Legislator Case Law & Legislation
829/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court for failing to annul prior judgment on unclear objection.

Case Number 829/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had rejected an objection to property ownership as unclear. The appellant argued the objection was fully defined, while the appellate court deemed it unlawful and unsubstantiated without considering the objection raised by the appellee. The court ruled that the appellate court erred by not annulling the lower court's decision, thereby preserving it as an enforceable title when it should have been extinguished.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must annul the lower court's decision if it fails to examine a properly raised objection, as retaining the original judgment as enforceable constitutes a procedural error.

Keywords

AI generated
appellate procedure unclear objection annulment of judgment enforceable title procedural error property ownership civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 201, 202, 1797, 1923, 1925(1), and 1926 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 829 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 829/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή.

Της αναιρεσίβλητης: ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Γαρμπή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1993 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/1995 προδικαστική, 104/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3393/2004 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201, 202, 1797, 1923, 1925 παρ. 1 και 1926 του ΑΚ, είναι δυνατή η εγκατάσταση κάποιου κληρονόμου με αναβλητική ή διαλυτική αίρεση, ακόμη και αν η πλήρωση της αίρεσης ενδέχεται, κατά τη θέληση του διαθέτη, να γίνει μετά το θάνατο του διαθέτη. Σε περίπτωση εγκατάστασης με διαλυτική αίρεση ο εγκατάστατος με τη διαλυτική αίρεση λαμβάνει αμέσως την κληρονομία από το θάνατο του διαθέτη, αλλά όταν πληρωθεί, μετά το θάνατο του διαθέτη, η αίρεση, οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το κληρονομικό καταπίστευμα, να παραδώσει την κληρονομία σε εκείνον που όρισε για την περίπτωση αυτή ο διαθέτης, ο οποίος, ως εγκατάστατος υπό την αντίθετου περιεχομένου αναβλητική αίρεση, θεωρείται ως καταπιστευματοδόχος.

Όταν, όμως, ματαιωθεί η αίρεση, όταν δηλαδή καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί το γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε η εγκατάσταση ή η ανατροπή της, καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος που εγκαταστάθηκε με διαλυτική αίρεση, ενώ ματαιώνεται οριστικά η επαγωγή της κληρονομίας σ΄ εκείνον που εγκαταστάθηκε με αναβλητική αίρεση, ματαιώνεται δηλαδή η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο.

Σε περίπτωση δε που η αίρεση είναι (εξαρχής) αδύνατη, αν είναι διαλυτική δεν έχει καμιά ενέργεια και ισχύει συνεπώς η εγκατάσταση σαν να μην υπήρχε αυτή, ενώ αν είναι αναβλητική καθιστά άκυρη τη σχετική διάταξη, με αποτέλεσμα να μην ισχύει η εγκατάσταση του με αναβλητική αίρεση εγκαταστάτου, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 208 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση, εφαρμόζεται και ως προς τις διαθήκες.

Η ματαίωση της αίρεσης, όπως άλλωστε και η εξαρχής αδυναμία εκπλήρωσής της, μπορεί να οφείλεται και σε νομικούς λόγους, οι οποίοι εμποδίζουν την επέλευση του γεγονότος από το οποίο εξαρτήθηκε η εγκατάσταση ή η ανατροπή της. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 250 επ. του αγροτικού κώδικα (Β.Δ της 29-10/6-12-1949) προβλέπεται η διάθεση αδιάθετων κλήρων υπέρ δικαιουμένων αποκατάστασης κατά τις διατάξεις του εν λόγω κώδικα.

Από τη διάθεση αυτή διαφέρει η, προβλεπόμενη από το άρθρο 3 παρ. 2 και επ. του ν. 666/1977, παραχώρηση, με καταβολή τιμήματος, έκτασης που βρίσκεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή χωρίου, σε εκείνον που ανήγειρε σ΄αυτήν αυθαιρέτως, για αυτοστέγαση, μόνιμο κτίσμα σημαντικής αξίας, εφόσον αποδεικνύεται η συνεχής κατοχή της έκτασης για μια δεκαετία και η πριν από μία πενταετία από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου ανέγερση του κτίσματος.

Συνεπώς, σε περίπτωση που η διαθήκη συντάχθηκε και ο διαθέτης πέθανε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 666/1977, και με τη διαθήκη εγκαταστάθηκε κάποιος κληρονόμος σε κληρονομιαίο ακίνητο, με τη διαλυτική ή αναβλητική αίρεση της διάθεσης αδιάθετου κλήρου, (άλλου, δηλαδή, από το κληρονομιαίο ακινήτου), στο όνομα του διαθέτη, ως δικαιούμενου αποκατάστασης κατά τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα ή στο όνομα των κληρονόμων του, η πλήρωση της αίρεσης ματαιώνεται εάν απορριφθεί η σχετική προς διάθεση του αδιάθετου κλήρου αίτηση και καταστεί βέβαιο ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από ον αγροτικό κώδικα προϋποθέσεις για τη διάθεση αυτή.

Μάλιστα αν εξ αρχής ήταν αντικειμενικά βέβαιο ότι δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις, η αίρεση αυτή θεωρείται αδύνατη. Ενδεχόμενη παραχώρηση του ακινήτου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 666/1977, μετά το θάνατο του διαθέτη, δεν συνιστά πλήρωση της αίρεσης, αφού η παραχώρηση αυτή έγινε με βάση προϋποθέσεις διαφορετικές από τις απαιτούμενες για την πλήρωση τις αίρεσης.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Στις 2-9-1968 πέθανε ο πατέρας των διαδίκων .... Σ' αυτόν είχε παραχωρηθεί, με την 332/1961 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, το με αριθμό 187 οικόπεδο του ....

Για το ακίνητο αυτό, που αποτελεί και το επίδικο, εκδόθηκε στο όνομά του (μετά το θάνατό του) ο 149336/4-12-1978 οριστικός τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο), ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέων Μουδανιών. Αυτός, με την 8003/4-8-1968 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Χρήστου Τσάτσαρη, το ακίνητο αυτό, στο οποίο υπήρχε κτίσμα ("μαγαζείον"), το άφησε κατά ψιλή κυριότητα στις διαδίκους θυγατέρες του, κατά το 1/2 σε καθεμιά και κατ' επικαρπία στη σύζυγό του ....

Στην ίδια διαθήκη διέλαβε, κατά λέξη, και τα εξής: "Εάν όμως κερδιθεί η οικία ένθα διαμένω σήμερον εν ... και ήτις υπόθεσις ευρίσκεται εις τα δικαστήρια τότε ολόκληρον το οικόπεδόν μου μετά του μαγαζείου θα περιέλθει στη θυγατέρα μου.... (εναγομένη), η δε οικία εις ην διαμένω θα περιέλθει εις την σύζυγόν μου ...

και την θυγατέρα μου ... μετά του οικοπέδου και των παραρτημάτων". Η τελευταία αυτή διάταξη της διαθήκης αφορά ένα δεύτερο ακίνητο, ήτοι το υπ' αριθμ. 406 οικόπεδο, το οποίο ο διαθέτης κατείχε, διαμένοντας στην οικία που υπήρχε σε αυτό και το οποίο προσδοκούσε να του παραχωρηθεί, ως διαθέσιμο κατεχόμενο, κατά τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα, χωρίς τούτο να έχει συμβεί έως το θάνατό του (4-8-1968), διότι απορρίπτονταν από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής οι έως τότε αιτήσεις του, με την αιτιολογία ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν είναι διαθέσιμο, διότι κατά τη διανομή παραχωρήθηκε στο Δημόσιο για ανέγερση ιατρείου και ότι εκείνος (διαθέτης - αιτών) είχε λάβει, κατά την αυτή διανομή του 1950, άλλο οικόπεδο, το επίδικο υπ' αριθμ. 187 του 27ου Ο.Τ, που διέθεσε με τη διαθήκη του κατά ψιλή κυριότητα στις δύο θυγατέρες του.

Με τη διάταξη αυτή, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος του διαθέτη, στο 1/2 και κατά ψιλή κυριότητα του επίδικου υπ' αριθμ. 187 ακινήτου, με τη διαλυτική αίρεση της παραχώρησης του άλλου ακινήτου που προσδοκούσε ο διαθέτης να του παραχωρηθεί. Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή, του 1/2, κατά ψιλή κυριότητα, του εν λόγω ακινήτου, με την 616229/6-4-1979 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καραμάνου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ με το 26789/25-6-1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μουδανιών Ιωάννη Τσάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα της παραιτήθηκε υπέρ αυτής (άρθρο 1169 ΑΚ)από την επικαρπία του μεριδίου που είχε περιέλθει σε αυτήν (την ενάγουσα), η οποία έτσι έγινε πλήρης κυρία του μεριδίου αυτού.

Οι διάδικες και η μητέρα τους, χήρα του διαθέτη, ανακίνησαν, μετά το θάνατό του, το θέμα της παραχώρησης του άλλου αυτού ακινήτου (του υπ' αριθμ 406 τεμαχίου), ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, κατ' επανάληψη, πλην απορρίφθηκε το αίτημά τους να παραχωρηθεί αυτό, ως διαθέσιμο κατεχόμενο από το διαθέτη και ακολούθως από αυτές, ως κληρονόμους εκείνου, με την αιτιολογία ότι αφενός τούτο δεν αποτελεί διαθέσιμο τεμάχιο της διανομής, αλλά διατεθέν για κοινωφελείς σκοπούς και αφετέρου ότι ο αρχικός κληρούχος, πατέρας των διαδίκων, έλαβε κλήρο αποκαταστάσεως ακτήμονος, δηλαδή το υπ' αριθμ. 187 τεμάχιο που του παραχωρήθηκε, το οποίο με την ανωτέρω διαθήκη κατέλειπε σε αυτές, κατά ψιλή κυριότητα, κατά το 1/2 στην καθεμιά, και κατ' επικαρπία στη σύζυγό του και μητέρα τους ....

Τελικά το υπ' αριθμ. 406 οικόπεδο, μετά από νεότερη αίτηση των δύο διαδίκων, θυγατέρων του διαθέτη και της χήρας εκείνου και μητέρας τους, παραχωρήθηκε σε αυτές, κατά το 1/3 σε καθεμιά, με την 3160/1981 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, έναντι τιμήματος 4.900.000 δραχμών, για την παραχώρηση δε αυτή εκδόθηκε ο 19367/5-3-1987 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Χαλκιδικής, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα την 14-5-1987.

Η παραχώρηση αυτή έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν 666/1977, διότι δηλαδή είχε αυθαιρέτως ανεγερθεί σε αυτό κτίσμα προς αυτοστέγαση και ενόψει του ότι δεν διατέθηκε οριστικά για τον κοινωφελή σκοπό που αρχικά είχε διατεθεί από την επιτροπή διανομών. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, η απόκτηση του ακινήτου αυτού(δηλαδή του υπ' αριθμ 406 οικοπέδου) από τις διαδίκους και τη μητέρα τους έγινε εξ ιδίου δικαίου (παραχώρηση στις ίδιες με αντάλλαγμα) και άρα η ρύθμιση της διάθεσης αυτού με την άνω δημόσια διαθήκη του διαθέτη δεν είναι, ενόψει και του προμνησθέντος τίτλου συγκυριότητας, έγκυρη, καθότι τούτο κατά το χρόνο του θανάτου εκείνου (διαθέτη) δεν ήταν στοιχείο της κληρονομίας του και ούτε το εκ της αυθαιρέτου από εκείνον κατοχής τούτου γεννηθέν δικαίωμα προσδοκίας του ικανοποιήθηκε από τη Διοίκηση, δηλαδή δεν του παραχωρήθηκε, έστω και κατά νομή, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως κληρονομητό στοιχείο της περιουσίας αυτού.

Συνεπώς, λόγω της μη έγκυρης δυνατότητας διαθέσεως τούτου από τον άνω διαθέτη, η διαλυτική αίρεση της μνημονευόμενης ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, εκ της πληρώσεως ή μη της οποίας εκείνος εξάρτησε και την δια της διαθήκης αυτής διάθεση, ματαιώθηκε οριστικά, άλλως ατόνησε, εξαιτίας των ανωτέρω γεγονότων (της μη αποκτήσεως επ' αυτού κληρονομητού δικαιώματος από τον ίδιο και της αποκτήσεως του από τους διαδίκους, εξ ιδίου αυτών δικαίου) την 14-5-1987.

Επισημαίνεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κρίσιμο περιστατικό στην παρούσα δίκη είναι το γεγονός αν η αίρεση πληρώθηκε ή όχι και ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι η αίρεση ατόνησε (ματαιώθηκε), τόσο η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), όσο και η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο, αποδέχθηκε την κληρονομία του 1/2 , κατά ψιλή κυριότητα του υπ' αριθμ. 187 ακινήτου, με την 871/13-4-1988 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστησαν οριστικά συγκληρονόμοι και, μετά τις ανωτέρω μεταγραφές των δηλώσεων αποδοχής, συγκυρίες του επίδικου υπ' αριθμ 187 οικοπέδου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε σχέση με το κρίσιμα ζητήματα α) της εγκατάστασης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) στο επίδικο υπ' αριθμ. 187 ακίνητο, ως κληρονόμου του διαθέτη στο 1/2 κατά ψιλή κυριότητα αυτού, με τη διαλυτική αίρεση, με την αίρεση δηλαδή από την οποία εξαρτήθηκε η ανατροπή της εγκατάστασης αυτής, της τελικής ικανοποίησης της εκκρεμούς, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, αίτησης διάθεσης στο διαθέτη, ως δικαιούχο αποκατάστασης, ενός άλλου ακινήτου, του υπ' αριθμ. 406, κατά τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα και β) της οριστικής ματαίωσης της πλήρωσης της αίρεσης αυτής, με την οριστική απόρριψη των αιτήσεων διάθεσης του τελευταίου ακινήτου (του υπ' αριθμ. 406), ως αδιαθέτου σε δικαιούμενο αποκατάστασης, κατά τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα, αφού δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από αυτές προϋποθέσεις για τη διάθεσή του, με το να καταστεί δηλαδή βέβαιο ότι δεν μπορεί να συμβεί το γεγονός, από την επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε η ανατροπή της εγκατάστασης της αναιρεσίβλητης στο 1/2 κατά ψιλή κυριότητα του υπ' αριθ. 187 ακινήτου και η οριστική αντίθετα εγκατάσταση, κατά ψιλή κυριότητα, της αναιρεσείουσας, στο ακίνητο αυτό, με την αντίθετου περιεχομένου (ως προς το ποσοστό που με διαλυτική αίρεση καταλείφθηκε στην αναιρεσίβλητη) αναβλητική αίρεση.

Αντίφαση προς την παραδοχή ότι ματαιώθηκε η αίρεση δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι τελικά το υπ' αριθμ. 406 ακίνητο παραχωρήθηκε στις διαδίκους και τη μητέρα τους , ως κληρονόμους του διαθέτη, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η παραχώρηση αυτή δε συνιστά πλήρωση της αίρεσης, διότι έγινε όχι σε δικαιούμενο αποκατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα, με βάση τις οποίες είχε ζητηθεί από το διαθέτη η διάθεσή του, αλλά, σε δικαιούμενο εξαγοράς, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 του, μεταγενέστερου και από το θάνατο του διαθέτη, ν. 666/1977, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες του αγροτικού κώδικα, από εκείνες δηλαδή από της οποίες εξαρτήθηκε η ανατροπή της εγκατάστασης της αναιρεσίβλητης και αντίστοιχα η οριστική εγκατάσταση της αναιρεσείουσας στο υπ' αριθμ. 187 ακίνητο.

Τέλος, αντίφαση ή ασάφεια δε δημιουργεί ούτε η περαιτέρω παραδοχή, ότι η ρύθμιση από το διαθέτη της διάθεσης με τη δημόσια διαθήκη του, του υπ' αριθμ. 406 ακινήτου, που τελικά "εξ ιδίου δικαίου" παραχωρήθηκε στις διαδίκους και τη χήρα του διαθέτη, δεν ήταν έγκυρη, αφού την μη εγκυρότητα αυτής το Εφετείο τη συνδέει προς την υπό αίρεση διάθεση του τελευταίου αυτού ακινήτου και όχι με την αίρεση από την οποία είχε εξαρτηθεί η ανατροπή της περιέλευσης του επίδικου υπ' αριθμ. 187 ακινήτου στην αναιρεσίβλητη και της περιέλευσης αντίστοιχα αυτού στην αναιρεσείουσα, τη συνδέει δηλαδή, με στοιχείο που δε στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Εξάλλου, η παραδοχή αυτή του Εφετείου, όσον αφορά το επίδικο υπ' αριθμ. 187 ακίνητο, μόνο ως αδυναμία εκπλήρωσης της αίρεσης από την οποία εξαρτήθηκε η οριστική εγκατάσταση στο ακίνητο αυτό μπορεί να εκληφθεί, με συνέπεια να μην έχει, τουλάχιστον από το θάνατο του διαθέτη, καμιά ενέργεια η αίρεση αυτή και έτσι να επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα με την ματαίωση της αίρεσης, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και έτσι εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 202 του ΑΚ.

Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 207 και 1797 έως 1798 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση , αφού ως προς τα ζητήματα που έκρινε το Εφετείο δεν είχαν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις αυτές, οι οποίες και δεν εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, από τα προεκτιθέμενα, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε πραγματική, από νομικούς λόγους, ματαίωση της αίρεσης με την οποία εγκαταστάθηκε η αναιρεσίβλητη και δεν δέχτηκε πλασματική πλήρωση ή ματαίωση της αίρεσης αυτής, ώστε να τίθεται ζήτημα ελέγχου της ορθής ή όχι εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 207 του ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό.

Η παραμόρφωση μπορεί να λάβει χώρα και με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο χωρίς να λάβει αυτές υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι για να καταλήξει στην κρίση του ότι ματαιώθηκε η αίρεση από την οποία είχε με τη διαθήκη του πατέρα των διαδίκων εξαρτηθεί η ανατροπή της εγκατάστασης της αναιρεσίβλητης στο υπ' αριθμ. 187 ακίνητο και η εγκατάσταση αντίστοιχα σε αυτό της αναιρεσείουσας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο τα 3160/1981 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, με το να παραλείψει κρίσιμες αναφορές, περιεχόμενες στην απόφαση αυτή, ότι στο υπ' αριθμ 406 ακίνητο που παραχωρήθηκε στις διαδίκους και στη μητέρα τους υπήρχε οικία από το έτος 1925, στην οποία κατοικούσε ο διαθέτης και στέγαζε το ιατρείο του και με το να δεχτεί ότι ανήγειραν αυτές κτίσμα στο εν λόγω ακίνητο και όχι, όπως αναγράφεται σε αυτό, ο πατέρας τους.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προβαίνει ο Άρειος Πάγος, την κρίση του ότι ματαιώθηκε η αίρεση που είχε τεθεί στη διαθήκη, της παραχώρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα, του υπ' αριθμ 406 αδιάθετου ακινήτου, για την οποία είχε υποβληθεί αίτηση του διαθέτη πριν από τη σύνταξη της διαθήκης, στήριξε το Εφετείο στην με προγενέστερες αποφάσεις οριστική απόρριψη των σχετικών με την παραχώρηση αυτή αιτήσεων, διότι το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν διαθέσιμο και διότι ο διαθέτης είχε ήδη αποκατασταθεί και δεν ήταν δικαιούχος αποκατάστασης, όπως απαιτούν οι διατάξεις του αγροτικού κώδικα, καθώς και στο γεγονός ότι η παραχώρηση του εν λόγω ακινήτου έγινε αργότερα , μετά από αίτηση των διαδίκων και της μητέρας τους, σε αυτές, όχι με βάση τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα, όπως είχε ζητηθεί από το διαθέτη, αλλά με βάση τις διατάξεις του, μεταγενέστερου και από το θάνατο του διαθέτη, ν. 666/1977, οι οποίες προέβλεπαν άλλες από τον αγροτικό κώδικα προϋποθέσεις παραχώρησης και σε μη δικαιούμενο αποκατάστασης αδιάθετου οικοπέδου, στο οποίο αυθαιρέτως είχε ανεγερθεί κτίσμα προς αυτοστέγαση, εφόσον αποδεικνύεται η συνεχής κατοχή του ακινήτου επί δεκαετία και η πριν από μία πενταετία πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ανέγερση του κτίσματος "εν τω προσώπω του αυθαιρέτου κατόχου και του τυχόν καθολικού ή ειδικού διαδόχου αυτού".

Συνεπώς, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η παραχώρηση του υπ' αριθμ. 406 ακινήτου έγινε στις διαδίκους και τη μητέρα τους "εξ ιδίου δικαίου", η παράλειψη μνείας σε αυτήν, ότι το κτίσμα υπήρχε από το 1925 και η παραδοχή ότι αυτές ανήγειραν κτίσμα στο εν λόγω ακίνητο και όχι, όπως αναγράφεται στο εν λόγω έγγραφο, ο διαθέτης, ο οποίος πάντως φέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αυθαίρετος κάτοχός του, δεν επέδρασε στο κρίσιμο συμπέρασμα του Εφετείου, ότι με την εν λόγω παραχώρηση δεν πληρώθηκε η αίρεση που είχε τεθεί στη διαθήκη.

Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε μόνη την παραδοχή ότι η παραχώρηση του υπ' αριθμ. 406 οικοπέδου έγινε μετά από αίτηση των διαδίκων και της μητέρας τους, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 666/1977, που προβλέπουν εξαγορά ακινήτου στο οποίο αυθαιρέτως έχει ανεγερθεί κτίσμα προς αυτοστέγαση και όχι, όπως είχε ζητηθεί από το διαθέτη , με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, που προβλέπουν διάθεση αδιάθετου ακινήτου σε δικαιούχο αποκατάστασης, έγινε δηλαδή με τη συνδρομή προϋποθέσεων διαφορετικών από εκείνες που έπρεπε να συντρέχουν για την πλήρωση της αίρεσης.

Επομένως, εφόσον η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραμόρφωση του περιεχομένου της 3160/1981 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής δεν επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1041,1042, 1193, 1195, 1198, 1199, 1846, 1923, 1925 και 1935 του ΑΚ, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτείται νομή από αυτόν του ακινήτου με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία.

Νόμιμο τίτλο αποτελεί και η κληρονομία, υπό την προϋπόθεση ότι έγινε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας ή του κληρονομητηρίου. Η μεταγραφή αυτή ενεργεί αναδρομικώς στο χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση και προθεσμία και συνεπώς εάν με διαθήκη ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κάποιον ως κληρονόμο του με διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πλήρωσης της οποίας όρισε ότι η κληρονομία θα περιέλθει σε άλλον, ο οποίος έτσι ως εγκατάστατος υπό αντίθετου περιεχομένου αναβλητική αίρεση, θεωρείται καταπιστευματοδόχος, η επαγωγή της κληρονομίας στον τελευταίο επέρχεται, εφόσον πληρωθεί η σχετική αίρεση, κατά το χρόνο της πλήρωσής της και όχι κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, από το χρόνο δε της επαγωγής αυτής ενεργεί αναδρομικώς η αποδοχή της κληρονομίας από τον καταπιστευματοδόχο (κληρονόμο με αναβλητική αίρεση), αφότου και όχι από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, υπάρχει νόμιμος τίτλος στο όνομά του προς απόκτηση κυριότητας με τακτική χρησικτησία από αυτόν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προβαίνει ο Άρειος Πάγος, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση απόκτησης από αυτήν κυριότητας με τακτική χρησικτησία, στο επίδικο ακίνητο, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της εναντίον της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που για τη θεμελίωσή της η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι στο διεκδικούμενο από την αναιρεσίβλητη 1/2 αδιαιρέτως του υπ' αριθμ. 187 οικοπέδου της οριστικής διανομής ακινήτων των...

με διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμο του την αναιρεσίβλητη, με τη διαλυτική αίρεση της επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης παραχώρησης σε αυτόν ή τους κληρονόμους του ενός άλλου ακινήτου, του υπ' αριθμ. 406 οικοπέδου, στο οποίο αυτός είχε ανεγείρει κτίσμα, μετά την οποία το εν λόγω ποσοστό θα περιερχόταν σ' αυτήν (την αναιρεσείουσα), η οποία έτσι ορίσθηκε ως κληρονόμος στο εν λόγω ποσοστό με αναβλητική αίρεση, η οποία πληρώθηκε με την τελική παραχώρηση στις κληρονόμους του διαθέτη του υπ' αριθμ 406 οικοπέδου και την έκδοση του 19367/5-3-1987 τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) της Διεύθυνσης Γεωργίας Χαλκιδική, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα την 14-5-1987 και ότι αυτή, με τίτλο την κληρονομική αυτή διαδοχή, νεμήθηκε το εν λόγω ποσοστό ακινήτου με καλή πίστη και με διάνοια κυρίας για περισσότερο από δέκα χρόνια.

Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, διότι, με επάλληλη αιτιολογία, έκρινε ότι από την τελευταία αυτή ημερομηνία, (14-5-1987), κατά την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περιήλθε το υπ' αριθμ. 406 ακίνητο στους κληρονόμους του διαθέτη και πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση με την οποία είχε η αναιρεσείουσα εγκατασταθεί και στο επίδικο ποσοστό του κληρονομιαίου υπ' αριθμ. 187 ακινήτου, αφότου δηλαδή έγινε σε αυτήν (ως καταπιστευματοδόχο) η επαγωγή της κληρονομίας του μεριδίου αυτού και αφότου υπάρχει νόμιμος τίτλος στο πρόσωπό της, μετά την μεταγραφή της αποδοχής εκ μέρους της του κληρονομικού αυτού μεριδίου, η οποία ανατρέχει στον εν λόγω χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης και όχι στο χρόνο του θανάτου του διαθέτη, δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη για την τακτική χρησικτησία δεκαετία, έως την 19-4-1994, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία του, που επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1199 του ΑΚ. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (του άρθρου 1199 του ΑΚ), με το να δεχτεί ότι ο νόμιμος τίτλος προς τακτική χρησικτησία δεν ανατρέχει αναδρομικά, μετά την μεταγενέστερη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας, στο χρόνο θανάτου του διαθέτη, αλλά στον ανωτέρω χρόνο πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης με την οποία είχε αυτή εγκατασταθεί.

Κατά το μέρος, εξάλλου, που με αυτόν η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η εν λόγω ουσιαστική διάταξη με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο νόμιμος τίτλος της αναιρεσείουσας υπάρχει μόνο από το χρόνο (έτος 1993) της μεταγραφής της αποδοχής εκ μέρους αυτής της κληρονομίας, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκώς στηρίζεται στην ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία.

Τέλος, από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με άλλη επάλληλη αιτιολογία, δέχτηκε ότι από τις αποδείξεις αποδείχθηκε, σε σχέση με το ζήτημα της άσκησης πράξεων φυσικής εξουσίασης στο επίδικο από την αναιρεσείουσα, με διάνοια κυρίου, ως προς το οποίο είχε ταχθεί πρωτοδίκως απόδειξη, ότι δεν αποδείχθηκε η αποκλειστικά στο όνομα και για λογαριασμό της άσκηση τέτοιων πράξεων νομής από την αναιρεσείουσα, όπως είχε δεχτεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η παραδοχή δε αυτή επαρκώς στηρίζει την απόρριψη της ένστασης απόκτησης κυριότητας στο επίδικο από την αναιρεσείουσα και με τακτική χρησικτησία, η οποία είχε και πρωτοδίκως απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ανεξάρτητα από την παραδοχή για το χρόνο της απόκτησης του αναγκαίου προς τούτο τίτλου.

Επομένως ο ίδιος λόγος (ο τρίτος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη (του άρθρου 1199) ΑΚ, με το να δεχτεί χρόνο απόκτησης του προς χρησικτησία τίτλου, μετά τη μεταγραφή της σχετικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, όχι το έτος 1981, που αυτή είχε επικαλεσθεί ως χρόνο πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης με την οποία είχε εγκατασταθεί στο επίδικο ποσοστό του κληρονομιαίου ακινήτου, αλλά μεταγενέστερο από αυτόν χρόνο.- Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 περ.

β΄ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από της διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτού ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος όμως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε νόμιμο το σχετικό ισχυρισμό, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν προς στήριξή του, ακολούθως όμως, κρίνοντας κατ΄ ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό, τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δέχτηκε ότι δεν αποδεικνύεται η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών στα οποία αυτός στηρίζεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 (περ. β΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλέστηκε προς στήριξη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει το επίδικο ποσοστό ακινήτου, που έχει προβάλει προς απόκρουση της αγωγής της τελευταίας.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, τόσο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και το Εφετείο, έκριναν, με βάση όλα τα περιστατικά που προβλήθηκαν, νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει το επίδικο ποσοστό ακινήτου, πλην όμως την απέρριψαν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συγκεκριμένα το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, όχι διότι έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση δεν ήταν νόμιμη, αλλά διότι έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική της βασιμότητα και ειδικότερα, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν αποδεικνύεται ότι "έγιναν όσα επικαλείται" η εναγομένη (αναιρεσείουσα) προς στήριξη αυτής.

Συνεπώς το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που στήριζαν την εν λόγω ένσταση, αλλά έκρινε ότι αυτά δεν αποδεικνύονται και ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.- Επειδή, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.

΄Ετσι, εάν ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη κάποια ένστασή του, το Εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης και εάν την κρίνει νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενου με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και εάν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης.

Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο από το εδάφιο α΄ της τελευταίας αυτής διάταξης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Σε αντίθετη λύση δεν οδηγεί μόνο το γεγονός ότι εάν η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική δε δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο για τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, διότι κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται όχι μόνο στις καταχρηστικές ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, αλλά και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, ως ένσταση δε που δεν προτάθηκε θεωρείται και εκείνη που απορρίφθηκε ως αόριστη.

Η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση απόφασης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα, και συνεπώς απόφασης με δυσμενέστερο γι' αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλήτος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε μόνο δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, με την 104/2003 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δέχθηκε ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν τη διεκδικητική της κυριότητας ποσοστού ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφού, εκτός των άλλων, απέρριψε ως αόριστη ένσταση απόκτησης από την ίδια κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, στο διεκδικούμενο ποσοστό ακινήτου, την οποία είχε προβάλει, ως εναγομένη, προς άμυνα κατά της αγωγής, η αναιρεσείουσα.

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η τελευταία παραπονέθηκε για την απόρριψη της εν λόγω ένστασής της ως αόριστης, ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν πλήρως ορισμένη. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης, κρίνοντας ότι η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, με επάλληλη δε αιτιολογία ότι αυτή είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, παρότι μάλιστα δεν είχε ασκηθεί από την εφεσίβλητη έφεση ή αντέφεση, με την οποία αυτή, υπό την επίκληση έννομου συμφέροντος, να παραπονείται για την απόρριψη ως αόριστης και όχι ως μη νόμιμης ή ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης αυτής.

Έτσι όμως το Εφετείο ερεύνησε ζήτημα που δεν είχε αχθεί ενώπιόν του, έλαβε δηλαδή υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και ναι μεν με την απόρριψη της ένστασης αυτής ως μη νόμιμης, αλλά και ως ουσιαστικά αβάσιμης, δε δημιουργείται δυσμενέστερο δεδικασμένο, αφού και η μη προβολή και συνεπώς και η αόριστη (όπως είχε δεχτεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) προβολή της ένστασης αυτής καλύπτεται, όπως και η ως μη νόμιμης ή ως κατ' ουσίαν αβάσιμης απόρριψή της, από το δεδικασμένο της απόφασης που δέχτηκε την αγωγή, πλην όμως το ότι το Εφετείο δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όπως θα έπρεπε να είχε πράξει, εάν, ερευνώντας και κρίνοντας βάσιμο μόνο το παράπονο που είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, δεχόταν ορισμένη την ένσταση, είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί η απόφαση αυτή ως εκτελεστός τίτλος και να μη εκδοθεί νέος εκτελεστός τίτλος, όπως θα συνέβαινε εάν εξαφανιζόταν η εκκαλούμενη απόφαση.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3393/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ