Supreme Court dismisses appeal for failure to consider substantive facts and improper evidentiary document review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling that the lower court did not properly consider the appellants' substantive claims regarding their father's 1954 property distribution. The court held that the appellate court's evaluation of procedural documents as evidentiary means was not subject to review under Article 561(2) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) K.Pol.D.; Art. 561(2) K.Pol.D.: The Supreme Court reviews whether the court of first instance considered all relevant facts and arguments; however, the evaluation of procedural documents as evidentiary means for proving other facts is not reviewable unless a legal rule is violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 828/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... χας Χ1, 2. ... του Χ1 και 3. ... του Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πουλόπουλο, με δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ1 του Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Χατζηβασιλειάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2000 μη οριστική, 35/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2587/2006 του Εφετείου Θεσ/νίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο Ψ1, πατέρας του αναιρεσιβλήτου και του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ1 είχε προβεί, κατά το έτος 1954, σε άτυπη διανομή της ακίνητης περιουσίας του, από την οποία ο μεν αναιρεσίβλητος έλαβε, έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν, συνεχώς και αδιαλλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για δικό του και μόνο λογαριασμό το με αριθμό ...επίδικο οικόπεδο και το με αριθμό ...επίδικο αγροτεμάχιο, αντίστοιχα, ο δε άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, σύζυγος και πατέρας τους, αντίστοιχα, έλαβε, έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν με τα ίδια πιο πάνω προσόντα τόσο το με αριθμό ...οικόπεδο, όσο και τα με αριθμούς ..., ..., ...και ..., αντίστοιχα, αγροτεμάχια.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "δεν αποδείχτηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλούντων, ότι εχώρησε άτυπη διανομή των επιδίκων ακινήτων προ του θανάτου του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ψ1....", περαιτέρω δε, με την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης των αναιρεσειόντων κτητικής παραγραφής, έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό των τελευταίων και τον απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα, ότι το με αριθμό ...επίδικο οικόπεδο πωλήθηκε από το Ψ1, άμεσο και απώτερο, αντίστοιχα, δικαιοπάροχο των διαδίκων, στο Θ1, θετό πατέρα του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή, δέχθηκε πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση ως προς την επίμαχη πώληση με βάση τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μετά την έκδοση της 22/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο και τέταρτο κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της παραδοχής της ένδικης αναγνωριστικής συγκυριότητας ακινήτου και εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ειδικότερα σ' αυτούς μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή:
α) την 358/1999 τελεσίδικη και αμετάκλητη ήδη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, με τα συνημμένα σ' αυτή έγγραφα, δηλαδή το...πιστοποιητικό του εν λόγω Ειρηνοδικείου περί μη άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης αυτής, καθώς και τη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας ... αντιγράφου της πιο πάνω απόφασης προς τον τότε ενάγοντα Θ1, β) τη με αριθμό Πρωτ. ...
βεβαίωση της Κοινότητας ...με τις συνημμένες σ' αυτή από 11-10-1995 υπεύθυνες δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου προς τη Κοινότητα, την από 10-10-1995 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσιβλήτου προς το Γραφείο Πολεοδομίας ...και τις από 11-10-1995 υπεύθυνες δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου, του θετού πατέρα του Θ1 και του Ζ1, κατοίκου ..., αντίστοιχα, γ) το από ...
τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ1, δ) τη με αριθμό Πρωτ. ... άδεια οικοδομής "προσθήκης ορόφου επί υπάρχουσας ισόγειας υπερυψωμένης οικοδομής με αριθ. αδείας...", ε) τη ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σκύρδας Στεργίου Βασιλάκη, και στ) την ...άδεια νομιμοποίησης κτίσματος στο με αριθμό ...επίδικο οικόπεδο, για την οποία χρησιμοποίησε ο αναιρεσίβλητος τη ...
βεβαίωση της Κοινότητας ...και την από 10-10-1995 υπεύθυνη δήλωσή του, αντίστοιχα, τα οποία - έγγραφα- επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί άτυπης διανομής κατά το έτος 1954 της ακίνητης περιουσίας του Ψ1 στα δύο άρρενα τέκνα του, δηλαδή τον αναιρεσίβλητο και τον άμεσο δικαιοπάροχό τους, περαιτέρω δε, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ενστάσεων των ίδιων κυκλικής και αποσβεστικής παραγραφής, καθώς και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι μεν ως προς τις από στοιχείο β', από 11-10-1995, υπεύθυνες δηλώσεις των τρίτων Θ1 και Ζ1, που συντάχθηκαν κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, εφόσον οι τελευταίες δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στην τακτική διαδικασία, το Εφετείο δε, δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων, εφόσον δεν έγιναν με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκείμενη δίκη (Ολ ΑΠ 8/1987), ως αβάσιμος δε ως προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησης του καθενός από αυτά.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "..Ακολούθως, στις ...1958 απεβίωσε ο παραπάνω δικαιοπάροχος των διαδίκων Ψ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον ενάγοντα-τέκνο του κατά ποσοστό 3/8, από τον υιό του Χ1-τέκνο του και δικαιοπάροχο των εναγομένων κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου.
Όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, με την υπ'αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του. συμβολαιογράφου Σκύδρας Στέργιου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία περιελήφθησαν όλα τα προπεριγραφόμενα ακίνητα του αποβιώσαντος. Παρά την παραπάνω δήλωση, την οποίαν έκαναν από κοινού όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Χ1 και η μητέρα του ..., προέβησαν και σε νέα δήλωση αποδοχής κληρονομίας, την υπ'αριθμ. ...,ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Παπαδοπούλου-Τσαγιάννη, την οποία επίσης μετέγραψαν νόμιμα, με την οποία αποδέχτηκαν και πάλι την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά κατά ποσοστό 3/8 και 2/8 αντίστοιχα, ο καθένας..." περαιτέρω δε να δεχθεί, ότι: "...Ούτε ενισχύεται ο ισχυρισμός τους περί άτυπης διανομής από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν περιέλαβε στην αγωγή του το υπ'αριθμ. ...οικόπεδο στο οποίο έχει ανεγείρει την κατοικία του, διότι όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα πού προαναφέρθηκαν, το οικόπεδο αυτό είχε πωληθεί ατύπως από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Ψ1 στον θετό πατέρα του ενάγοντα Θ1, ο οποίος και του παραχώρησε την χρήση..", περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, δεδομένου ότι "εάν είχε δήθεν πωληθεί το με αριθμό ...οικόπεδο από το Ψ1 στο Θ1, δεν θα υπήρχε λόγος να συμπεριληφθεί αυτό στην πιο πάνω με αριθμό ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σκύδρας Στεργίου Βασιλάκη στην οποία από κοινού προέβησαν ο αναιρεσίβλητος, ο Χ1 και η μητέρα τους, πολύ δε περισσότερον δεν θα αποδεχόταν, θα είχε αντιδράσει ο αναιρεσίβλητος και δεν θα είχε δεχθεί να συμπεριληφθεί και το με αριθμό ...οικόπεδο στην εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αφού, εάν είχε δήθεν πωληθεί το εν λόγω οικόπεδο στο Θ1, αυτό θα είχε τελικά περιέλθει στον αναιρεσίβλητο, ως μοναδικό κληρονόμο του θετού πατέρα του", έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ. στις καταθέσεις των μαρτύρων-, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του.
Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό τους περί άτυπης διανομής κατά το έτος 1954 της ακίνητης περιουσίας του Ψ1 στα δύο άρρενα τέκνα του (Φ1 και Χ1) και, συνακόλουθα, τον ισχυρισμό των ίδιων περί κτήσης ίδιας συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, δεν προσέδωσε καμιά αποδεικτική δύναμη στην ήδη τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη 358/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-7-1998 αγωγή του θετού πατέρα του αναιρεσιβλήτου Θ1 περί αναγνώρισης της κυριότητάς του στο ήδη επίδικο, με αριθμό ..., οικόπεδο -λόγω αγοράς του από το Ψ1, κατά το έτος 1947,- με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης, τα οποία περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι εισηγητικές εκθέσεις, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης, καθώς και οι αποφάσεις της ίδιας δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: α) της 22/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, β) της 27/2000 εισηγητικής έκθεσης του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, γ) της ...
δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σκύδρας Στεργίου Βασιλάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, δ) της 358/1999 τελεσίδικης και αμετάκλητης απόφασης του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, που προμνημονεύθηκε, ε) της με αριθμό Πρωτ. ... βεβαίωσης της Κοινότητας ..., στ) του από ... τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Μ1, ζ) της με αριθμό Πρωτ. ...
άδειες οικοδομής "προσθήκης ορόφου επί υπάρχουσας υπερυψωμένης ισόγειας οικοδομής με αριθ. αδείας ...", που εκδόθηκε στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, η) των από 7-10-1999 και 4-2-2004, αντίστοιχα, προτάσεων των αναιρεσειόντων της πρώτης και της μετά από απόδειξη συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντίγραφα των οποίων έχουν προσαρτηθεί στις από 17-5-2006 προτάσεις των ίδιων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, θ) της από 9-11-2004 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης, απορριπτικής σε βάρος τους απόφασης και ι) των από 17-5-2006 προτάσεών τους, που προμνημονεύθηκαν, αντίστοιχα, με το να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, περί αποσβεστικής παραγραφής και περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης και, ειδικότερα, να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό των ίδιων, ότι ο Ψ1, πατέρας του αναιρεσιβλήτου και του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ1 είχε προβεί, κατά το έτος 1954, σε άτυπη διανομή της ακίνητης περιουσίας του, από την οποία ο μεν αναιρεσίβλητος έλαβε, έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν, συνεχώς και αδιαλλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για δικό του και μόνο λογαριασμό το με αριθμό ...επίδικο οικόπεδο και το με αριθμό ...επίδικο αγροτεμάχιο, αντίστοιχα, ο δε άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, σύζυγος και πατέρας τους, αντίστοιχα, έλαβε, έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν με τα ίδια πιο πάνω προσόντα τόσο το με αριθμό ...οικόπεδο, όσο και τα με αριθμούς ..., ..., ...και ..., αντίστοιχα, αγροτεμάχια.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν τα υπό στοιχεία α',β',,η',θ'και ι', αντίστοιχα, έγγραφα, εφόσον αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ως προς δε τα λοιπά-έγγραφα-, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, δηλαδή, λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, δηλαδή, των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, που, με επίκληση, προσκομίστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα προμνημονευόμενα έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, στα οποία δεν βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του Εφετείου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των αποδεικτέων γεγονότων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του όρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία, και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει τις προμνημονευόμενες ενστάσεις των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμες χωρίς αιτιολογίες, αλλιώς, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον δεν εκτίθενται σ' αυτούς, παρά μόνο αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του νόμου, δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή αν η παραβίαση των διατάξεων αυτών οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους και, τέλος, δεν προσδιορίζεται ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της τελευταίας, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ορίζεται, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίων αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, δεν εισάγεται νέος, ειδικός λόγος αναίρεσης πέραν εκείνων που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι, αν οι διάδικοι επικαλούνται ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικαστικά έγγραφα, όχι ως τέτοια, αλλά ως αποδεικτικά έγγραφα, προς συναγωγή συμπερασμάτων περί άλλων αποδεικτέων γεγονότων, δηλαδή προς έμμεση απόδειξη, η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου τους δεν υπόκειται, όπως και των μη διαδικαστικών εγγράφων, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν, κατά το γενικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ.
Ο όγδοος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, δεν εκτίμησε το περιεχόμενο της από 5-7-1998 (με αριθμό εκθ. κατάθ. 257/22-7-1998) αγωγής του θετού πατέρα του αναιρεσιβλήτου Θ1, της απορριπτικής της εν λόγω αγωγής 358/1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, που προπαρατέθηκε, καθώς και των σχετικών με την τελεσιδικία και το αμετάκλητο τη τελευταίας εγγράφων, ως αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η εκτίμηση του περιεχομένου των προμνημονευόμενων διαδικαστικών άλλης δίκης εγγράφων, ως αποδεικτικών μέσων συνεκτιμωμένων με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μη προσβάλλουσα κανόνα δικαίου - και εφόσον, με αυτόν δεν γίνεται επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ, αλλά μόνο πλημμελειών από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2007 αίτηση των αναιρεσειόντων .... κ.ά. για αναίρεση της 2587/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ