Supreme Court dismisses appeal against bank's enforcement order, upholding consumer protection law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's enforcement order. The appellant argued that the bank's actions were abusive under consumer protection laws because the guarantor had sufficient assets while the bank closed the account and issued a payment order without securing a mortgage. The court rejected this, ruling that the bank's conduct was lawful and not abusive, as the guarantor's assets did not justify the specific enforcement measures taken against him.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 93/13/EEC Directive; The court held that a creditor's enforcement actions against a guarantor are not abusive merely because the guarantor possesses sufficient liquid assets, provided the creditor acted within legal bounds and did not engage in arbitrary conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 828/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαζαράτο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαδά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 82/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, συνεκδίκασε και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 5-11-2013 έφεση του αναιρεσείοντος και τους από 29-9-2015 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της, επίσης εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 218/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε απορριφθεί κατ’ ουσίαν η από 30-12-2010 ανακοπή του (αναιρεσείοντος) κατά της ...2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και είχε επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία ο τελευταίος είχε υποχρεωθεί, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως ευθυνόμενος από σύμβαση εγγύησης, το ποσό των 45.475,80 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων.
Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).- Ο ν. 2251/1994 περί "προστασίας των καταναλωτών" αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές" στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι: "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, "τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή".
Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρ. 2 του ν. 2251/1994, όπως αναδιατυπώθηκε από το ν.3587/2007, " 1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους.", κατά δε την παρ. 6 του ίδιου ως άνω νόμου "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ) είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου.
Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, πρέπει να ερμηνεύεται, μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διαταράξεως" της συμβατικής ισορροπίας, Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών.
Η παράλειψη δε ενημέρωσης του καταναλωτή Γ.Ο.Σ καθιστά αυτόν αδιαφανή και εντεύθεν καταχρηστικό (ΑΠ 2123/2009). Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Η δε παράλειψη του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αίτησης παροχής έννομης προστασίας (αγωγή, ανακοπή κλπ), δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αίτηση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 804/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά, τα ακόλουθα, όσον αφορούν τον ενταύθα ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Δυνάμει της με αριθμό .../19-03-2004 συμβάσεως πιστώσεως δι’ ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού της με αριθμό .../19- 3-2004 πρόσθετης πράξης και της με αριθμό ...-1/7-5-2005 συμβάσεως αύξησης του ορίου πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής η ανακοπή-εφεσιβλήτου Τράπεζας αφενός και αφετέρου των μη εν προκειμένων διαδίκων α) της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε.", ως πιστούχου και β) του Ν. Κ. του Χ. και Χ. Κ. του Ν., ως εγγυητών, η καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζα χορήγησε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 150.000,00 ευρώ, με τους ειδικότερους αναφερόμενους στις εν λόγω συμβάσεις όρους και συμφωνίες αποπληρωμής. Στη συνέχεια, τους όρους της πιο πάνω πίστωσης, εγγυήθηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα, πέραν των ανωτέρω εγγυητών και ο μη εν προκειμένω διάδικος Γ.
Κ. του Χ. με την υπ’ αριθμόν .../25-9-2008 σύμβαση παροχής εγγυήσεως. Ακολούθως ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την υπ’ αριθμ. .../29-05-2008 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου εκ της αρχικής υπ’ αριθμ. .../19-03-2004 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Στην σύμβαση αυτή παροχής εγγυήσεως, διαλαμβάνονται Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) μεταξύ άλλων ότι ο εγγυητής, δηλαδή ο ανακόπτων, ευθύνεται εις ολόκληρον μετά της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας ως αυτοφειλέτης και ότι παραιτείται εκ προοιμίου της ενστάσεως διζήσεως και του δικαιώματος να προτείνει κατά το άρθρο 853 Α.Κ.
ενστάσεις του πιστούχου κατά της Τράπεζας (βλ. υπό στοιχείο 1 όρο της με αριθμ. .../25-9-2008 συμβάσεως παροχής εγγυήσεως). Την 22-02-2010 η καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζα, αποπληρωμής των εκ της ως άνω συμβάσεως οφειλών της, προέβη σε προσωρινό κλείσιμο του τηρούμενου προς εξυπηρέτησή της με αριθμό ... λογαριασμού, με χρεωστικό κατάλοιπο 41.449,57 ευρώ και σε μεταφορά αυτού στον με αριθμό ...
λογαριασμό. Την 15-10-2010 η καθ’ ης η ανακοπή έκλεισε οριστικά τον ως άνω λογαριασμό με χρεωστικό κατάλοιπο 45.475,80 ευρώ, κοινοποιώντας στην οφειλέτρια πιστούχο και στους εγγυητές το κλείσιμο του λογαριασμού και το προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο. Ακολούθως, με από την από 24-11-2010 αίτηση της καθ’ ης εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. ...2010 διαταγή πληρωμής της δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία διατάχθηκαν η πιστούχος εταιρία και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο ανακόπτων-εκκαλών, να καταβάλλουν στην δανείστρια Τράπεζα, εις ολόκληρον έκαστος, το ανωτέρω ποσό των 45.475,80 ευρώ, νομιμότοκα από 18-10-2010.....
στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε.", χορηγήθηκε με την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης δι’ ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δάνειο (πίστωση) με σκοπό την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα νομική σκέψη, ήταν ο τελικός αποδέκτης της ως άνω τραπεζικής υπηρεσίας της παροχής πίστωσης και συνεπώς έχει η ομόρρυθμος εταιρία την ιδιότητα του καταναλωτή, υπαγόμενη στην προστατευτική λειτουργία του Ν. 2251/1994.
Εξ άλλου, ο ανακόπτων-εκκαλών, εγγυήθηκε την ομαλή λειτουργία της σύμβασης αυτής πιστώσεως, όχι στο πλαίσιο κάποιας άσκησης επαγγελματικής του δραστηριότητας, αλλά υπό την ιδιότητά του, ως πολίτη φερέγγυου, υπέρ των δανειοληπτών ομόρρυθμων εταίρων της πιστούχου εταιρίας, με τους οποίους συνδέεται με συγγενική σχέση (πρώτοι εξάδελφοι).
Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τα στη μείζονα νομική σκέψη τιθέμενα, ο ανακόπτων-εκκαλών, ως εγγυητής έχει και αυτός την ιδιότητα του καταναλωτή, υπαγόμενος στην προστατευτική λειτουργία του Ν. 2251/1994 και ότι συνακόλουθα τούτων στην προστασία αυτού υπάγεται και αυτός ως εκ του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας δανειακής σύμβασης του πρωτοφειλέτη.
Συνεπώς, δεχόμενη η εκκαλουμένη ότι ο ανακόπτων-εκκαλών, δεν φέρει την ιδιότητα του καταναλωτή, ώστε να προστατεύεται από τις πρόνοιες του Ν. 2251/1954 και επομένως δεν τυγχάνουν άκυροι ως καταχρηστικοί οι ως άνω όροι που ήταν προδιατυπωμένοι, στην καταρτισθείσα σύμβαση εγγυήσεως και τις οποίες φέρεται ότι αποδέχθηκε αυτός, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και θα πρέπει να αντικατασταθεί η ερμηνεία της αυτή με την προαναφερόμενη, θεωρουμένου του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος, ως καταναλωτή και επομένως δικαιουμένου των προνοιών του Ν. 2251/1954, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσονται υπό του νόμου αυτού. ....... ο ανακόπτων, έχει υψηλό νοητικό επίπεδο, είναι άνθρωπος της αγοράς, διαθέτει σε λειτουργία ξενοδοχειακή μονάδα στην Άρτα, συναλλάσσεται με τράπεζες για την εξυπηρέτηση των επιχειρήσεων του και έχει την κάλυψη λογιστικού γραφείου (βλ. κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως, που είναι ο λογιστής του). Τούτο σημαίνει ότι γνωρίζει εκ πείρας και αντιλήψεως την Τραπεζική πρακτική, τόσο κατά την χορήγηση δανείων των Τραπεζών προς επιχειρήσεις και επιχειρηματίες, όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των τραπεζών δια μέσου παροχής εγγυήσεων προς αυτών από τους εγγυητές που συμβάλλονται κατά την χορήγηση των δανείων.
Συνεπώς και του επεξηγήθηκαν οι όροι της εγγυήσεως, και τους εγνώριζε εκ προοιμίου ότι θα του ετίθεντο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως, ως αποτελούντες αναπόσπαστο και αναγκαίο μέρος της Τραπεζικής πρακτικής, πιστεύοντας ότι ο υπέρ του οποίου εγγυήθηκε πρώτος του εξάδελφος, ο οποίος είχε τότε μια επικερδή επιχείρηση στην Άρτα πωλήσεως ετοίμων υποδημάτων, θα εξυπηρετεί τον αλληλόχρεο (ανοιχτό) λογαριασμό που του παρέσχε η δανείστρια Τράπεζα (καθ’ ης η ανακοπή). Γι’ αυτό και αμέσως αποδέχθηκε τις παραιτήσεις εκ των δικαιωμάτων διζήσεως και αυτών του άρθρου 853 Α.Κ.
Συνεπώς οι όροι που του επιβλήθηκαν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως, τους εγνώριζε και τους αποδέχθηκε και επομένως δεν τυγχάνουν αυτοί καταχρηστικοί και επομένως άκυροι.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, το Εφετείο, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε κατ’ ουσίαν τον πρώτο λόγο ανακοπής, που με την έφεση είχε αχθεί ενώπιόν του, με τον οποίον ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόταν, ότι οι διαλαμβανόμενοι στην σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ αυτού, ως εγγυητή και θεωρουμένου καταναλωτή και της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, όροι, οι οποίοι ήσαν προδιατυπωμένοι στην πράξη της ανωτέρω συμβάσης εγγύησης και ιδιαίτερα αυτοί (όροι) περί παραιτήσεώς του από το δικαίωμα διζήσεως και επίσης από τα δικαιώματά του, που πηγάζουν από το άρθρο 853 ΑΚ, ήσαν καταχρηστικοί, καθόσον δεν τέθηκαν υπόψη του και δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για αυτούς κατά την κατάρτιση της συμβάσης εγγύησης, δεν αποτέλεσαν στοιχείο διαπραγμάτευσης, ενώ εάν τους εγνώριζε δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή της σύμβασης αυτής.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα, ότι δεν ήσαν καταχρηστικοί και επομένως άκυροι οι ανωτέρω προσβαλλόμενοι (με τον πρώτο λόγο της ανακοπής), ως καταχρηστικοί όροι της εν λόγω σύμβαση εγγύησης, λόγω μη επακριβούς ενημέρωσης του αναιρεσείοντος περί αυτών από την αναιρεσίβλητη, επί τον αναγκαίο χρόνο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δεχόμενο κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του ότι στον αναιρεσείοντα επεξηγήθηκαν οι επίμαχοι όροι, τους γνώριζε και τους αποδέχτηκε, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 του ν.2251/1994 και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Ενόψει δε, των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δεν υπήρχε υποχρέωση παραθέσεως των ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες το Εφετείο υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αφού από το περιεχόμενο των παραδοχών του αυτών σαφώς προκύπτει η εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 του ν.2251/1994, οι οποίες, άλλωστε, αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της απόφασής του.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, που προβάλλει με τα σχετικά μέρη του πρώτου λόγου της αιτήσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, ενόψει του ότι με την ανωτέρω ανακοπή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ως λόγους ανακοπής, την καταχρηστικότητα των προσβαλλόμενων λόγων της επίδικης σύμβασης εγγυήσεως, με βάση τις παραβάσεις της αρχής της σαφήνειας από την παρ. 6, εκείνες από την παρ. 7 περ. ιθ’ και κστ’ του άρθρου 2 του ν.2251/1994, της σημαντικής - ουσιώδους διατάραξης της ισορροπίας δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβληθέντων στην εν λόγω σύμβαση εγγύησης, το αν οι όροι αυτοί είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια και κατανοητή διατύπωση, με οριστό ή ορισμένο περιεχόμενο και αν η ύπαρξή τους ήταν προβλέψιμη για τον αναιρεσείοντα, με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, θεμελιωτικών αυτών των παραβάσεων, ουδεμία υποχρέωση είχε το Εφετείο να ερευνήσει τους προσβαλλόμενους όρους με βάσει τις αρχές και τις διατάξεις αυτές. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τα λοιπά μέρη του πρώτου από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτα.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1494/2017). Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, στην αίτηση να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος. (ΟλΑΠ 8/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1(β) ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω παραδοχή, ότι "......
αποδείχθηκε ότι .......ο ανακόπτων, έχει υψηλό νοητικό επίπεδο, είναι άνθρωπος της αγοράς, διαθέτει σε λειτουργία ξενοδοχειακή μονάδα στην Άρτα, συναλλάσσεται με τράπεζες για την εξυπηρέτηση των επιχειρήσεων του και έχει την κάλυψη λογιστικού γραφείου (βλ. κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως, που είναι ο λογιστής του).
Τούτο σημαίνει ότι γνωρίζει εκ πείρας και αντιλήψεως την Τραπεζική πρακτική, τόσο κατά την χορήγηση δανείων των Τραπεζών προς επιχειρήσεις και επιχειρηματίες, όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των τραπεζών δια μέσου παροχής εγγυήσεων προς αυτών από τους εγγυητές που συμβάλλονται κατά την χορήγηση των δανείων.
Συνεπώς και του επεξηγήθηκαν οι όροι της εγγυήσεως, και τους εγνώριζε εκ προοιμίου ότι θα του ετίθεντο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως, ως αποτελούντες αναπόσπαστο και αναγκαίο μέρος της Τραπεζικής πρακτικής, πιστεύοντας ότι ο υπέρ του οποίου εγγυήθηκε πρώτος του εξάδελφος, ο οποίος είχε τότε μια επικερδή επιχείρηση στην Άρτα πωλήσεως ετοίμων υποδημάτων, θα εξυπηρετεί τον αλληλόχρεο (ανοιχτό) λογαριασμό που του παρέσχε η δανείστρια Τράπεζα (καθ’ ης η ανακοπή). Γι’ αυτό και αμέσως αποδέχθηκε τις παραιτήσεις εκ των δικαιωμάτων διζήσεως και αυτών του άρθρου 853 Α.Κ.
Συνεπώς οι όροι που του επιβλήθηκαν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως, τους εγνώριζε και τους αποδέχθηκε και επομένως δεν τυγχάνουν αυτοί καταχρηστικοί και επομένως άκυροι.", παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, "γιατί η κρίση ότι ένα πρόσωπο γνωρίζει την τραπεζική πρακτική τόσο κατά την χορήγηση δανείων όσο και κατά τη χρήση των μέσων για την εξασφάλιση των τραπεζών δια μέσου της παροχής εγγυήσεως προς αυτές από τους συμβαλλομένους εγγυητές δεν οδηγεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω επεξηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα οι όροι της εγγυήσεως", και επίσης η συσχέτιση του "ότι ο αναιρεσείων πίστευε ότι ο υπέρ του οποίου εγγυήθηκε πρώτος του εξάδελφος (ο οποίος είχε τότε μια επικερδή επιχείρηση στην Άρτα πωλήσεως ετοίμων ενδυμάτων) θα εξυπηρετεί τον αλληλόχρεο λογαριασμό του που του παρέσχε η δανείστρια Τράπεζα", με το συμπέρασμα ότι "επεξηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα οι όροι της συμβάσεως και εκείνος εγνώριζε εκ προοιμίου ότι θα του ετίθεντο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως" δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι καταχρηστικοί οι επίδικοι όροι, και επομένως με την ανωτέρω κρίση του το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι αόριστος και εκ τούτου απαράδεκτος, γιατί δεν εκθέτει ο αναιρεσείων ποια διδάγματα της κοινής πείρας παρεβιάσθησαν, πλήττεται δε υπό την επίκληση του προκείμενου λόγου η εκτίμηση των αποδείξεων από δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, ναι μεν μόνο το γεγονός, ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ.
και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από την σύμβαση αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας (που είχε αυτή από τη σύμβαση και το νόμο κατ’ άρθρο 112 Εισ. Ν. ΑΚ και 47 του ν.δ. της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών") να κλείσει οριστικά την πίστωση και το λογαριασμό αυτής και στη συνέχεια να ζητήσει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για την καταβολή του χρεωστικού κατάλοιπου του λογαριασμού σε βάρος και αυτού (αναιρεσείοντος), ως εγγυητή, είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί ενώ ο εκ των συνεγγυητών του Ν.
Κ., που είναι ουσιαστικά ο ιδιοκτήτης της πιστούχου εταιρείας, έχει αξιόλογη ακίνητη περιουσία, που επαρκεί για την εξόφληση της οφειλής της, η δε ίδια (αναιρεσίβλητη) αφ’ ενός μεν δεν εχώρησε στην εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του ανωτέρω συνεγγυητή του, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, αφ’ ετέρου δήλωνε προς αυτόν (αναιρεσείοντα) ότι τυπικά δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση εγγυήσεως, εντούτοις προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού, και την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και σε βάρος του.
Το λόγο αυτό της ανακοπής, που επαναφέρθηκε ενώπιόν του με κύριο και πρόσθετο λόγο έφεσης, το Εφετείο τον απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νόμω αβάσιμo, με την κύρια αιτιολογία ότι τα επικαλούμενα και περιεχόμενα σ’ αυτόν ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν περιάγουν την άσκηση του δικαιώματος σε αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε και επικουρική τοιαύτη (αιτιολογία) ότι ".....
η αντίδραση της τράπεζας, ήτοι η χρήση της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πιστώσεως, το κλείσιμο αυτής λόγω μη εξυπηρετήσεως της εκ μέρους της υπέρ ης η πίστωση για την αποφυγή περαιτέρω διόγκωσης της οφειλής και για την περιφρούρηση του συμφέροντος της και η ακόλουθη έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής κατά της πιστούχου και των συνεγγυητών αυτής, ήταν νόμιμη και επιβεβλημένη και δεν περιήγαγε αυτήν σε καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων της αυτών, εκ μόνου του λόγου ότι ο εκ των συνεγγυητών Ν.
Κ. διαθέτει ακίνητη περιουσία που εξασφαλίζει την απαίτησή της και ότι δεν απεδέχθη τελικώς να εγγράφει εμπράγματη ασφάλεια σε ακίνητο του Ν. Κ. και έτσι να μην εκδοθεί η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής και εις βάρος του". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και γι’ αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Άλλωστε, εφ’ όσον η απορριπτική του λόγου αυτού ανακοπής κρίση του Εφετείου στηρίζεται αυτοτελώς και στην ανωτέρω επικουρική αιτιολογία, που δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, ο ίδιος αυτός λόγος είναι και αλυσιτελής.
Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2016 αίτηση του Ι. Κ. του Β., για αναίρεση της 82/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου