Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds but allows merit claims regarding attorney misconduct and jurisdictional error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding inadmissibility due to improper filing of the writ of appeal but allowed the remaining claims. The appellant argued the lower court erred in jurisdiction and failed to consider the six-month statute of limitations for attorney misconduct, which the appellate court had ignored. The court ruled that the appeal was inadmissible for one decision but valid for others, ordering the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 366(2) K.Pol.Dik; Art. 559(5) K.Pol.Dik; Art. 73(5) Intro. Law K.Pol.Dik: An appeal must be filed against each decision separately; failure to file against a first-instance decision renders it inadmissible, while jurisdictional errors and missed statutes of limitations on attorney misconduct constitute grounds for remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 829 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 829/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σφύρη.
Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 926/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 366 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ αν με το ίδιο αναιρετήριο προβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της 302/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωκε την εν λόγω απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, και απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
ΑΤΙ 30/1995, Ολ. ΑΠ. 3/1991).
Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δέχθηκε πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων) που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της αγωγής κακοδικίας της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος δικηγόρου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δεν συνιστά κατά τα προεκτιθέμενα λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ούτε από άλλο αριθμό αυτού του άρθρου.
Επειδή η προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 4 του Εισ. Ν. ΚΠολΔ αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών. Στις παραγράφους 1, 2 και 3 της ίδιας διατάξεως, οπως η πρώτη από αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας", ορίζεται ακόμη ότι Α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδαφ. 1 του ΚΠολΔικ., πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους στους ποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα και Β) στην αγωγή επισυνάπτονται α) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων, επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.
Η διάταξη αυτή, ορίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων, την υποβάλλει σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης κατά του εντολοδόχου ΑΚ 174) και κατά του ενδοσυμβατικώς εν γένει, βάσει των άρθρων ΑΚ 330, 335 επ, 343 επ. 382 επ.
ή εξωσυμβατικώς, βάσει του άρθρου ΑΚ 914, ευθυνόμενου. Αυτή δε η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εν όψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως άμισθων δημοσίων Λειτουργών (άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/54) προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων των, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη των δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, επομένως δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών ( Ολ.ΑΠ 18/1999) .
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως, από τον εναγόμενο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της και ότι στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ( ΑΠ 1015/2005, ΑΠ 331/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 19-3-2001 αγωγή η αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι αρχές Μαρτίου 1999 ανέθεσε την εντολή στο αναιρεσείοντα όπως, ενεργώντας ως πληρεξούσιο Δικηγόρος, προετοιμάσει και καταθέσει στο υποκατάστημα της Αγροτικής τράπεζας Ελλάδος Φαρκαδόνας αίτηση της με όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά για την ένταξη της στο μέτρο της πρόωρης συνταξιοδότησης αγροτών, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής του αναιρεσείοντα εκ δραχμών 70.000 που καταβλήθηκαν σ' αυτόν για λογαριασμό της απ τον σύζυγο της.
Ότι σε επικοινωνία που είχε με το αναιρεσείοντα στις 15-3-1999 ο τελευταίος τη διαβεβαίωσε ότι είχε καταθέσει την αίτηση της με όλα τα δικαιολογητικά και είχε προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την πρόωρη συνταξιοδότηση της και ότι αναμενόταν η σχετική έγκριση. Ότι την αυτή διαβεβαίωση επανέλαβε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη μετά πάροδο τεσσάρων μηνών, επισημαίνοντας σ' αυτήν ότι δεν πρέπει να ανησυχεί και ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.
Ότι από τις αρχές Οκτωβρίου 1999, που πληροφορήθηκε η αναιρεσίβλητη. ότι άλλα άτομα που είχαν υποβάλει σχετική αίτηση για το ίδιο χρονικό διάστημα, είχαν αρχίσει να λαμβάνουν την πρόωρη αγροτική σύνταξη, όχλησε κατ' επανάληψη τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επαναλάμβανε τις αυτές ως άνω διαβεβαιώσεις και απέδιδε την καθυστέρηση της έγκρισης στην γραφειοκρατία.
Και ότι περί τα μέσα Μαρτίου 2000 η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε από το Υποκατάστημα της ΑΤΕ Φαρκαδόνας, ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν είχε υποβάλλει εντός του μηνός Μαρτίου 1999, και μέχρι τον Νοέμβριο του 1999,που έληγε η σχετική προθεσμία αίτηση στην ΑΤΕ για πρόωρη συνταξιοδότηση της, με συνέπεια να ζημιωθεί αυτή (αναιρεσίβλητη) κατά το ποσόν των 2.050.000 δραχμών, το οποίο θα ελάμβανε ως σύνταξη για το χρονικό διάστημα από μηνός Οκτωβρίου 1999 έως και Φεβρουαρίου 2001.
Ζητήθηκε δε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων και με προσωπική κράτηση του, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητο προς αποκατάσταση της ζημίας αυτής από την, και ρητά ως αδικοπραξία χαρακτηριζόμενη στο ιστορικό της αγωγής, κατά τα άνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, το ποσό των 2050.000 δραχμών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό του 1.000.000 δραχμών, νομιμότοκα.
Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή έχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας κατ' άρθρον 73 παρ. 1 Εισ. Ν. ΚΓϊολΔ. Δοθέντος όμως ότι δεν αναγράφονται στο δικόγραφο της τα προς απόδειξη των λόγων της αποδεικτικά μέσα, η αγωγή αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης στηρίζεται μόνο στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της αγωγής αυτής λόγω μη επισυνάψεως σε αυτή ειδικού πληρεξουσίου για το δικηγόρο που την υπέγραψε και μη αναγραφής στο δικόγραφο της των προς απόδειξη των λόγων της αποδεικτικών μέσων, ούτε εκήρυξε για τους λόγους αυτούς απαράδεκτη την αγωγή, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς οι προβαλλόμενες, κατ' ορθή ετκίμηση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως σχετικές αιτιάσεις είναι βάσιμες.
Επειδή κατά την παρ. 5 του προαναφερθέντος άρθρου 73 Εισ. Ν. ΚΠολΔικ. δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η υποχρέωση για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία δικαιολογείται κατά τα προεκτεθέντα από ιδιαίτερους λόγους ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως άμισθων δημοσίων λειτουργών.
Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο που τοποθετεί την έναρξη της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας που ζημιώθηκε.
Ο περιορισμός αυτός καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος, ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευομένου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 20/2000). Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών - εναγόμενος δικηγόρος και ήδη αναιρεσείων, που είχε δικασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σαν να ήταν παρών, πρότεινε με τις από 19-3-2004 προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενος ότι από τον χρόνο (Ιούνιο 2000) που έλαβε γνώση η αναιρεσίβλητη των παραλείψεων αυτών και τον όχλησε μέχρι την κατάθεση αυτής στις 30-3-2001 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.
Τον ισχυρισμό αυτό, που είναι παραδεκτός και νόμιμος, παρέλειψε το Εφετείο να λάβει υπόψη του και να εξετάσει και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος, κατά το σχετικό μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτων και δευτέρου λόγων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καινα παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, εν όψει του ότι είναι δυνατή η σύμθεση αυτού από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση ( άρθρο 580 παρ. 3 περ. β Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 926/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων ( 1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 -2- 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ