Supreme Court dismisses appeals in labor dispute, ruling evidence cited without specific dates is admissible if identity is clear.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by an anonymous company and an individual against a labor court judgment. The appellants argued that the appellate court erred by considering wage evidence without explicitly citing its date or protocol number. The court rejected this claim, noting that the lower court had already referenced a detailed payment statement covering the disputed period in its reasoning. Consequently, the court held that the lack of specific metadata in the appeal did not invalidate the evidence, as the document's identity was clear and it was properly submitted.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, Art. 562, Art. 573 § 1, Art. 176, Art. 183, Art. 189 § 1, Art. 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; Evidence cited without specific date or protocol number is admissible if the document's identity is clear and it was lawfully submitted, provided it was not proven otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 828/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Nικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ό.-Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ...., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άρη Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β) Της αναιρεσείουσας: Ό.-Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ...., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άρη Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2015 αγωγή της ήδη Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1806/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6667/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η Α αναιρεσείουσα με την από 10-2-2020 αίτησή της και η Β αναιρεσείουσα με την από 21-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της Α) αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, της Β) αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 10.2.2020 (αριθμ. καταθ. 1386/129/10.2.2020 αριθμ. πιν. 43) και από 21.3.2020 (αριθμ. καταθ.3205/380/12.6.2020, αριθμ. πιν. 44), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 6667/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με τις υπό κρίση από 10.2.2020 και από 21.3.2020 αιτήσεις αναίρεσης της εναγομένης και της ενάγουσας, αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6667/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 7.11.2018 και με αριθμό κατάθ. 104845/7353/2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας Ό. - Θ.
Τ. και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1806/24.9.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 1.12.2015 και με αριθμό εκθ. καταθ. 111819/4024/8.12.2015 αγωγή. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3), απορριπτομένων των ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου Ό. - Θ.
Τ. περί απαραδέκτου της ασκήσεως αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, οι οποίοι περιέχονται στις προτάσεις της, καθ' όσον δεν έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1957/2009).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης σύμβασης εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ' αυτόν παροχή εργασίας (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής.
Κατ' ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.
Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 788/2020, 117/2017, 114/2017, 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ145/2019, 836/2019, 949/2019, 680/2017, 114/2017, 940/2015, 2094/2014).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (ΑΠ 1114/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." στα πλαίσια λειτουργίας της προσέλαβε την ενάγουσα Ό. - Θ. Τ. την 1.2.1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου (γραμματέας) στα γραφεία της έδρας της, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή) και 8 ώρες ημερησίως (από ώρα 09:00π.μ.
μέχρι ώρα 17:00), έναντι μηνιαίου μισθού το ύψος του οποίου από το Νοέμβριο του έτους 2008 ανερχόταν στο ποσό των 1.919,67 ευρώ, ήτοι κατά πολύ ψηλότερες των κατώτατων νομίμων (προβλεπομένων από τις οικείες ΣΣΕ) μηνιαίων αποδοχών.... Καθ' όλα τα έτη της λειτουργίας της και μέχρι το έτος 2010, η εναγομένη εμφάνισε αξιόλογη πορεία στο χώρο δραστηριοποίησής της και ήταν πάντοτε συνεπής στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της.
Από το έτος 2010, εμφανισθείσης της γνωστής εθνικής δημοσιονομικής κρίσης, άρχισε να παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα ρευστότητας, εξ αιτίας των οποίων η καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού της εναγομένης να γίνεται με καθυστέρηση και έναντι καταβολών... Ωστόσο, λόγω των ως άνω οικονομικών προβλημάτων της τελευταίας, η εναγομένη από το έτος 2013 άρχισε να καταβάλλει καθυστερημένα και τμηματικά τις δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας, προβαίνοντας σε έναντι καταβολές, όπως άλλωστε έπραττε και σε σχέση με το υπόλοιπο προσωπικό της επιχείρησής της, ενώ από μήνα Ιούνιο του έτους 2014, διέκοψε την καταβολή της τρέχουσας μισθοδοσίας της.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, η εναγομένη να οφείλει κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015 στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.6.2014 μέχρι 14.8.2015 το συνολικό ποσό των 31487,75 €, αναλυόμενο ως εξής: α) Για μηνιαίους δεδουλευμένους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 1.6.2014 μέχρι και 14.8.2015, το συνολικό ποσό των 27666,42 € (..), β) για αποδοχές αδείας έτους 2014, το ποσό των 1.910,67 €, γ) για επίδομα αδείας έτους 2014 το ποσό των 955,33 € (1.910,67 €/2) και δ) για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2015, το ποσό των 1034,92 €, πλην όμως ζητεί μόνο ποσό 955,33 €.
Από το ως άνω ποσό, η εναγομένη κατέβαλε εντός της ως άνω κρίσιμης περιόδου ποσό 31487,75 ευρώ ήτοι από 5.6.2014 έως 13.8.2015 με τμηματικές καταβολές καθώς και ποσά 145,00 € στις 18.9.2015, 1000,00 € στις 16.4.2016, 943,63 € στις 28.4.2016, ήτοι εκτός της ως άνω περιόδου, πάντως προς εξόφληση των ως άνω απαιτήσεων της ενάγουσας. Ήτοι το ποσό που οφειλόταν στην ενάγουσα μετά τις ως άνω εντός της ένδικης περιόδου (1.6.2014 - 14.8.2015) καταβολές της εναγομένης ανερχόταν σε 11915,03 € (27666,42 € - 15751,39 €) για μηνιαίους δεδουλευμένους μισθούς, 1.910,67 € για αποδοχές αδείας έτους 2014, 955,33 € για επίδομα αδείας έτους 2014 και 955,33 € για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2015 (ως μόνο αιτούμενο κατά τα ανωτέρω), και συνολικά ποσό ύψους 15736,36 € (11915,03 € + 955,33 € + 955,33 € + 910,67 €).
Η ενάγουσα, κατ' επανάληψη όχλησε προφορικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ε. Θ., όπως και άλλοι υπάλληλοι, ζητώντας την καταβολή των υπολοίπων δεδουλευμένων της. Πλην όμως η εναγομένη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, επικαλούνταν πραγματική οικονομική αδυναμία να τα καταβάλει. Λόγω αυτής της καταστάσεως συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η ενάγουσα να παρέχει τις υπηρεσίες της μέχρι τις 14.8.2015, και κατόπιν να λάβει άδεια άνευ αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 14.8.2015 μέχρι 6.10.2015, ώστε κατά το διάστημα αυτό η εναγόμενη να προετοιμάσει και να υποβάλει στην ενάγουσα συγκεκριμένη οικονομική πρόταση για την αποπληρωμή των οφειλομένων.
Εν τω μεταξύ στις 18.9.2015 η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα άλλα 145,00 € του ως άνω ιδίου διαστήματος, φθάνοντας στο ποσό των 15896,39 € (15751,39 € + 145 €) και μειώνοντας αντίστοιχα το οφειλόμενο των μισθών χωρίς τα ως άνω επιδόματα στα 11770,03 € (27666,42 € - 15896,39 €). Μετά τη λήξη της άδειας άνευ αποδοχών, στις 7.10.2015, η ενάγουσα εμφανίσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης προκειμένου να αναλάβει εργασία.
Παράλληλα, την ίδια ημέρα (7.10.2015) ανακοίνωσε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ε. Θ. ότι κυοφορεί και αξίωσε να της καταβληθούν οι υπόλοιπες οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της, του ως άνω διαστήματος. Η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της δήλωσε προς την ενάγουσα την αδυναμία της επιχείρησης να της καταβάλει άμεσα το υπόλοιπο ποσό.
Ενόψει τούτου η ενάγουσα δήλωσε προφορικά ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας, χωρίς να προσδιορίζει τα οφειλόμενα αναλυτικά, χρονικώς και κατ' είδος προσδιορισμένα.... Σε εκτέλεση αυτής της απόφασής της, η ενάγουσα απείχε έκτοτε από την εργασία της. Σε συνέχεια των ανωτέρω, η ενάγουσα στις 25.11.2015, επέδωσε στην εναγομένη την από 19.11.2011 (προφανώς εκ παραδρομής το έτος, διότι κείται εκτός του ένδικου χρόνου των διαδραματιζόντων) και το ορθόν 19.11.2015 εξώδικη όχληση - δήλωση - διαμαρτυρία με επιφύλαξη δικαιωμάτων της (σχ.
υπ' αριθ. 9846Β/25.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Χ. Κ.). Με αυτήν, αφού αναφέρθηκε στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από 7.10.2015, μετά την επιστροφή της στην εργασία της, διότι αν και παρείχε προσηκόντως την εργασία της, η εναγομένη έπαυσε να της καταβάλλει νομίμως και προσηκόντως ολοσχερώς τις μηνιαίες αποδοχές της, προβαίνοντας εντός των δύο τελευταίων ετών σε τμηματικές καταβολές αυθαίρετων ποσών που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές προηγούμενων μηνών, και παύοντας να της καταβάλλει το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών της από τον μήνα Ιούνιο 2014 και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών αδείας έτους 2014, του επιδόματος εορτής Πάσχα 2014 και των αποδοχών και επιδόματος αδείας έτους 2015, δήλωσε ότι αποδίδει την πρακτική αυτή στην πρόθεση της εργοδότριάς της να την εξαναγκάσει σε οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία της, με δεδομένη και την κύησή της, την οποία είχε γνωστοποιήσει στις 7.10.2015 και κάλεσε την εναγομένη να ανταποκριθεί στις νόμιμες υποχρεώσεις της, χωρίς να αναφέρει ουδέν για τις ως άνω καταβολές.
Στην εξώδικη αυτή δήλωση, όντως η εναγομένη δεν απάντησε, αλλ' ούτε και ήταν υποχρεωμένη από κάποια διάταξη νόμου να απαντήσει, ούτως ώστε από τη σιωπή της δεν δύναται να εξαχθεί ερμηνεία της σιωπής της ως κατάφαση της αληθείας των περιεχομένων στην άνω δήλωση ισχυρισμών της ενάγουσας. Το ως άνω δικαίωμα της ενάγουσας ασκήθηκε στις 25.11.2015, αφού τότε - συνέτρεξαν για πρώτη φορά οι προϋποθέσεις άσκησής του (έγκυρη σύμβαση εργασίας, διαθεσιμότητά της να παράσχει κατά το χρόνο της επίσχεσης την εργασία της, ληξιπρόθεσμη και συναφή προς την παροχή εργασίας της αξίωση προς την εργοδότιδα εναγομένη και γνωστοποίησή της, έστω και χωρίς ακριβές ποσοτικό περιεχόμενο.
Σημειωτέον ότι κατά την πρώτη ημερομηνία, στις 7.10.2015, οπότε η ενάγουσα δήλωσε προφορικά ότι ασκεί το δικαίωμα δεν αποδείχθηκε ότι οι αξιώσεις της περιγράφηκαν αναλυτικά, χρονικώς και κατ' είδος προσδιορισμένα, όπως στη δεύτερη φορά. Ακόμη και ο ίδιος ο μάρτυράς της, ο οποίος ήταν τότε σύντροφός της, δεν κατέθεσε για το περιεχόμενο της συζητήσεως της ενάγουσας με τον εκπρόσωπο της εναγομένης Ε.
Θ. που έλαβε χώρα στα γραφεία της εναγομένης κατά την ως άνω ημερομηνία. Ως ανωτέρω εκτέθηκε από το έτος 2010 η εναγομένη άρχισε να παρουσιάζει ζημιογόνα αποτελέσματα, που οφείλονταν στην μείωση των δραστηριοτήτων με τις οποίες η εναγομένη απασχολούνταν λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η Χώρα μας.
Αυτή, οδήγησε την εναγομένη να δυσχεραίνεται να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στην ενάγουσα, και των εργαζομένων της και να αδυνατεί να καταβάλλει πλήρως και εμπροθέσμως τη μισθοδοσία του προσωπικού, που μέχρι τότε επί όλα τα έτη καταβαλλόταν σταθερά και εμπρόθεσμα.
Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρίας δεν επαρκούσαν για να εξυπηρετούνται προσηκόντως οι υποχρεώσεις της, ελλόχευε άμεσος και επικείμενος κίνδυνος κατάρρευσης και οριστικής παύσης της λειτουργίας αυτής. Στις αρνητικές αυτές συγκυρίες η εναγομένη επιδίωξε και επέλεξε να διατηρήσει την επιχείρησή της, επομένως, και αρκετό αριθμό θέσεων εργασίας της επιχείρησής της μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας.
Για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, κατέβαλλε, κατά το ένδικο διάστημα 1.6.2014-14.8.2015, συνεχείς προσπάθειες για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς την ενάγουσα, προβαίνοντας σε μερικές μεν καταβολές δεδουλευμένων αποδοχών ύψους ως ανωτέρω εκτέθηκε 15896,39 €, σημαντικών δε, διότι αντιστοιχούν περίπου στο 1/2 των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, της αυτής περιόδου.
Βάσει των προεκτεθέντων αποδεικνύεται ότι, η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας της καταχρηστικά, καθότι αυτό υπερέβαινε τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι αφενός η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών της, δεν οφειλόταν σε κακοβουλία και δυστροπία της εναγομένης, η οποία μέχρι και το έτος 2013 ήταν τακτική στις πληρωμές και αξιόπιστη απέναντί της, αλλά σε υπαρκτή οικονομική αδυναμία λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της και αφετέρου ότι το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών της, αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της για προσήκουσα-εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων της, αλλά, και διότι η εναγομένη είχε εκπληρώσει κατά 1/2 τις ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας του κρισίμου χρονικού διαστήματος.
Ως τέτοια δε ήταν παράνομη και δεν παρήγαγε το επιδιωχθέν αποτέλεσμα, δηλαδή δεν κατέστησε υπερήμερη την εργοδότιδα-εναγομένη. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένσταση καταχρηστικής άσκησης (άρθ. 281 ΑΚ), που προέβαλε παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη η εναγομένη, και την επαναφέρει με τον τρίτο λόγο εφέσεως στον δεύτερο βαθμό, είναι παραδεκτή, νόμω και ουσία βάσιμη και η ενάγουσα δεν δικαιούται τους αιτούμενους με την αγωγή της μισθούς υπερημερίας με το αναλογούν επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2015 από 7.10.2015 (εν προκειμένω από 25.11.2015) έως 7.6.2016 (ημερομηνία πιθανής συζήτησης της αγωγής)....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά και, ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 13.647,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, ως προς το δικαίωμα επισχέσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της έναντι της αναιρεσείουσας - εναγομένης και β) ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας για το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά από 25.11.2015 έως 7.6.2016 για μισθούς υπερημερίας και επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2015, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:
α) ότι από το έτος 2010 η αναιρεσίβλητη εταιρεία άρχισε να παρουσιάζει ζημιογόνα αποτελέσματα, τα οποία οφείλονταν στη μείωση των δραστηριοτήτων της λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η Χώρα και όχι σε δυστροπία ή υπαιτιότητα αυτής, β) ότι η γενική αυτή οικονομική κατάσταση και δυσπραγία στην οποία περιήλθε η αναιρεσίβλητη, την οδήγησε να δυσχεραίνεται να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις που είχε τόσο έναντι της αναιρεσείουσας όσο και έναντι των λοιπών εργαζομένων με συνέπεια την αδυναμία εκ μέρους της εμπρόθεσμης και πλήρους καταβολής της μισθοδοσίας, που μέχρι τότε αντιμετώπιζε με συνέπεια, γ) ότι η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε ως συνέπεια να μην επαρκούν τα ταμειακά διαθέσιμα αυτής για να εξυπηρετεί προσηκόντως τις υποχρεώσεις της και υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης και οριστικής παύσης της λειτουργίας της, δ) ότι παρά τις αρνητικές αυτές συγκυρίες που αντιμετώπιζε η αναιρεσίβλητη, σε συνάρτηση με την επίσχεση εργασίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η αναιρεσίβλητη εταιρεία επιχείρησε τη διατήρηση της βιωσιμότητάς της με τη διαφύλαξη αρκετών θέσεων εργασίας, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας, και προς τούτο, προέβη, κατά το ένδικο διάστημα ήτοι:
από 1.6.2014 έως 14.8.2015, έναντι της αναιρεσείουσας σε μερικές καταβολές ύψους 15.896,39 ευρώ, οι οποίες ήταν σημαντικές διότι αντιστοιχούσαν στο ήμισυ περίπου των ληξιπροθέσμων απαιτήσεών της. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αξίωση μισθών υπερημερίας από την αναιρεσείουσα, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της εναγομένης από τον αριθμό 1 του άρθρου559 ΚΠολΔ και οι περί του αντιθέτου σχετικοί δεύτερος και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της ενάγουσας, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης.
Ο άνω λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 179/2019, 511/2016). Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ' ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ' αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίστηκε νομίμως (ΑΠ 179/2019, 261/2018).
Εξ άλλου, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομισθεί εμπρόθεσμα, εφ' όσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (Ολ. ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις οι οποίες αφορούσαν μισθούς υπερημερίας της περιόδου από 1.6.2014 έως 14.8.2015 και των οποίων δεν είχε γίνει σαφής επίκληση.
Πλην όμως από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις αναλυτική κατάσταση πληρωμών και αποδείξεων των καταβολών που αφορούσαν το άνω χρονικό διάστημα. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν α) η αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." επί της από 10.2.2020 αιτήσεως λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου και β) η αναιρεσείουσα Ό. - Θ. Τ. επί της από 21.3.2020 αιτήσεως λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, οι οποίες κατέθεσαν και προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 386/129/2020) και από 21.3.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3205/380/2020) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6667/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 10.2.2020 αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Απορρίπτει την από 21.3.2020 αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ