Legislator Case Law & Legislation
827/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive claims regarding employment contracts.

Case Number 827/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for two appellants and dismissed the appeal against the second-instance judgment for the remaining twelve appellants. The court found that the lower court correctly ruled that the employment relationships in question did not create a dispute within the jurisdiction of administrative courts. Consequently, the state health organization was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1) and 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the acceleration of proceedings when a party is absent, and if the opposing party accelerates the discussion, it verifies whether the absent party was legally summoned. Furthermore, if multiple parties participate in an appeal and one was not summoned, the discussion is declared inadmissible for all.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility absence of party legal summons acceleration of proceedings employment contract dispute administrative jurisdiction legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 21(9) of Law 1902/1990
Articles 4(2) and 20(1) of Law 4831/2021

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 827 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 827/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σοφίας Καρυτινού, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) … και 12) Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 610/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2199/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 336/2024, 1308/2022. 110/2020, 593/2016).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 336/2024, 636/2021, 306/2020). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμους ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 542/2020, 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 536/2020, 415/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 536/2020, 306/2020).

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 5.5.2015 (αριθμ. κατάθ. 377/4.6.2015) αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου Αττικής, εκατό πενήντα ένα (151) εναγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι δώδεκα (12) αναιρεσίβλητοι κατά του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη και κατά του δεύτερου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ήδη αναιρεσείοντος, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972.

ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον δεύτερο εναγόμενο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011 στο οποίο έκτοτε απασχολήθηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι από 31.3.2014 μεταφέρθηκαν, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014 στο πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ (6η Δ.Υ.Πε.), όπου έκτοτε απασχολούνται σ' αυτό.

Ότι αυτοί ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιάλειπτα στις αναφερόμενες σ' αυτή υγειονομικές μονάδες. Ότι τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα αρνούνται να τους καταβάλουν για το χρονικό διάστημα από 1.5.2012 έως 15.4.2015 το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 του ν. 4024/2011.

το οποίο δικαιούνται για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους. Με βάση το ιστορικό αυτό. ζήτησαν, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ΝΠΔΔ να καταβάλουν, ευθυνόμενα εις ολόκληρον το αναγραφόμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, με την υπ' αριθμ. 610/2016 οριστική του απόφαση δικάζοντας, ερήμην του πρώτου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μεταξύ των άλλων διατάξεών του,, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους 3° ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο, 15° ενάγοντα και ήδη 2° αναιρεσίβλητο, 35η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη, 57° ενάγοντα και ήδη 4° αναιρεσίβλητο. 58°-59° ενάγοντα και ήδη 5° αναιρεσίβλητο, 60° ενάγοντα και ήδη 6° αναιρεσίβλητο, 78° ενάγοντα και ήδη 7° αναιρεσίβλητο, 105° ενάγοντα και ήδη 8° αναιρεσίβλητο, 106η-107η ενάγουσα και ήδη 9η αναιρεσίβλητη, 113° ενάγοντα και ήδη 10° αναιρεσίβλητο, 129° ενάγοντα και ήδη και ήδη 11° αναιρεσίβλητο και 141° ενάγοντα και ήδη 12° αναιρεσίβλητο και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) η από 20.2.2017 (με αριθ. καταθ. 769/72/2017) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 2199/2020 απόφαση με την οποία α) απορρίφθηκε τυπικά η έφεση ως προς τους ενάγοντες-εφεσίβλητους, ως προς τους οποίους δεν υπήρχε στην πρωτόδικη απόφαση καταψηφιστική διάταξη σε βάρος του δεύτερου εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες - εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, εξαφανίσθηκε ως προς αυτούς η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) να καταβάλει αα) στους 3° ενάγοντα και ήδη 1° αναιρεσίβλητο, 15° ενάγοντα και ήδη 2° αναιρεσίβλητο, 35η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη, 57° ενάγοντα και ήδη 4° αναιρεσίβλητο, 60° ενάγοντα και ήδη 6° αναιρεσίβλητο, 105° ενάγοντα και ήδη 8° αναιρεσίβλητο, 106η ενάγουσα και ήδη 9η αναιρεσίβλητη και 113° ενάγοντα και ήδη 10° αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.175 ευρώ στον καθένα, ββ) στους 58° ενάγοντα και ήδη 5° αναιρεσίβλητο, 129° ενάγοντα και ήδη 11° αναιρεσίβλητο και 141° ενάγοντα και ήδη 12° αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.800 ευρώ στον καθένα και γγ) στον 78° ενάγοντα και ήδη 7° αναιρεσίβλητο το ποσό των 900 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2199/10.2.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε κατά των ως άνω δώδεκα (12) εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων την από 8.2.2022 (αριθμ. καταθ. 9945/25/9.2.2022) αίτηση αναίρεσης. Από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στην ορισθείσα δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (16.4.2024), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους πέμπτο (5°) αναιρεσίβλητο (Ν. Κ.) και έκτο (6) αναιρεσίβλητο (Δ. Λ.), αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7848/16.1.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Π., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσίβλητων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ.

Όμως, οι ως άνω 5ος και 6ος αναιρεσίβλητοι, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις αυτών προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω 5ος και 6ος αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους η ένδικη από 8.2.2022 (αριθμ. καταθ. 9945/251/9.2.2022) αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ από τη δημοσίευση στις 10.2.2020 της προσβαλλόμενης απόφασης (2199/2020) και δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρα 552, 553. 556. 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1-2 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 4 παρ, 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 796/2022, 438/2022). Περαιτέρω, άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και πριν την κατάργησή του από 1.1.12016 με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.

Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)". που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ.

δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 18/2020, 1389/2019, 957/2018). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ, ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011. και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).

Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012).

στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 410/2023, 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 410/2023, 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 410/2023, 194/2023, 306/2020).

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 194/2023. 306/2020). Επακολούθησε ο ν. 4238/2014. που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών Περιφερειών (Δ.

Υ.I I.E.). ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών. Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. I. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2199/2020 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Οι 3ος,15ος, 35η, 57ος, 58oς - 59ος, 60oς, 78ος, 105ος. 106η-107η. 113ος, 129ος και 141ος των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) είναι ιατροί με την αναφερόμενη στο εισαγωγικό τμήμα αυτής της απόφασης ειδικότητα ο καθένας (καρδιολόγος, οφθαλμίατρος, γενική ιατρός, καρδιολόγος, άνευ ειδικότητας, χειρούργος, δερματολόγος, ρευματολόγος, οδοντίατρος, παιδίατρος, νευρολόγος - ψυχίατρος και δερματολόγος αντίστοιχα), που είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ με ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ΝΔ 1024/1972 και υπηρετούσαν από το χρόνο της πρόσληψής τους στις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του Ιδρύματος, προσφέροντας ανάλογα με την ειδικότητά τους τις υπηρεσίες τους στους παραπάνω χώρους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση εντός του ωραρίου τους, ενώ από 01.01.2012 και μετά την ένταξη των κλάδων υγείας του ΙΚΑ στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις μεταφερόμενες σε αυτό υγειονομικές μονάδες. Το μισθολόγιο των εφεσιβλήτων διεπόταν από τις 16.06.1993, οπότε και με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 ν. 2150/1993 εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ, από το ν. 1505/1984, ακολούθως από το ν. 2470/1997, στη συνέχεια από το ν. 3205/2003 και από 01.11.2011 (δηλαδή και για το ένδικο χρονικό διάστημα) από το.

ν. 4024/2011. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι εφεσίβλητοι παρείχαν ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του εκκαλούντος, εργαζόμενοι αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο στους χώρους των αναφερόμενων στο εισαγωγικό τμήμα αυτής της απόφασης υγειονομικών μονάδων του με τις αντίστοιχες ειδικότητές τους.

Κατά την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων τους στους χώρους των υγειονομικών μονάδων συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, που έφεραν λοιμωξιγενή ή μικροβιακά στελέχη ή έπασχαν από σοβαρές λοιμώδεις και μεταδοτικές νόσους, που είχαν αυξημένο κίνδυνο μεταδοτικότητας, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους παραπάνω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα για αυτούς, καθώς κατά τη διάρκειά τους έρχονταν σε επαφή με ασθενείς και τα σωματικά εκκρίματά τους, μερικοί εκ των οποίων μάλιστα έπασχαν από μεταδοτικές νόσους (λ.χ.

ηπατίτιδα, αφροδίσια νοσήματα, ιογενείς νόσους του αναπνευστικού συστήματος, δερματικές παθήσεις κλπ.) Περαιτέρω, οι χώροι, όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους (πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας), ενείχαν και αυτοί επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα, καθώς αποτελούσαν χώρους συγκέντρωσης ασθενών. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας των εφεσιβλήτων ήταν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, που αμείβεται με το ίδιο μισθολόγιο με τους εφεσίβλητους ιατρούς και στο οποίο χορηγήθηκε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012).

Συνεπώς, ο αποκλεισμός τους από τη χορήγηση του διεκδικούμενου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150,00 ευρώ μηνιαίως, αποτελεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, όπως άλλωστε είχε γίνει δεκτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και για το προβλεπόμενο από τους νόμους 2470/1997 και 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, του οποίου μετεξέλιξη αποτελεί το διεκδικούμενο από τους εφεσιβλήτους επίδομα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150,00 ευρώ μηνιαίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η 106η-107η εφεσίβλητη Β. Π. συνδεόταν με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. με μόνιμη σχέση εργασίας, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, καθότι δεν επαρκεί προς απόδειξη του ισχυρισμού του η προσκόμιση του με αρ. πρωτ. ΔΒ1Ε/6863/25.02.2016 εγγράφου του ίδιου, αλλά απαιτούνταν τουλάχιστον η προσκόμιση του ΦΕΚ πρόσληψης της συγκεκριμένης υπαλλήλου.

Συνεπώς, η σύμβαση εργασίας της δε δημιουργεί διαφορά που άπτεται της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με αυτό το περιεχόμενο, τυγχάνει αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι 3ος, 15ος, 35η, 57ος, 60ος, 105ος, 106η-107η και 113ος των εφεσιβλήτων παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εκκαλούντος καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 20.03.2014, όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Αντιθέτως, η υπαλληλική σχέση του 58ου-59ου εφεσιβλήτου έληξε την 01.01.2014 λόγω συνταξιοδότησής του (ΦΕΚ Γ' 62/23.01.2014), συνεπώς δικαιούται το παραπάνω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2013, δηλαδή για 12 μήνες, του 78ου εφεσιβλήτου η υπαλληλική σχέση έληξε την 28.06.2013 λόγω καταγγελίας της σύμβασής του (ΦΕΚ Γ' 820/01.08.2013), συνεπώς δικαιούται το παραπάνω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 27.06.2013, δηλαδή για 6 μήνες, η υπαλληλική σχέση του 129ου εφεσιβλήτου έληξε την 31.12.2013 λόγω καταγγελίας της σύμβασής του (ΦΕΚ Γ 395/31.03.2014), συνεπώς δικαιούται το παραπάνω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.12.2013, δηλαδή για 12 μήνες και η υπαλληλική σχέση του 141ου εφεσιβλήτου έληξε την 01.01.2014 λόγω συνταξιοδότησης (ΦΕΚ Γ' 395/31.03.2014).

συνεπώς δικαιούται το παραπάνω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 31.12.2013. δηλαδή για 12 μήνες. Με βάση τα αποδειχθέντα. το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, επιδίκασε στους συγκεκριμένους εφεσιβλήτους (58°-59°. 78°, 129° και 141°) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας γνα ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 20.03.2014, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης είναι βάσιμος κατ' ουσίαν (....).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 3ου, 15ου, 35ης, 57ου, 58ου-59ου, 60ου, 78ου, 105ου, 106ης-107ης, 113ου, 129ου και 141ου των εφεσιβλήτων και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους παραπάνω εφεσίβλητους, τόσο κατά το θιγέν σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, όσο και κατά τα μη θιγέντα κεφάλαια αυτής, χάριν της ενότητας του τίτλου της εκτέλεσης.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, καθότι περιέχει όλα τα αναγκαία κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του δεύτερου λόγου έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται το αντίθετο, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το μέρος που ασκείται από τους 3°, 15°, 35η, 57°, 58° (ο οποίος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 59° κατά την αρίθμηση της αγωγής), 60°, 78°, 105°, 106η (η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την 107η κατά την αρίθμηση της αγωγής), 113°, 129° και 141° των εναγόντων κατά του εναγόμενου ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" και να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σε έκαστο των 3ου, 15ου, 35ης, 57ου, 60ου, 105ου, 106ης(η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την 107η κατά την αρίθμηση της αγωγής) και 113ου των εναγόντων το ποσό των (150,00 ευρώ χ 14,5 μήνες=) 2.175,00 ευρώ, σε έκαστο των 58ου (ο οποίος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον 59° κατά την αρίθμηση της αγωγής), 129ου και 141ου των εναγόντων το ποσό των (150,00 ευρώ χ 12 μήνες=) 1.800,00 ευρώ και στον 78° ενάγοντα το ποσό των (150,00 ευρώ χ 6 μήνες=) 900,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο, με βάση τις ανέλεγκτες, ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, παραδοχές του ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης αρχικά στο ΙΚΑ και μετέπειτα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), με καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε χώρους (πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας) που ενείχαν επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα, καθώς αποτελούσαν χώρους συγκέντρωσης ασθενών με τους οποίους συγχρωτίζονταν και που είχαν αυξημένο κίνδυνο μεταδοτικότητας λοιμώξεων και νόσων, με συνθήκες το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με αυτές του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων των ιδίων υγειονομικών σχηματισμών με αυτούς (αναιρεσίβλητους) που λαμβάνουν το ως άνω επίδομα, ότι συνεπώς και οι αναιρεσίβλητοι δικαιούται, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, το επίδομα αυτό για το επίδικο χρονικό διάστημα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ' αριθμ.

οικ. 2/165/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/24.2.2012) και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον στον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν πληρούσαν την τασσόμενη στην προαναφερόμενη ΚΥΑ προϋπόθεση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στους χώρους που απασχολούνταν στις Τοπικές Μονάδες ΙΚΑ και μετέπειτα του ΕΟΠΥΥ, εφόσον ασχολούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα από Δευτέρα έως Πέμπτη Χ 5 και 1/2 ώρες και την Παρασκευή 5 ώρες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνταν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Σε κάθε δε περίπτωση η απασχόληση των αναιρεσίβλητων στους παραπάνω υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης αρχικά του ΙΚΑ, στη συνέχεια του ΕΟΠΥΥ είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το νόμιμο τους ωράριο, που ανερχόταν με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του από 30/3-3/4/1951 Β.Δ. "περί μισθολογίου του προσωπικού του ΙΚΑ" (ΦΕΚ Α 92), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του από 14.11.1956 Β.Δ "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 30/3-3/4/51 Β.Δ.

περί μισθολογίου προσωπικού ΙΚΑ" (ΦΕΚ 272Α) σε 4 και 1/2 ώρες ημερησίως (ήτοι συνολικά επί εξαημέρου τότε απασχόλησης 27 ώρες την εβδομάδα), που αντιστοιχεί στο ωράριο εργασίας που ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι ασχολούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα οι αναιρεσίβλητοι επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (4 ημέρες Χ 5 και 1/2 ώρες + 1 ημέρα Χ 5 ώρες = 27 ώρες την εβδομάδα).

Περαιτέρω, η ως άνω καταβολή του επιδίκου επιδόματος στους αναιρεσείοντες δεν επηρεάζεται από το ότι αυτοί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είχαν τη δυνατότητα, παράλληλης άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος, εκτός του νομίμου ωραρίου τους, εφόσον η διάταξη της παρ.6 της ως άνω ΚΥΑ αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και σε ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του επιδίκου επιδόματος, εντός του προβλεπόμενου νομίμου ωραρίου απασχόλησης (ΑΠ 885/2023).

Επομένως τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας. Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου (ΑΠ 6/2023, 959/2020, 1349/2019). Αντίθετα ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1134/2023, 195/2023, 1690/2022, 598/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 που ορίζει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος και όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (All 1134/2023, 366/2020. 1097/2019, 43/2016).

Στην περίπτωση, δε, θετικής ή αρνητικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και σε περίπτωση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων οι εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ιδίου κώδικα, λόγοι αναίρεσης που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 268/2023, 1319/2022, 1529/2017).

Τέλος, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο προαναφερθέν άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ 1019/2023, ΑΠ 1032/2019) και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1019/2023, 1702/2018).

Στους προαναφερθέντες περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 839/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο εκ των αριθμών 3 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο είχε προβάλλει ότι η 9η αναιρεσίβλητη συνδεόταν με το ΙΚΑ με μόνιμη σχέση εργασίας, όπως αυτό βεβαιώνεται στο υπ' αριθμ.

πρωτ. ΔΒ1 Γ/40/6863/25.2.2016 έγγραφο του Τμήματος Πειθαρχικών και Δικαστικών Υποθέσεων Υπαλλήλων της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης και Σχεδιασμού Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας του ΕΟΠΥΥ το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ότι ως εκ τούτου αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη ήταν τα διοικητικά Δικαστήρια και ότι με την ως άνω κρίση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω δημοσίου εγγράφου.

Ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτονται πλημμέλειες εκ των αριθμών 20 του άρθρου 559 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι α) ως προς την αποδιδόμενη από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε μετά από έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και συνακόλουθα δεν παρέχεται κατ' αυτής ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν διαλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ιδίου κώδικα και β) ως προς δε την αποδιδόμενη από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

σε περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου, αφού οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι διατάξεις δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Τέλος ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται σ' αυτόν η εκ του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπέρβασης δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικάσαντος Δικαστηρίου ως προς την 9η αναιρεσίβλητη, ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό η έννομη σχέση που συνέδεε αυτή (9η αναιρεσίβλητη) με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή με ποια σχέση εργασίας εργαζόταν σ' αυτό μέχρι την 20.3.2014 που λύθηκε η εργασιακή της σχέση αλλά αναφέρεται μόνο ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη συνδεόταν με το ΙΚΑ με μόνιμη σχέση εργασίας, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η 9η αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί στο ΙΚΑ ως οδοντίατρος με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ΝΔ 1024/1972 (όπως και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι), ότι από 1.1.2012 μετά την ένταξη των κλάδων Υγείας του ΙΚΑ στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) προσέφερε τις υπηρεσίες της στις μεταφερόμενες σ' αυτό υγειονομικές μονάδες και ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνδεόταν με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) με μόνιμη σχέση εργασίας, καθότι δεν επαρκούσε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος η προσκόμιση του υπ' αριθμ.

πρωτ. ΔΒ1 Γ/40/6863/25.2.2016 εγγράφου του αναιρεσείοντος, αλλά απαιτούταν και η προσκόμιση του Φ.Ε.Κ. πρόσληψης της συγκεκριμένης υπαλλήλου, απορρίπτοντας κατ' ουσία το σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ως εκ των ως άνω ανέλεγκτων, ως προς τα πράγματα, παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ορθά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η σύμβαση της αναιρεσείουσας δεν δημιουργούσε διαφορά που άπτεται της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο (1°), δεύτερο (2°), τρίτη (3η), τέταρτο (4°), έβδομο (7°), όγδοο (8°), ένατη (9η), δέκατο (10°), ενδέκατο (11°) και δωδέκατο (12°) αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσίβλητων που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία επιβάλλονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990 αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του ν. 4831/2021 (ΑΓΙ 734/2023. 1298/2022. 1112/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8.2.2022 (αριθμ. καταθ. 9945/25/2022) αίτηση αναίρεσης ως προς τους πέμπτο (5°) και έκτο (6°) αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει την από 8.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2199/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τους πρώτο (1°), δεύτερο (2°). τρίτη (3η), τέταρτο (4°), έβδομο (7°), όγδοο (8°), ένατη (9η), δέκατο (10°), ενδέκατο (11°) και δωδέκατο (12°) αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου (1ου), δεύτερου (2ου), τρίτης (3ης), τέταρτου (4ου), έβδομου (7ου), όγδοου (8ου), ένατης (9ης), δέκατου (10ου), ενδέκατου (11ου) και δωδέκατου (12ου) αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ