Supreme Court dismisses appeal on appealable error regarding admissibility of additional sworn statements in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to admit a fourth sworn statement. The appellant argued that the lower court erred by considering evidence beyond the statutory limit of three statements per party without proper service. The court held that the lower court correctly treated the additional statement as a rebuttal to a specific opponent's evidence, which did not require service of all co-defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 270(3)(4) of the Code of Civil Procedure; The admission of additional sworn statements as rebuttal evidence without serving all co-defendants does not constitute an appealable error if the lower court correctly identified the specific opposing evidence being rebutted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 828/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Σ. Θ., θυγατ. Μ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνη Βγόντζα .
Του αναιρεσιβλήτου:Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μηνό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2563/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 395/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ λόγος που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κυρία που στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελής.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως με επίκληση προσμομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η Μ. Δ. του Ι. και της Α., γεν. την 10-8-1934 , κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε από οξεία καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια στις 16-2-2008 στη ...
Αττικής και συγκεκριμένα στη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων με την επωνυμία "...", όπου διέμενε το τελευταίο 15νθήμερο (βλ. υπ’ αριθ. .../2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Δήμου ... Αττικής). Η θανούσα ήταν άγαμη και άτεκνη και κατά το χρόνο του θανάτου της μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς, που κλήθηκαν κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κατά τα αναφερόμενα κατωτέρω ποσοστά, ήταν τα πρώτα εξαδέλφια της (τρίτη τάξη κατ’ άρθρο 1816 ΑΚ) και συγκεκριμένα από τη μητρική γραμμή η 1η εφεσίβλητη-εναγομένη [αναιρεσείουσα], κόρη της θείας της-αδελφής της μητέρας της Κ. (Κ.) Μ.
κατά ποσοστό 12/24(=50%) και από την πατρική γραμμή α) οι 2ος, 3ος και 4η των εφεσιβλήτων-εναγομένων τέκνα του προαποβιώσαντος θείου της (αδελφού του πατέρα της) Β. Δ. κατά ποσοστό 1/24 έκαστος, β) η 5η εφεσίβλητη-εναγόμενη, κόρη της θείας της (αδελφής του πατέρα της) Β. συζ. Π. Κ. κατά ποσοστό 3/24, γ) η 6η εφεσίβλητη-εναγομένη, κόρη του θείου της (αδελφού του πατέρα της) Κ.
Δ. κατά ποσοστό 3/24 και δ) οι 7ος των εφεσιβλήτων -εναγομένων και η Ε. Ρ., τέκνα του θείου της (αδελφού του πατέρα της) Γ. Δ. κατά ποσοστό 1,5/24 έκαστος. Το μοναδικό εμφανές ακίνητο περιουσιακό της στοιχείο κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν το υπό στοιχείο 1 διαμέρισμα-οριζόντια ιδιοκτησία του 5ου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην οδό ...
στην ... Αττικής, εμβαδού 72,20 τμ με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου εξ 87,35/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο αντιστοιχεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του χώρου του δώματος εμβαδού 28,7475 τμ. Το ανωτέρω διαμέρισμα η θανούσα απέκτησε κατά κυριότητα με το υπ’ αριθμόν ...22-7-1994 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Χ. Κ., νομίμως μεταγραφέν..... Οι ανωτέρω , θεωρώντας ότι κληρονόμησαν τη θανούσα, καθόσον ουδέποτε δημοσιεύθηκε διαθήκη της (βλ. το υπ’ αριθ. .../2010 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία κατά τα ανωτέρω ποσοστά και συγκεκριμένα α) η 1η εφεσίβλητη [αναιρεσείουσα] με την υπ’ αριθ. .../23-9-2008 δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ.-Κ., νομίμως μεταγραφείσα...., υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο την 29-10-2008 στα πλαίσια κτηματογράφησης της περιοχής , εξόφλησε τον αναλογούντα φόρο κληρονομίας την 22-4-2009 ποσού 7577,84 ευρώ και το περιέλαβε στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης Ε9 καταβάλλοντας τους σχετικούς φόρους, β) οι 2ος, 3ος και 4η εφεσίβλητοι με την υπ’ αριθ. .../21-10-2008 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ.
Β., νομίμως μεταγραφείσα...., γ) οι 5η και 6η εφεσίβλητες με την υπ’ αριθ. ...-12-2008 δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Κ., νομίμως μεταγραφείσα......, επιπλέον δε η 5η εφεσίβλητη υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο την 9-2-2009 στα πλαίσια κτηματογράφησης της περιοχής και δ) οι 7ος εφεσίβλητος και η Ε.
Ρ. με την υπ’ αριθ. .../11-3-2010 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ. Β., νομίμως μεταγραφείσα...... Εκτοτε δε κατακρατούν το ανωτέρω ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά. Εντούτοις αποδείχθηκε ότι η θανούσα συνέταξε την 6-2-2006 ιδιόγραφη διαθήκη με το ακόλουθο περιεχόμενο και μάλιστα με πολυτονική γραφή (στο κείμενο που ακολουθεί δεν διορθώθηκαν τα τυχόν ορθογραφικά λάθη και ακολουθήθηκε το μονοτονικό σύστημα) "-Ιδιόγραφος Διαθήκη μου.-ΑΘΗΝΑ 6/2/2006. -Η κάτωθη υπογεγραμμένη Μ.
θυγατηρ Ι. και Α. Δ., κάτοικος ... (οδός ... στην ...), επιθυμούσα όπως διακανονίσω τα της περιουσίας μου μετά τον θάνατό μου, ορίζω δια της παρούσης ΙΔΙΟΓΡΑΦΟΥ ΔΙΑΘΗΚΗΣ μου τα εξής.- 1) Το σπίτι μου επί της οδού ..., στον β° όροφο στην Άνω ..., και με ότι υπάρχει σε αυτό. Έπιπλα, ρούχα κ.λ.π. να περιέλθη σε πλήρη κυριότητα και νομή στον Βαφτισιμιό μου Π.
Κ. του Π. και της Α. Κ.. -2) Υπάρχουν καταθέσεις μου στο Παρακαταθηκών και Δανείων, προθεσμιακές με λήξη 25-11-2006 (1) των 17.000,00 ευρώ και (2) 16,300,00 ευρώ, και Ταμιευτηρίου 2,516 ευρώ με συνδικαιούχες τις Αδελφές Α. και Γ. του Σ. Θ., τις οποίες παρακαλώ να εισπράξουν τα ποσά και να τα διαθέσουν ως εξής. Να πληρωθούν τα έξοδα της κηδείας μου (παρακαλώ να είναι καλή) η εφορία της μεταβίβασης του ακοινήτου προς Βαφτισιμιο μου και ότι περισέψει να δοθεί στους ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. -Για να μην μπουν στον κόπο γι’ αυτές τις δουλειές, να δόσουν τα χρήματα στην Οικογένεια Κ., για να διεκπαιρεώσουν τις επιθυμίες μου.- ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΔΙΑΓΕΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΙΑΤΕΛΟΥΣΑ - Η ΔΙΑΘΕΤΙΣ Μ.
Δ. - Αθήνα 6/2/2006". Την 12-9-2007, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εκκαλούντος στην οικία της θανούσης, η τελευταία του παρέδωσε φωτοτυπικό αντίγραφο της ως άνω διαθήκης. Ο εκκαλών ενημέρωσε άμεσα τη μητέρα του για την κίνηση αυτή και όταν η Μ. Δ. απεβίωσε, η μητέρα του εκκαλούντος, μετά το μνημόσυνο των σαράντα, ζήτησε από την 1η εφεσίβλητη, που ήταν η μόνη από τους συγγενείς της θανούσας που είχε κλειδιά της οικίας της, να αναζητήσει το πρωτότυπο της διαθήκης και να τη δημοσιεύσει.
Εντούτοις αυτή δεν ανευρέθηκε μέχρι σήμερα, προφανώς γιατί απωλέσθη τυχαία, αλλά και δεν ανακλήθηκε από τη θανούσα μέχρι το θάνατό της. Στην κρίση του αυτή οδηγείται το παρόν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα κάτωθι: 1) Οι γονείς της θανούσας ήταν διαζευγμένοι από τότε που αυτή ήταν μικρό παιδί, μεγάλωσε με τη μητέρα της και με τους συγγενείς του πατέρα της δεν είχε καμία σχέση, σε σημείο να αγνοεί ουσιαστικά τα πρώτα εξαδέλφια από την πατρική γραμμή (2ος έως και 8η των εφεσιβλήτων), όπως άλλωστε και εκείνα, δεν διατηρούσε ούτε υποτυπώδεις κοινωνικές επαφές με αυτούς, οπότε, προφανώς, δεν θα επιθυμούσε να κληρονομηθεί από αυτούς με την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη και του χαρακτήρα της ως έξυπνης και μεθοδικής γυναίκας , ήταν αναμενόμενο να συντάξει διαθήκη. 2) Με τη μόνη συγγενή, που διατηρούσε σχέσεις η θανούσα, ήταν η 1η εφεσίβλητη-πρώτη εξαδέλφη της από τη μητρική γραμμή [αναιρεσείουσα] και την οικογένειά της. Στην τελευταία η θανούσα είχε δώσει κλειδί της οικίας της, όπως και σε μία γειτόνισσα, λόγω των προβλημάτων υγείας που παρουσίασε από το 2007 (αρχικά οστεοαρθρίτιδα και ακολούθως καρκίνο).
Επίσης, με το υπ’ αριθμόν .../31-12-2007 πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ.-Κ. η θανούσα χορήγησε στην 1η εφεσίβλητη και στο σύζυγό της Σ. Θ. πληρεξουσιότητα για να εισπράττουν τη σύνταξή της, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τα διάφορα έξοδά της, όπως νοσήλια, αγορά φαρμάκων, αμοιβές οικιακής βοηθού κλπ.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης, στις τραπεζικές καταθέσεις, που διατηρούσε, είχε ορίσει συνδικαιούχους τις ανιψιές της, κόρες της 1ης εφεσίβλητης. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η 1η εφεσίβλητη επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά τη θανούσα και επέβλεπε την οικιακή βοηθό, ενώ 15 ημέρες πριν πεθάνει, μη μπορώντας να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες φροντίδας της, επιμελήθηκε την εισαγωγή της θανούσας σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. 3) Η θανούσα διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τη μητέρα του εκκαλούντα Κ.
Κ. επί σαράντα και πλέον έτη, παρά το ότι η τελευταία διέμενε μόνιμα στο Ηράκλειο Κρήτης μαζί με την οικογένειά της. Είχε δε βαφτίσει το γιό της τελευταίας, εκκαλούντα, τον οποίο αγαπούσε σαν δικό της παιδί, η δε φωτογραφία του "σε ασημένια κορνίζα" βρίσκονταν στο σαλόνι της, όπως όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν.
Ο εκκαλών, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Αγγλία λόγω σπουδών, είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της και όταν την επισκέπτονταν, της δώριζε καλλυντικά (κρέμες κλπ) και λουλούδια, όπως η ίδια με υπερηφάνεια εξιστορούσε στις φίλες της, που έδωσαν και σχετικές ένορκες βεβαιώσεις. Στις τελευταίες δε, η θανούσα είχε εκμυστηρευθεί ότι με διαθήκη της κατέλειπε την περιουσία της στον εκκαλούντα.
Οι σχέσεις της θανούσας με τον εκκαλούντα και πολύ περισσότερο με τη μητέρα του ουδέποτε διαταράχθηκαν, η τελευταία δε, κάθε φορά που ερχόταν στην Αθήνα, ακόμη και για λόγους υγείας του συζύγου της, επισκέπτονταν τακτικά τη θανούσα στην οικία της. Μάλιστα από 12-1-2008 έως 21-1-2008 ο πατέρας του εκκαλούντος νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ...
στην 2η Πνευμονολογική Κλινική λόγω χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας και το διάστημα αυτό η μητέρα του εκκαλούντα διέμενε στο σπίτι της θανούσας, προσφέροντάς της πέρα από συντροφιά και φροντίδα και υπηρεσίες νοσηλευτικού χαρακτήρα (καθόσον η ίδια ήταν νοσοκόμα), όπως πρόκληση κενώσεων μετά από κοπροστασία.
Το περιστατικό που αναφέρουν ο σύζυγος της 1ης εφεσίβλητης στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε, όπως και η μάρτυρας ανταποδείξεως (φίλη της 1ης εφεσίβλητης), ότι δηλαδή το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις της θανούσας με τη μητέρα του εκκαλούντα διαταράχθηκαν επειδή η τελευταία την πίεζε "να της γράψει το σπίτι", είναι αναληθές ( μάλιστα ασκήθηκε και ποινική δίωξη σε βάρος της 1ης εφεσίβλητης και του συζύγου της για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί την 8-11-2013) και δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, καθόσον η μητέρα του εκκαλούντα γνώριζε για τη διαθήκη και δεν υπήρχε λόγος να συνταχθεί νέα διαθήκη, που να ορίζει αυτήν ως κληρονόμο, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε επικαλούνται οι εφεσίβλητοι, ότι οι σχέσεις του εκκαλούντα με τη μητέρα του δεν ήταν καλές.
Εξάλλου το ότι η μητέρα του εκκαλούντα δεν πήγε στην κηδεία της θανούσας, ήταν όχι γιατί ήταν παρεξηγημένες, αλλά επειδή την ίδια ημέρα 16-2-2008 ο σύζυγός της είχε εισαχθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου λόγω επίσχεσης ούρων και υπερβολικά υψηλών τιμών σακχάρου, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 20-2-2008 .
Εξάλλου πήγε στο μνημόσυνο των σαράντα και συνομίλησε με την 1η εφεσίβλητη, οπότε και της είπε να ψάξει στο σπίτι για τη διαθήκη. 4) Παρά το ότι το πρωτότυπο της διαθήκης δεν ανευρέθηκε και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για δικαστική διερεύνηση της γνησιότητας αυτής, εντούτοις ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η φωτοτυπία , που έχει στην κατοχή του ο εκκαλών, είναι εκ του πρωτοτύπου, που συνέταξε η ίδια η θανούσα και είχε στην κατοχή της, τουλάχιστον μέχρι τέλους του Ιανουαρίου 2008, οπότε και αιφνιδίως μεταφέρθηκε με πρωτοβουλία της 1ης εφεσίβλητης στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων με την επωνυμία ..., όπου και πέθανε 15 ημέρες μετά.
Αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι το κείμενο φέρει όλα τα γραφολογικά γνωρίσματα της δειγματικής (γνήσιας) γραφής της θανούσας , η οποία περιέχει έντονα χαρακτηριστικά ατομικότητας, που την καθιστούν αναγνωρίσιμη, όπως αποτυπώνεται σε πλείστες ευχετήριες κάρτες που απέστειλε η θανούσα στη μητέρα του εκκαλούντος και σε πρόχειρες σημειώσεις της (βλ.
και την από 10-10-2012 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Θ. Β., ε.α. ταξιάρχου Ελληνικής Αστυνομίας). Επίσης, φέρει όλα τα αναγκαία στοιχεία κατ’ άρθρο 1721 του ΑΚ, όπως και την υπογραφή της στο τέλος του κειμένου. Το ότι η θανούσα προτίμησε να υπογράψει χαράσσοντας ολόκληρο το ονοματεπώνυμό της με κεφαλαία γράμματα, αντί να υπογράψει, όπως συνήθιζε, με μόνο το επώνυμο με μικρά γράμματα, δεν την καθιστά άκυρη, αφού δεν αμφισβητείται ότι η ίδια την χάραξε. 5) Εάν η θανούσα ήθελε να αφήσει άλλη διαθήκη, ανακαλώντας την προρρηθείσα, θα μπορούσε να το κάνει κάλλιστα την 31-12-2007, οπότε μετέβη στην οικία της η συμβολαιογράφος Μ.
Κ.-Κ. για τη σύνταξη και υπογραφή του προαναφερθέντος πληρεξουσίου ή συντάσσοντας άλλη ιδιόγραφη διαθήκη. Σε κάθε περίπτωση θα φρόντιζε να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή της να ανακαλέσει την ως άνω διαθήκη, όπως φρόντισε να δημοσιοποιήσει το γεγονός της σύνταξης αυτής και του περιεχομένου της. 6) Η θανούσα ήταν έμπορος και όλες οι φίλες της, που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις, μιλούν για ιδιαίτερα έξυπνη, αυτοδημιούργητη, υπεύθυνη και συγκεντρωτική γυναίκα με ιδιαίτερη αδυναμία στον εκκαλούντα βαφτισιμιό της.
Η θανούσα ζούσε μόνη της και φρόντιζε η ίδια το νοικοκυριό της, προσέλαβε δε οικιακή βοηθό μόλις τους τελευταίους μήνες, όταν λόγω της ασθένειάς της κατέστη ανήμπορη. Άλλωστε αυτό φαίνεται από το ίδιο το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης, το οποίο δεν μπορούσε να συντάξει με τόσες λεπτομέρειες ουδείς άλλος, πλην αυτής της ίδιας.
Το ότι έδωσε στον εκκαλούντα απλή φωτοτυπία και όχι το πρωτότυπο της διαθήκης εξηγείται από το ότι ήθελε να έχει μέχρι τελευταία στιγμή την φυσική εξουσίαση επ’ αυτής (διαθήκης) και επιπλέον για να μην προκληθούν προβλήματα με τη δημοσίευσή της, καθόσον ο εκκαλών ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, η δε μητέρα του κάτοικος Κρήτης. 7) Οι μόνες που είχαν πρόσβαση στην οικία της θανούσης πριν και μετά το θάνατό της ήταν η 1η εφεσίβλητη και η οικιακή βοηθός βουλγαρικής καταγωγής, που ενδεχομένως κατά την τακτοποίηση τον σπιτιού να μην έδωσαν σημασία και να πέταξαν άθελά τους το πρωτότυπο της διαθήκης, ήτοι ένα απλό φύλλο χαρτιού και 8) Η μάρτυρας ανταπόδειξης στο τέλος της κατάθεσής της στο ακροατήριο, αναφερόμενη στο γεγονός της επίσκεψης του εκκαλούντα στην οικία της θανούσης το Σεπτέμβριο του 2007 , δήλωσε ότι ήταν παρόντες και η 1η εφεσίβλητη με το σύζυγό της και ότι οι τελευταίοι γνώριζαν ότι η θανούσα του παρέδωσε τη διαθήκη.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, αποδείχθηκε η νομότυπη σύνταξη της από 6-2-2006 ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας με το ως άνω περιεχόμενο, η μη ανάκλησή της με οποιονδήποτε τρόπο και η τυχαία απώλειά της (αφού δεν αποδείχθηκε σκόπιμη καταστροφή)". Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την 8η εφέσιβλητη- εναγομένη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου και α) βεβαίωσε τη νομότυπη σύνταξη της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, β) αναγνώρισε το εξ αυτής κληρονομικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου επί του προπεριγραφέντος διαμερίσματος και την υποχρέωση των λοιπών εναγομένων να του το αποδώσουν και γ) υποχρέωσε τους τελευταίους να παράσχουν στον αναιρεσίβλητο πληροφορίες για την κατάσταση των κληρονομιαίων κινητών που βρίσκονταν εντός του ανωτέρω διαμερίσματος.
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τη μη ανεύρεση του πρωτοτύπου της ιδιόγραφης διαθήκης, την επ’ αυτής φυσική εξουσίαση και τη μη ανάκλησή της από την διαθέτιδα, καθώς και τη γνησιότητα του φωτοτυπικού αντιγράφου της.
Επομένως, οι πέμπτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1765 ΑΚ, κατά την οποία, ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ανακληθεί αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφό της, εάν δε κατέστρεψε το έγγραφο της διαθήκης τεκμαίρεται ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει την διαθήκη, το κείμενο της οποίας και μόνο αποτυπώνει στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ οι φράσεις που η αναιρεσείουσα παραθέτει από το αποδεικτικό πόρισμα της τελευταίας, ήτοι "το ότι έδωσε [η διαθέτις] στον εκκαλούντα απλή φωτοτυπία και όχι το πρωτότυπο της διαθήκης εξηγείται από το ότι ήθελε να έχει μέχρι την τελευταία στιγμή τη φυσική εξουσίαση επ’ αυτής (διαθήκης) και επί πλέον να μη προκληθούν προβλήματα από τη δημοσίευσή της, καθόσον ο εκκαλών ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, η δε μητέρα του κάτοικος Κρήτης" και "σε κάθε περίπτωση θα φρόντιζε (η θανούσα) να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή της να ανακαλέσει την ως άνω διαθήκη, όπως φρόντισε να δημοσιοποιήσει το γεγονός της σύνταξης και του περιεχομένου της" χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι προς ανεύρεση της αληθινής έννοιας του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή προς εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών που εκείνος περιέχει.
Ως εκ τούτου, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος αναιρετικός λόγος είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλ’ αρκεί και η εξ αιτίας της επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από το αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ψέγεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη του τον νομοτύπως προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας-εναγομένης-εκκαλούσας, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, καθόσον ενώ η διαθέτις Μ.
Δ. απεβίωσε στις 16-2-2008, γεγονός που ο ενάγων πληροφορήθηκε αυθημερόν από την μητέρα του, εκείνος κατέθεσε τη σχετική αγωγή του μετά παρέλευση διετίας και πλέον, ήτοι την 8-4-2010, με αποτέλεσμα οι οκτώ εναγόμενοι να έχουν ήδη αποδεχθεί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας, την κληρονομία και να έχουν υποβληθεί για την αποδοχή αυτή σε δαπάνες συμβολαιογραφικών εξόδων, υποθηκοφυλακείου, κτηματολογίου και δικηγόρου.
Μόνη όμως η υπερδιετής αδράνεια του αναιρεσιβλήτου για την άσκηση της αγωγής του, ενόψει μάλιστα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, της μόνιμης κατοικίας του στο εξωτερικό, αλλά και της υποχρεωτικής αναμονής του προκειμένου να πληροφορηθεί τα στοιχεία των ανωτέρω οκτώ κληρονόμων προκειμένου να θεμελιώσει την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής του, σε συνδυασμό με το ότι ουδέν άλλο στοιχείο παρατίθεται από την όλη συμπεριφορά του ως δικαιούχου, από την οποία να δημιουργήθηκε ευλόγως στην αναιρεσείουσα-εναγομένη η πεποίθηση ότι εκείνος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, δεν δύναται να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση τούτου, η δε σχετική ένσταση είναι μη νόμιμη.
Συνεπώς ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση επομένως πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την όγδοη εφεσίβλητη, ως στρεφόμενη κατ’ ανυπάρκτου προσώπου, λόγω του επισυμβάντος μετά τη συζήτηση της αγωγής και πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης θανάτου της, χωρίς να προκύπτει η συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους της, στη συνέχεια αναγνώρισε αφενός το εκ διαθήκης δικαίωμα του ενάγοντος σε ποσοστό 100/00 επί του επιδίκου διαμερίσματος και αφετέρου την υποχρέωση των υπολοίπων επτά εναγομένων-εφεσιβλήτων να του αποδώσουν το ανωτέρω ακίνητο κατά το ποσοστό που, κατά το σκεπτικό, κατακρατεί έκαστος και που για την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη και νυν αναιρεσείουσα ανέρχεται στα 12/24 ή 50/100. Ως εκ τούτου ουδεμία αντίφαση υφίσταται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητεί να βεβαιωθεί δικαστικά, λόγω απωλείας, η ύπαρξη νομοτύπως καταρτισθείσας ιδιόγραφης διαθήκης, να αναγνωρισθεί το εξ αυτής κληρονομικό του δικαίωμα επί κληρονομιαίου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι κατέχοντες αυτό, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη να του παράσχουν πληροφορίες για τα εντός αυτού ευρισκόμενα κινητά πράγματα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721, 1871, 1880 ΑΚ, 435 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να στραφεί εναντίον όλων των, υπό την ανωτέρω ιδιότητα, κατεχόντων είτε και κατά μερικών εξ αυτών, δοθέντος ότι, επί πλειόνων εναγόντων ή εναγομένων, δεν συντρέχει μεταξύ τους δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 275/2014).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον ανωτέρω αριθμό αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, λόγω απουσίας της εκ των συνδεομένων με αναγκαστική ομοδικία κληρονόμων-εναγομένων της κριθείσας σχετικής αγωγής του αναιρεσίβλητου Ε.
Ρ., με την αιτιολογία ότι " Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ’ αριθ. ...2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ... Αττικής η 8η εφεσίβλητη Ε. Ρ. του Γ. απεβίωσε την 28.2.2011, δηλαδή μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (6.6.2011) και την άσκηση της ένδικης έφεσης στις 13-9-2011.
Αν και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εκκαλών, κατά την άσκηση της έφεσης, δεν είχε λάβει γνώση του θανάτου της ανωτέρω, επειδή ουδείς εκ των κληρονόμων της θέλησε να συνεχίσει τη παρούσα δίκη, θα πρέπει ως προς αυτήν (λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας που τη συνδέει με τους λοιπούς εφεσιβλήτους) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη έφεση, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας".
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τους εναγομένους-κληρονόμους συνέδεε απλή ομοδικία, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ. 3 και 4 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4335/2015 (έναρξη από 1-1-2006), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, ενώ για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237 του ίδιου Κώδικα, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ένορκη βεβαίωση, πέραν των άνω επιτρεπομένων τριών, επιτρεπτά προσκομίσθηκε και λαμβάνεται υπόψη, ως πρόσθετη, διότι έγινε σε αντίκρουση ένορκης βεβαίωσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δέχθηκε ότι επιτρεπτά προσκομίσθηκε με επίκληση και την έλαβε υπόψη, ως τέταρτη (πρόσθετη), και η υπ’ αριθ. .../18-11-2010 ένορκη βεβαίωση του Π.
Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για το λόγο ότι αυτή, ως εκ του κειμένου της προκύπτει, όπως κυριαρχικώς και ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε το Εφετείο κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έγινε προς αντίκρουση της υπ’ αριθ. .../29-10-2010 ένορκης βεβαίωσης του Σ. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκόμισαν οι 1η, 5η και 6η των εφεσιβλήτων-εναγομένων, οι οποίοι και έπρεπε να κλητευθούν προς τούτο, εφόσον μόνον εκείνους αφορούσε η σχετική αντίκρουση, χωρίς υποχρέωση κλήτευσης και των υπολοίπων, απλών ομοδίκων τους, εφεσιβλήτων-εναγομένων.
Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, ως πρόσθετη, γενόμενη, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σε αντίκρουση της, ως άνω, προσκομισθείσας από τους τρεις προαναφερθέντες εφεσιβλήτους-εναγομένους ένορκης βεβαίωσης, οι οποίοι και κλητεύθηκαν γι’ αυτήν, εφόσον μόνον εκείνους αφορούσε, χωρίς να κλητευθούν οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ.
και ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2016 αίτηση της Σ. συζύγου Σ. Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 395/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ