Legislator Case Law & Legislation
828/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mortgage fraud where buyers lacked knowledge of the debt.

Case Number 828/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment regarding a mortgage dispute. The appellant argued that the buyers had knowledge of the debt, but the court found they lacked both actual and positive knowledge of the fraudulent intent to defraud creditors. Consequently, the appellate court did not err in applying substantive law, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939 and 941 paragraph 1 of the Civil Code; The existence of a mortgage does not imply the buyers had knowledge of the debt, nor does it prove they knew of the seller's fraudulent intent to defraud creditors.

Keywords

AI generated
mortgage fraud buyer knowledge fraudulent intent appellate review Civil Code provisions positive knowledge creditor rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 939 and 941 paragraph 1 of the Civil Code
Article 226 paragraph 4 item d of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1, 577 paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 828 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 828/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αυγουστίνο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Α., 3) Ρ. Ν. Χ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 17/12/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Ι. Από τις: α) .../07-06-2018, β) .../07-06-2018 εκθέσεις της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης, περί επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτησή της στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα, για τη δικάσιμο της 07-01-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και, γ) την .../27-09-2019 έκθεση της ίδιας Δικαστικής Επιμελήτριας, περί επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτησή της, στον πρώτο αναιρεσίβλητο για την παρούσα δικάσιμο, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ενόψει τούτων και, δοθέντος ότι δεν απαιτείτο κλήτευση των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων για την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος, νόμιμα κλητεύθηκε να παραστεί, κατά τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, στην παρούσα δικάσιμο και όλοι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την κρινομένη, αίτηση, που ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα προσβάλλει την υπ' αριθμόν 341/2014, τελεσίδικη, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και με την οποία, αφού έγιναν δεκτές οι εφέσεις των αντιδίκων της κατά της, επίσης, αντιμωλία εκδοθείσας υπ' αριθμόν 13/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 24-04-2009 αγωγή της, με αντικείμενο και αίτημα τη διάρρηξη της αναφερομένης σ' αυτή δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής, την οποία (αγωγή) είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, η ένδικη αίτηση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 138/2019).

Κατά το εδάφ. β' της ίδιας, ως άνω διατάξεως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια του κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση, του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ συνάγεται ότι, με αυτές χορηγείται στους δανειστές ένδικο βοήθημα προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των εναντίον του απαιτήσεών τους.

Στην αγωγή διάρρηξης ενάγων είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή, κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, δηλαδή εκείνος που έχει απαίτηση υφιστάμενη κατά τον ανωτέρω χρόνο, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται δηλαδή μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του, επιπλέον δε, πρέπει αυτή να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως τη συζήτηση της αγωγής.

Εξάλλου, για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης, απαιτείται: 1) να έγινε αυτή από τον οφειλέτη με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν αυτός γνωρίζει ότι, με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, 2) να υπάρχει βλάβη των δανειστών, η οποία υφίσταται, όταν η υπολειπόμενη περιουσία του οφειλέτη δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, και 3) γνώση του τρίτου (προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση), της πρόθεσης του απαλλοτριώσαντος προς βλάβη του δανειστή του, που τεκμαίρεται ότι υπάρχει, όταν ο τρίτος έχει μία από τις ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 941 παρ. 2 του ΑΚ, εφόσον όμως δεν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση της αγωγής, επιτρεπομένης ανταποδείξεως, ενώ το στοιχείο της γνώσης δεν απαιτείται σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία (δωρεά) κατά το άρθρο 942 του ΑΚ (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).

Στην περίπτωση δε, κατά την οποία ο τρίτος αποκτά απευθείας από τον οφειλέτη και με αντάλλαγμα, απαιτείται, για τη σχετική διάρρηξη, ο τρίτος να γνώριζε θετικώς ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 941 §1 ΑΚ). Ο τρίτος δηλαδή πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια αυτού.

Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη του δεν βλάπτει (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1092/2013, ΑΠ 1798/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι διάδικοι στις 26-12-1976 τέλεσαν νόμιμο γάμο στην ... του Ν. Δράμας, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Ι. και τον Ά., που γεννήθηκαν τα έτη 1977 και 1980 αντίστοιχα.

Ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει τον υπ' αρ. ...22-3-1991 συμβολαίου πώλησης της συμ/φου Ξάνθης Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε, αντί τιμήματος 3.500.000 δραχμών, ένα αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλεως, το οποίο βρίσκεται στην αγροτική περιοχή ... του Ν. Ξάνθης, συνολικής έκτασης 2.890,47 τ.μ. Στην συνέχεια, δυνάμει της υπ' αρ.

Ξα2/1992 οικοδομικής άδειας, οι σύζυγοι από κοινού ανήγειραν στο παραπάνω ακίνητο διώροφη οικοδομή συνολικής επιφάνειας 408,90 τ.μ., αποτελούμενη από ισόγειο όροφο έκτασης 274,05 τ.μ. και πρώτο όροφο ίσης επιφάνειας. Τμήμα τον ακινήτου αυτού, του πρώτου ορόφου, διαμόρφωσαν σε οικία στην οποία κατοικούσαν από το έτος 1994 και έκτοτε αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη.

Το υπόλοιπο κτίσμα χρησιμοποιούσε ο πρώτος εναγόμενος ως επαγγελματική του στέγη για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Στην συνέχεια και μέχρι το 2002 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων και από τον Ιούλιο του έτους 2002, αν και κατοικούσαν στην ίδια στέγη, στην πραγματικότητα τελούσαν σε διάσταση.

Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την από 5-9-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/6-9-2005 αγωγή με την οποία ζήτησε τη λύση του γάμου της με τον πρώτο εναγόμενο επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που απήγγειλε τη λύση του γάμου τους λόγω της συμπλήρωσης συνεχούς τετραετούς διάστασης (άρθρ. 1439 παρ. 3 ΑΚ).

Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 10-3-09, με την παραίτηση των διαδίκων από την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής. Συγχρόνως με την άσκηση της αγωγής διαζυγίου, η ενάγουσα, την 15-9-05 ενέγραψε στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Ξάνθης σε βάρος του παραπάνω ακινήτου του πρώτου εναγομένου υποθήκη για το ποσό των 50.000 ευρώ, ως ασφάλεια των αξιώσεών της από την συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1262, 1400 και 1402 ΑΚ.

Το ποσό αυτό αποτελούσε το ελάχιστο δυνατό για την εξασφάλιση της απαίτησής της έναντι του πρώτου εναγομένου από την συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε παραίτηση για το επιπλέον της αξίωσης της δικής της συμμετοχής, όπως ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν την σχετική ένσταση με λόγο έφεσης.

Επιπλέον, αναφορικά με τον ισχυρισμό τους περί παραίτησης της ενάγουσας από την αξίωσή της για συμμετοχή στα αποκτήματα, σημειώνεται ότι η σχετική αξίωση συνιστά κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς είναι άκυρη η συμφωνία κατά τη διάρκεια του γάμου παραίτησης από αυτή, ούτε και προβάλλεται από τους εναγόμενους ότι έλαβε χώρα τέτοιου είδους συμφωνία στο πλαίσιο συμβατικού διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων, ενόψει επικείμενης λύσης του γάμου, οπότε η συμφωνία αυτή θα ήταν έγκυρη και θα τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου...

Το ακίνητο αυτό, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του υπ' αρ. ...-6-2008 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Β. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πώλησης και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, Ε. Α. και Ρ. Ν. Χ., αντί δηλωθείσας στο συμβόλαιο αξίας, 200.000 ευρώ, πραγματικού όμως τιμήματος 300.000 ευρώ.

Το τίμημα αυτό κατεβλήθη στον πωλητή, μετά από δανειοδότηση των εναγομένων αγοραστών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, ύψους 320.000 ευρώ. Προς εξασφάλιση δε της πληρωμής του δανείου που έλαβαν για την αγορά του οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, ενεγράφη εκ νέου, μετά την πρώτη υποθήκη που κατά τα άνω ενέγραψε η ενάγουσα, σε βάρος του ακινήτου προσημείωση υποθήκης υπέρ της δανείστριας των αγοραστών αυτή τη φορά, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας δυνάμει της υπ' αριθμ. 1026/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Το πωληθέν ως άνω ακίνητο αποτελούσε και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου. Η αξία δε τούτου, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, ανερχόταν στο ποσό τον τιμήματος που πραγματικά αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε, δηλαδή στο ποσόν των 300.000 ευρώ. Οι αγοραστές, κατά το χρόνο σύνταξης τον συμβολαίου μεταβίβασης, γνώριζαν την ύπαρξη της εγγραφείσας υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του πρώτου εναγομένου, υποθήκης για το ποσό των 50.000 ευρώ και για το λόγο αυτό αποδεχόμενοι και αναλαμβάνοντας την πληρωμή του εν λόγω βάρους, περιέλαβαν τούτο και στο συμβόλαιο μεταβίβασης κάνοντας σχετική μνεία περί της ύπαρξής του.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την από 14-4-2009 και με αριθμ. κατάθεσης 53/22-4-2009 αγωγή της, με την οποία στρεφόμενη εναντίον του πρώτου εναγομένου, αξίωσε συμμετοχή στην περιουσία του τελευταίου που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ποσού 200.000 ευρώ άλλως βάσει του τεκμαρτού υπολογισμού, 100.000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης η οποία δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή, αναγνώρισε ότι η συμμετοχή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της ανέρχεται σε ποσοστό 66,66% και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλει για την προαναφερθείσα αιτία το ποσό των 200.000 ευρώ.

Εναντίον της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση ενώπιον τον παρόντος δικαστηρίου η οποία εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης. Από τα περιστατικά αυτά προέκυψε ότι κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε πρώτον την προς την ενάγουσα οφειλή του και το ύψος αυτής δεύτερον ότι απαλλοτριώνει το μοναδικό στοιχείο της περιουσίας του στερώντας της τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την υφισταμένη έναντι αυτού απαίτησή της.

Πρόκειται συνεπώς για αφερέγγυο οφειλέτη ο οποίος προέβη στην απαλλοτρίωση του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου γνωρίζοντας ότι ματαιώνει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Η αφερεγγυότητα αυτή του πρώτου εναγομένου υπήρχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ο οποίος σημειωτέον είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί αυτή και ο προσδιορισμός της βλάβης της δανείστριας ενάγουσας...

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι ουδέποτε προέβη σε καταβολή κάποιου, έστω και μικρού, ποσού προς απόσβεση μέρους της οφειλής του προς αυτήν. Ωστόσο όμως από κανένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η γνώση των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων περί του ότι, ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτήτης και πωλητής του ακινήτου που αγόρασαν, ενεργούσε προς βλάβην της ενάγουσας και ότι με την από μέρους τους αγορά του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, η ενάγουσα θα απωλέσει οριστικά τη δυνατότητα της ικανοποίησης της αξίωσής της.

Η μάρτυρας της ενάγουσας κατά την εξέτασή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε ότι η ενάγουσα ενημέρωσε τους αγοραστές ότι "δεν ζητάει μόνο τα πενήντα χιλιάρικα της υποθήκης..." και ότι αφού έγινε η μεταβίβαση, σε άλλο σημείο, βέβαια, της κατάθεσής της αναφέρει ότι σε χρόνο πριν τη μεταβίβαση, "πήγε και βρήκε τους ανθρώπους που το αγόρασαν και τους είπε να τους δώσει τα χρήματα".

Ακόμη όμως και τούτο να υποτεθεί αληθές, η απλή από μέρους των δεύτερου και τρίτου εναγομένων γνώση του προς την ενάγουσα χρέους του πρώτου εναγομένου πωλητή τους, δεν αρκεί για την ανατροπή του τεκμηρίου της καλής τους πίστης κατά τον χρόνο της αγοραπωλησίας, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 παρ. 1 ΑΚ αναγκαία προϋπόθεση διάρρηξης της ένδικης, επαχθούς εκποιητικής δικαιοπραξίας, είναι η γνώση του τρίτου ότι, με την από μέρους του οφειλέτη εκποίηση, επέρχεται ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεως του ενάγοντα δανειστή...

Τέτοια όμως γνώση από την φέρουσα το βάρος της απόδειξης ενάγουσα δανείστρια... δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως συνομολογείται ότι πρόκειται για επαχθή δικαιοπραξία (πώλησης του ακινήτου) και περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αγοραστές, δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, δανειοδοτήθηκαν για την καταβολή του τιμήματος, το πωληθέν προσημειώθηκε προς εξασφάλιση της από μέρους τους αποδόσεως του ποσού τον δανείου και θεώρησαν ότι η από μέρους τους αγορά του ακινήτου και η καταβολή του αντιστοίχου της αξίας του, τιμήματος στον πωλητή θα συνέβαλε στην εξόφληση οποιουδήποτε χρέους είχε ο τελευταίος.

Είχαν άγνοια, άλλωστε δεν υποχρεούντο να έχουν γνώση...ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν διέθετε άλλη, πλην του πωληθέντος περιουσία για την ικανοποίηση των υπόλοιπων χρεών του και ειδικότερα του προς την ενάγουσα υφισταμένου χρέους.

Συνεπώς και δεδομένου ότι άγνοια έστω και από βαριά αμέλεια δεν αρκεί, αποδεικνύεται ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι δεν τελούσαν σε "θετική" γνώση της καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου, δηλαδή ότι ο πωλητής τους επεδίωκε με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία, να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προέκυπτε δόλος των δευτέρου και τρίτου εναγομένων κατά την κατάρτιση της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διάρρηξη αυτής, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (οφειλέτη και των δύο υπέρ ων η απαλλοτρίωση, εναγομένων), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας, την οποία, στη συνέχεια, κράτησε, δίκασε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, που απέκτησαν το ένδικο ακίνητο από επαχθή αιτία και συγκεκριμένα από πώληση, όταν το αποκτούσαν από τον πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, δεν γνώριζαν τον καταδολιευτικό δόλο του τελευταίου, οφειλέτη της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας.

Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι: α) οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, απέκτησαν το ένδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ' αρ. ...-6-2008 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Β. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, βεβαρυμένο με υποθήκη για το ποσό των 50.000 ευρώ, ως ασφάλεια των αξιώσεων της αναιρεσείουσας, ενάγουσας, από την συμμετοχή της στα αποκτήματα του πρώτου αναιρεσίβλητου, εναγομένου, αντί δηλωθείσας στο συμβόλαιο αξίας, 200.000 ευρώ, πραγματικού όμως τιμήματος 300.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλαν αυτοί στον πρώτο αναιρεσίβλητο, εναγόμενο, πωλητή, μετά από δανειοδότησή τους από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, ύψους 320.000 ευρώ και ότι προς εξασφάλιση της πληρωμής του εν λόγω δανείου ενεγράφη, μετά την ως άνω πρώτη υποθήκη, που κατά τα άνω είχε εγγράψει η ενάγουσα, σε βάρος του ακινήτου, προσημείωση υποθήκης υπέρ της δανείστριας των αγοραστών αυτή τη φορά, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας δυνάμει της υπ' αριθμ. 1026/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

β) Μόνη η γνώση των ως άνω δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, αγοραστών, σχετικά με την ύπαρξη της ως άνω υποθήκης υπέρ της αναιρεσείουσας, ενάγουσας επί του πωλουμένου και της αντίστοιχης απαίτησης αυτής κατά του πρώτου εναγομένου, αναιρεσίβλητου, πωλητή, για αποκτήματα, δεν συνεπάγεται και γνώση τους για δολία καταδολιευτική προαίρεση του τελευταίου κατά το χρόνο της προς αυτούς μεταβιβάσεως του ενδίκου ακινήτου.

Και, γ) οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι δεν τελούσαν σε "θετική" γνώση της καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου, δηλαδή ότι ο πωλητής τους επεδίωκε με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία, να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.

Κατόπιν τούτων, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 και 941 παρ. 1 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους. Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναφέρεται, στο αναιρετήριο, η παράβαση αυτή, της οποίας γίνεται ενάριθμη επίκληση, ως "εκ πλαγίου"), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, γιατί από τα πραγματικά περιστατικά, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, έπρεπε να συναγάγει γνώση των δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, περί του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εναγόμενος απαλλοτρίωνε προς βλάβη της και, με τη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να υπαγάγει, ορθώς, αυτά στις εν λόγω διατάξεις και να δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή της, κρίνεται αβάσιμος.

Πέραν του ότι κατά τα λοιπά ο λόγος κρίνεται απαράδεκτος, αφού ως προς την, υπαινισσόμενη, αιτίασή του για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο δικόγραφο ποια, συγκεκριμένα, διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, στους επικαλουμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται παραβιασθέντες και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προβαλλόμενης αιτίασης, καθόσον δε προσάπτεται στο Εφετείο ότι έπρεπε να οδηγηθεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, να δεχθεί την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται, η εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας.

ΙV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Σημειώνεται, τέλος, ότι δεν γίνεται λόγος περί δικαστικών εξόδων, αφού οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν απουσίασαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2014 αίτηση, για αναίρεση της 341/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ