Supreme Court refers appeal to plenary session regarding admissibility of witness testimony to prove stock order contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court referred a specific ground of appeal to its plenary session due to a question of general legal interest concerning evidence rules. The appellant argued that witness testimony should be admissible to prove stock order contracts, contrary to the strict statutory requirement for written records in the Exchange. The court recognized the broader issue regarding the interpretation of evidence laws versus specific registration mandates.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(5) of Law 3632/1928 and 27(1) of Law 1806/1988: The court must determine whether specific statutory recording requirements for stock orders preclude the use of other legal means of proof, such as witness testimony, or if such requirements are merely evidentiary preferences.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 828/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένους Δημοσθένη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4309/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του Ν. 3632/1928,όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν.3152/ 2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 παρ. 1 και 2 Ν.1806/1988 προέβλεπε α) ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) ότι για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) ότι το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.
Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ. 1 του Ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνωάρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.
Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ'αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδα συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.
Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο κατά την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος για χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε για λογαριασμό του , κατά το από 3-3-2000 έως 12-3-2001 χρονικό διάστημα, από τις οποίες προέκυψε σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο και της επιδικάσθηκε.
Με τον πρώτο λόγο αναιρεσέως, όπως αυτός εκτιμάται προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος είχε δώσει στην αντίδικο του ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τις αμφισβητούμενες εντολές προς αγορά μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη όχι τα οριζόμενα στο νόμο ειδικά βιβλία και στοιχεία, αλλά και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και επομένως έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος γιατί αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και ικανό αριθμό συναφών υποθέσεων για τις οποίες εκκρεμούν αιτήσεις αναιρέσεως με τον ίδιο λόγο. Ειδικότερα με το λόγο αυτό τίθεται το ζήτημα εάν οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν επιτρέπουν την απόδειξη της κατάρτισης σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αλλά μόνο με τα νομίμως τηρούμενα από τον χρηματιστή βιβλία και στοιχεία. 'Η εάν η απόδειξη της σύμβασης αυτής (χρηματιστηριακής παραγγελίας) μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες.
Η πρώτη ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται από το ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 εδ.α του ν.1896/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 του ν. 2533/1997, θεσπίστηκε όχι μόνο για τη διασφάλιση της διαφάνειας των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά και την εμπέδωση της εμπιστοσύνης στο σύστημα εκτελέσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών, καθώς και τη κατοχύρωση των συμφερόντων των συμβαλλομένων και ειδικότερα του συμφέροντος του εντολέως για την πιστή εκτέλεση της εντολής του.
Υπέρ της δεύτερης ερμηνευτικής εκδοχής, την οποία έχει δεχθεί και η ΑΠ 1012/2007, συνηγορεί το ότι α) κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 3632/1928 η απόδειξη από τον χρηματιστή της κατάρτισης της σύμβασης εντολής με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση μόνο έγγραφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς και β) οι διατάξεις του νόμου 2396/1996 που καθορίζουν την λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασία τους με τις ΑΧΕ , σε κανένα σημείο τους δεν ρυθμίζουν τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπουν τον γραπτό τύπο για την χορήγηση εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.
Συνεπώς, λόγω, του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στην Τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναιρέσεως, εκ των οποίων ο δεύτερος λόγος αναφέρεται μόνο σε μέρος της ειδικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης και δη εκείνο που εμπίπτει εντός του έτους 2000.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 5-4-2005++ αίτησης του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 4309/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους της αίτησης αναιρέσεως, μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σε αυτήν λόγο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18-3-2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17-4- 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ