code: An appeal must specify the exact facts or evidence considered by the lower court and demonstrate their impact on the verdict; vague allegations regarding unproposed claims or inadmissible documents without specific identification are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Vague allegations Lower court binding Specific facts required

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 829 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 829/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Οικονόμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-10-2001,29-8-2002, 3-4-2002 και 22-10-2002 αγωγές των διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4781/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6653/2004 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 132/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5483/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-1-2007 αίτηση του και τους από 5-10-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Είναι συνεπώς δεσμευτικές για το Εφετείο (ως δικαστήριο της παραπομπής) και για τον ίδιο τον Αρειο Πάγο αν επανέλθει σε αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής.

Ως νομικά ζητήματα θεωρούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση όχι μόνον του ουσιαστικού αλλά και του δικονομικού δικαίου για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ισχυρίσθηκαν ότι οι αντίδικοι υπαιτίως τέλεσαν σε βάρος τους τις επικαλούμενες άδικες πράξεις εξαιτίας των οποίων εθίγη η προσωπικότητά τους.

Ζήτησαν δε την καταψήφιση των αντιδίκων τους (εναγομένων) στα αιτούμενα με τις αγωγές τους ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4781/03 οριστική του απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές και τις έκρινε νόμιμες. 1) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 29-10-01 αγωγή του Χ (αναιρεσείοντος) κατά της Ψ2, ενώ την δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν για την Ψ1 την οποία καταδίκασε να του πληρώσει το ποσό των 500 ευρώ, 2) δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 3-4-2002 αγωγή των Ψ1 και Ψ2 σε βάρος του Χ και κατεδίκασε αυτόν να καταβάλει σε καθεμία 500 και 666 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ανεγνώρισε ότι στην Ψ2 οφείλει και το ποσό των 2.000 ευρώ 3) δέχθηκε εν μέρει την από 22-10-02 αγωγή των Ψ3, Ψ1 και Ψ2 και κατεδίκασε τον με αυτή εναγόμενο Χ να καταβάλει σε καθεμία ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ ανεγνώρισε ότι οφείλει να πληρώσει το ποσό των 3.000 ευρώ σε κάθεμία και δ) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 29-8-2002 αγωγή του Χ σε βάρος των Ψ3, Ψ1 και Ψ2 (αναιρεσιβλήτων).

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο Χ και επ' αυτής εκδόθηκε η 6653/04 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού δίκασε στη συνέχεια τις αγωγές, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες εκείνες που είχαν ασκηθεί εκ μέρους των Ψ1 και Ψ2 και έκανε δεκτές εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις αγωγές που είχε ασκήσει ο Χ και κατεδίκασε 1) την Ψ1 να καταβάλει στον ενάγοντα 25000 ευρώ, 2) την Ψ2 να καταβάλει το ποσό των 24.000 ευρώ και 3) την Ψ3 να του καταβάλει το ποσό των 3000 ευρώ, ενώ ανεγνώρισε ότι οι άνω εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν αντίστοιχα η πρώτη 26.000 ευρώ, η δεύτερη 29.000 ευρώ και η τρίτη 3000 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αίτηση αναίρεσης οι εναγόμενες - εφεσίβλητες. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 132/06 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή η αίτηση κατά το μέρος που αφορούσε τις αγωγές των Ψ1 και Ψ2 και της Ψ3 και έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως και αναιρέθηκε η άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθ. 6653/04 για τις διατάξεις της, με τις οποίες έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος - ενάγοντος, όσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Ειδικότερα ο Αρειος Πάγος, με την 132/06 απόφαση του αναίρεσε την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του τελευταίου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον το Εφετείο με το να επιδικάσει τα άνω ποσά τα οποία είναι υπερμέρτως ασυνήθη σε σχέση με τα επιδικαζόμενα για παρόμοιες περιπτώσεις ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παρεβίασε τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη δικαιική αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος.

Το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόμενο από την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου (132/06) και συμμορφούμενο προς αυτή ως προς το ζήτημα που έλυσε, της εφαρμογής δηλαδή της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικάζοντο στον ενάγοντα Χ, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 5483/06 κατ' εφαρμογή της αρχης της αναλογικότητας που τάσσει το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος.

Με την άσκηση δε της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής της παραπομπής, εκ μέρους του ενάγοντος - αναιρεσείοντος δεσμεύεται και το Δικαστήριο τούτο, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση ύστερα από την αναίρεση αυτή ως προς το ζήτημα της εφαρμογής της υπερνομοθετικής δικαιικής αρχής της αναλογικότητας καίτοι με την υπ' αριθ. 6/2008 απόφαση της ολομέλειας του δικαστηρίου τούτου, έγινε δεκτό ότι η άνω αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ως η κρινόμενη υπόθεση δηλαδή κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

ΕΠΕΙΔΗ το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που έχει από το άρθρο 932 Α.Κ. μπορεί να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του δικαιούχου με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ., γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγμάτων, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον προσδιορισμό της οφειλομένης στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Από την παράνομη εκ μέρους των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων συμπεριφορά ο ενάγων προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του, και ως εκ τούτου υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.

Ακολούθως το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, έλαβε υπόψη α) το είδος, την βαρύτητα και τις συνθήκες της προσβολής, β) τον τρόπο, τον χρόνο και το μέσο με το οποίο τελέσθηκαν οι σε βάρος του προσβολές, γ) την υπαιτιότητα γι' αυτές των εναγομένων και τη δημοσιότητα που έλαβε η προσβολή και τις απ' αυτήν επιπτώσεις για τον ενάγοντα, δ) την επαγγελματική κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων από τους οποίους οι εναγόμενες κατέχουν αξιόλογη περιουσία, ενώ οι απ' αυτές Ψ2 και Ψ3 είναι ιατροί και ε) την αρχή της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 του Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται η αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος στην περίπτωση της αδικοπραξίας είναι η αποκατάσταση της τρωθείσας με αυτήν κοινωνικής ειρήνης.

Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση σε βάρος των εναγομένων και υπέρ του ενάγοντος πρέπει να καθορισθεί στα εξής ποσά: α) για την πρώτη των αγωγών σε βάρος της Ψ1 και Ψ2, στο ποσό των 10.000 ευρώ για καθεμία, β) για τη δεύτερη των αγωγών στο ποσό των 10.000 ευρώ σε βάρος καθεμίας από τις εν λόγω εναγόμενες Ψ1 και Ψ2 και στο ποσό των 3.000 ευρώ σε βάρος της Ψ3.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώθηκε σαφώς στην απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που χαράσσει το άρθρο 932 Α.Κ., καθ'όσον τα ως άνω ποσά αντιστοιχούν στην οφειλόμενη στον ενάγοντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση αλλ' ούτε και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθείσων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως οι περί του αντιθέτου 1ος, 2ος και 3ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, για το ορισμένο του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που το δ/ριο καίτοι μη νομίμως προταθέντα έλαβε υπόψη, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία να προκύπτει ότι τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη, ότι δηλαδή άσκησαν επίδραση (και ποια) στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια του άνω άρθρου είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο αναιρεσείων με τον 1ο πρόσθετο λόγο ψέγει το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων παρόλο που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και παραδεκτά. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν καθορίζονται οι κρίσιμοι ισχυρισμοί ούτε τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί άσκησαν κάποια επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλόμενη αποφάσεως.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν θεωρούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Για το ορισμένο αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά και ο ισχυρισμός για τον οποίο το δ/ριο τις έλαβε υπόψη καθώς και η επίδραση που άσκησε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Επομένως οι 2ος και 3ος πρόσθετοι λόγοι από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 14 που αναφέρεται τον 3ο λόγο) με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ποια είναι τα έγγραφα αυτά, τον ισχυρισμό για τον οποίο το Εφετείο τα έλαβε υπόψη, και την επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-07 αίτηση, του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5483/06 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οριζόμενα σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ