Legislator Case Law & Legislation
827/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding unequal seniority bonus distribution among employees.

Case Number 827/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court of Athens decision concerning unequal seniority bonus distribution. The appellants argued that employees assigned to specific units received a superior officer bonus despite not holding actual supervisory duties, violating constitutional equality principles. The court found the lower court's rejection of this claim based on the nature of the duties insufficient and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; The principle of equality before the law requires that similar situations be treated similarly, and distinctions must be based on objective and reasonable criteria, not merely on formal titles or assignments without corresponding substantive responsibilities.

Keywords

AI generated
Constitutional Equality Seniority Bonus Labor Dispute Supervisory Duties Appeal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 827 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 827/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Κ. του Δ., κατοίκου …, 2.Π. Π. του Ε., κατοίκου …, 3.Ε. Π. του Η., κατοίκου …, 4.Α. Χ. του Σ., κατοίκου …, και 5.Δ. Χ. του Ν., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παπαχαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Ε.. Η.. Α..Ε.. («Δ..Ε..Η.. Α..Ε..), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 7015/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης .../24.3.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 7015/18.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, επί της 26.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.

Α." κατά της με αριθμό 496/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων. Ειδικότερα, με τη με αριθμό 496/2019 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την από 31.1.2017 και με αριθμό κατάθεσης .../2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί εξέθεταν ότι είναι υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.

Α.", ότι, αν και έχουν αποσπασθεί στις Δ..Υ..Π. που για τον καθένα τους προσδιορίζουν, βάσει των νομικών διατάξεων, που παραθέτουν, μισθοδοτούνται από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη και υπάγονται στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού αυτής, ότι όλοι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες (πλην της έκτης ενάγουσας και ήδη έκτης αναιρεσείουσας, στην οποία ανατέθηκαν καθήκοντα ευθύνης από 16.12.2012 χωρίς να της χορηγηθεί το επίδικο ειδικό επίδομα) μέχρι και τις 31.1.2015 ελάμβαναν το προβλεπόμενο στο άρθρο 40 παρ. 3 του ως άνω Κανονισμού ειδικό επίδομα οργανικού στελέχους, ως ασκούντες τα καθήκοντα προϊσταμένου που παρέθεταν για τον καθένα τους και ότι από τις 1.2.2015 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη διέκοψε την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, το οποίο, όμως, εξακολουθούν να δικαιούνται, καθότι :α) και μετά την 1.2.2015 ασκούν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, για την εκτέλεση των οποίων το ειδικό αυτό επίδομα τους είχε χορηγηθεί β) ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση ανάκλησης των καθηκόντων τους αυτών και γ) το εν λόγω επίδομα συνεχίζεται να καταβάλλεται στους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους τους, που έχουν αποσπασθεί στις αναγραφόμενες στην αγωγή Δ..Υ..Π., με βάση δε τους ισχυρισμούς τους αυτούς και επικαλούμενοι τις διατάξεις των νόμων κατ' επιταγή των οποίων αποσπάσθηκαν στις Δ..Υ..Π., τις σχετικές διατάξεις του "Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της Δ." και τις θεμελιούμενες στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος, αντίστοιχα, αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι από 1.2.2015 για τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ενάγοντες και από 16.10.2012 για την έκτη ενάγουσα και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και από 1.2.2015 μέχρι 30.4.2016 για την έβδομη ενάγουσα, αυτοί ασκούσαν τα καθήκοντα προϊσταμένου που παρέθεταν, με συνέπεια να δικαιούνται για τα χρονικά αυτά διαστήματα το αντίστοιχο για τη θέση καθενός ειδικό επίδομα οργανικών στελεχών και β) να τους επιδικασθούν τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενα κατά τις ως άνω χρονικές περιόδους και μη καταβληθέντα μηνιαία ειδικά επιδόματα οργανικών στελεχών, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 7015/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 26.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 496/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ηττηθέντες εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24.3.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, δημοσιεύθηκε στις 18.12.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο Γενικός Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.. Ε.. Η.. (ΚΚΠ/Δ.), κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών του Προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (Δ.)" (ΦΕΚ Α 364), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 761/2018).

Στο άρθρο 40 αυτού ορίζονται τα εξής: "1. Δι' αποφάσεων του Διοικητού και βάσει της εκάστοτε ισχύουσας διαρθρώσεως των υπηρεσιών της Δ., ανατίθενται καθήκοντα προϊσταμένων, οιασδήποτε στάθμης διοικήσεως, εις μισθωτούς της Δ.. 2. Η εν τη προηγουμένη παραγράφω ανάθεσις καθηκόντων ενεργείται κατά τας διατάξεις του Κανονισμού διαρθρώσεως υπηρεσιών της Δ.

και κατ' ουδέν μεταβάλλει την υπηρεσιακήν κατάστασιν του μισθωτού, όστις διατηρεί το μισθολογικόν του κλιμάκιο και την οργανικήν θέσιν της Κατηγορίας εις ην ανήκει. 3 Μισθωτοί εις ους ανετέθησαν καθήκοντα προϊσταμένου, δικαιούνται καθ' όλην την χρονική διάρκειαν ασκήσεως των καθηκόντων τούτων, πάντων των δια την οικείαν θέσιν τυχόν προβλεπομένων ειδικών επιδομάτων, ων η χορήγησις διακόπτεται άμα τη ανακλήσει υπό του Διοικητού της περί αναθέσεως καθηκόντων προϊσταμένου αποφάσεώς του.

Η διακοπή της καταβολής των επιδομάτων τούτων άρχεται από της πρώτης του επομένου, της χρονολογίας εκδόσεως της ανακλητικής αποφάσεως του Διοικητού, μηνός". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 40 του ΚΚΠ/Δ. προκύπτει ότι το ειδικό επίδομα, που προβλέπεται για την αντίστοιχη θέση προϊσταμένου της Δ. Α., στην οποία τοποθετείται μισθωτός της με απόφαση του Διοικητή της, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πραγματική άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, διότι χορηγείται μόνον κατά τη διάρκεια που ο μισθωτός ασκεί τα καθήκοντα αυτά και η καταβολή του διακόπτεται αμέσως με τη νεώτερη απόφαση του Διοικητή της Δ.

Α. περί ανάκλησης της άσκησης των ανατεθέντων καθηκόντων προϊσταμένου.

Περαιτέρω, με τις παραγράφους 5 και 10 του άρθρου 46 "Θέματα Προσωπικού", που είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Ε "Ρυθμίσεις ΕΟΠΥΥ" του ν. 4075/2012 "Θέματα Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, Ασφαλιστικών Φορέων, προσαρμογή νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/18/ΕΕ και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 89/11.4.2012), όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 αντικαταστάθηκε αρχικά με την παρ. 1 του άρθρου 13 της από 31.12.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 256/31.12.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4147/2013 (ΦΕΚ Α 98/26.4.2013) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την παρ. 5 του άρθρου 127 του ν. 4249/2014 (ΦΕΚ Α 73/24.3.2014) ορίζονται τα εξής: "5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίζεται το προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση ή διάθεση στο Τ. κατά την ημερομηνία ένταξης του κλάδου υγείας στον ΕΟΠΥΥ και το οποίο εξακολουθεί να υπηρετεί με απόσπαση ή διάθεση στον ΕΟΠΥΥ. Η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των υπαλλήλων αυτών διέπεται από τον ισχύοντα κανονισμό λειτουργίας προσωπικού και το ισχύον εκάστοτε μισθολόγιο των υπηρεσιών από τις οποίες προέρχονται.

Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες εισφορές εργοδότη για τους αποσπασμένους υπαλλήλους της Δ. Α. βαρύνουν τη Δ. Α. και ο ΕΟΠΥΥ και οι ΔΥΠε αποδίδουν στην εταιρεία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους που προκύπτει από την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2012, που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, για δε τους με διάθεση υπαλλήλους, συνεχίζουν να βαρύνουν τους φορείς από τους οποίους οι εν λόγω υπάλληλοι προέρχονται" και "10.

Οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ. του Τ., οι οποίοι εξακολουθούν να υπηρετούν με απόσπαση από τη Δ. Α. στον ΕΟΠΥΥ, τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων του ΕΟΠΥΥ με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών υγείας στο προσωπικό της Δ.

Α.". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των παραγράφων 5 και 10 του άρθρου 46 του ν. 4075/2012, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν. 4075/2012 αντικαταστάθηκε (τελικά) με το άρθρο 127 παρ. 5 και του ν. 4249/2014, προκύπτουν τα εξής: α) Η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ.

του Τ., οι οποίοι εξακολουθούν να υπηρετούν με απόσπαση από τη Δ. Α. στον ΕΟΠΥΥ ή στις Δ..Υ..Π., διέπεται από τον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου "Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.. Ε.. Η..". β) Οι αποσπασμένοι στον ΕΟΠΥΥ ή στις Δ..Υ..Π. (Διοικητικές Υγειονομικές Περιφέρειες) προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ.

τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων αυτού, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών υγείας στο προσωπικό της Δ. Α.. γ) Οι αποσπασμένοι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ. όταν ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων οργανικών μονάδων του ΕΟΠΥΥ ή των Δ..Υ..Π.

δικαιούνται το ειδικό επίδομα που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 40 του "Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Δ." και δ) η Δ. Α., που βαρύνεται με τη μισθοδοσία τους, δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού Δ., οι οποίοι ουσιαστικά ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου στις οργανικές μονάδες του ΕΟΠΥΥ ή των Δ..Υ..Π., που έχουν αποσπασθεί, εκ μόνου του λόγου ότι δεν τους έχει γίνει τυπική ανάθεση καθηκόντων από το νομικό πρόσωπο, στο οποίο έχουν αποσπασθεί και το οποίο έχει τη νομική υποχρέωση να τους αναθέσει καθήκοντα ευθύνης προϊσταμένου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 485/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας τις παραδοχές που παραθέτουν, στερείται επαρκούς αιτιολογίας, καθότι: α) δεν προσδιορίζει την ειδικότερη φύση των ασκουμένων από τους αναιρεσείοντες καθήκοντων στις Διοικητικές Υγειονομικές Περιφέρειες (Δ..Υ..Π.), στις οποίες κατά τα αναγραφόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα έχουν αποσπασθεί, ώστε σε αντιπαραβολή με τα καθήκοντα προϊσταμένου στις ίδιες Δ..Υ..Π., τα οποία επίσης δεν προσδιορίζει, να μπορεί να κριθεί αν τα καθήκοντα που πράγματι αυτοί ασκούσαν, συνιστούν στην ουσία καθήκοντα προϊσταμένου κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Δ.

για την εκτέλεση των οποίων δικαιούνται το προβλεπόμενο στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ειδικό επίδομα και β) δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο η Δ. Α., η οποία μέχρι και τις 31.1.2015 τους κατέβαλε το επίδικο ειδικό επίδομα, από 1.2.2015 διέκοψε την καταβολή του μολονότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση των καθηκόντων τους και δεν εκδόθηκε σχετική πράξη ανάκλησης των καθηκόντων τους αυτών.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, προέβη στις ακόλουθες, αναιρετικώς ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) παραδοχές: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη και ήδη εκκκαλούσα και υπηρετούν ως αποσπασμένο προσωπικό της στις ανά την Ελλάδα Διοικητικές Υγειονομικές Περιφέρειες (Δ..Υ..Π.) του Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.).

Η Δ. ήταν αρχικώς διφυές νομικό πρόσωπο που λειτουργούσε ως επιχείρηση με συγκεκριμένη δραστηριότητα και με το Ν. 4491/1966 ανέλαβε και ενεργούσε την κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού της, η οποία περιελάμβανε την κύρια ασφάλιση που κάλυπτε τους κλάδους Συντάξεων, Υγείας και Πρόνοιας - Αντιλήψεως, καθώς και την επικουρική ασφάλιση.

Με το άρθρο 34 του Ν. 2773/1999 ιδρύθηκε το ΝΠΔΔ "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ." (ΟΑΠ - Δ.) με σκοπό την υποχρεωτική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δ.. Σύμφωνα με την παρ. 7 του πιο πάνω άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν. 2919/2001, το προσωπικό που υπηρετούσε κατά την έναρξη λειτουργίας του ΟΑΠ - Δ.

στην Διεύθυνση προσωπικού Ασφάλισης Προσωπικού της Δ., αποσπάσθηκε αυτοδικαίως στον ΟΑΠ - Δ. χωρίς χρονικό περιορισμό. Επιπλέον, ορίσθηκε ότι η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των υπαλλήλων αυτών θα διέπετο από τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού Δ. και το ισχύον εκάστοτε μισθολόγιο.

Έτσι, αποσπάσθηκαν εκ του νόμου στον ΟΑΠ-Δ. οι υπάλληλοι της Δ. που κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου υπηρετούσαν στη Διεύθυνση προσωπικού Ασφάλισης Προσωπικού της Δ.. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν και οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι. Με το Ν. 3655/2008 ο Κλάδος Σύνταξης του ΟΑΠ-Δ. εντάχθηκε ως αυτοτελής τομέας στον Κλάδο Σύνταξης του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ.

Με τον ίδιο νόμο συστήθηκε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ.", στον οποίο εντάχθηκε ο Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης, ο Κλάδος Υγείας και ο Κλάδος Πρόνοιας του ΟΑΠ-Δ. ενώ σ' αυτό αποσπάσθηκαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι. Με τις διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 13 του Ν. 4075/2012, ο Κλάδος Υγείας του Τ. εντάχθηκε στον ΕΟΠΠΥ (ενν.

ΕΟΠΥΥ), όπως και οι αντίστοιχες μονάδες παροχής υγείας με το σύνολο του εξοπλισμού τους, επί πλέον δε, με τις ίδιες διατάξεις αποσπάσθηκαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι στον ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ). Στην ίδια διάταξη ορίστηκε ότι η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των υπαλλήλων αυτών θα διέπετο από τον ισχύοντα Κανονισμό λειτουργίας Προσωπικού και το ισχύον εκάστοτε μισθολόγιο των υπηρεσιών από τις οποίες προέρχονταν.

Επίσης, στη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 46 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του ΚΑΠ- Δ. του Τ., οι οποίοι εξακολουθούν να υπηρετούν με απόσπαση από τη Δ. Α. στον ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ), τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων του ΕΟΠΠΥ (ενν.

ΕΟΠΥΥ). Από τα αυτά αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, υπηρετούν όλοι ως αποσπασμένο προσωπικό της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας στις κάτωθι αναφερόμενες Δ..Υ..Π., που συγκροτούν το πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 4238/2014 και της υπ' αριθμ.

Υ10β/Γ.Π.οικ.32668/14.4.2014 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Υγείας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Ειδικότερα: Ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος υπηρετεί πλέον στη 2η Δ..Υ..Π.. - ΠΕΚ Νήσων Αιγαίου με έδρα στον Πειραιά. Η δεύτερη ενάγουσα - εφεσίβλητη υπηρετεί στην 1η Δ..Υ..Π.

ενώ στην ίδια υπηρεσία υπηρετεί και ο τέταρτος ενάγων - εφεσίβλητος. Ο τρίτος και η έκτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων υπηρετούν στην 3η Δ,Υ.Πε., ο πέμπτος ενάγων - εφεσίβλητος υπηρετεί στην 6η Δ,Υ.Πε. και τέλος, η έβδομη ενάγουσα - εφεσίβλητη υπηρετεί στην 5η Δ,Υ.Πε. Κατά την απόσπασή τους στον ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ), ο τελευταίος ως άνω ασφαλιστικός οργανισμός έπρεπε να μεριμνήσει για την τοποθέτησή τους σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων στο ΕΟΠΠΥ (ενν.

ΕΟΠΥΥ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 46 του Ν. 4075/2012 σύμφωνα με την οποία οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του ΚΑΠ- Δ. του Τ., οι οποίοι εξακολουθούν να υπηρετούν με απόσπαση από τη Δ. Α. στον ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ), τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου σε θέσεις Προϊσταμένων οργανικών μονάδων στον ΕΟΠΠΥ (ενν.

ΕΟΠΥΥ), αφού οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι της εναγομένης - εκκαλούσας είχαν προγενέστερες αναθέσεις καθηκόντων προϊσταμένων από τα αρμόδια όργανα του Τ.. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 αναδιαμορφώθηκε το Εθνικό Σύστημα υγείας (Ε.Σ.Υ.) και συστήθηκε εντός αυτού το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ) στο οποίο εντάχθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι μονάδες παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ΕΟΠΠΥ (ενν.

ΕΟΠΥΥ), ως αποκεντρωμένες μονάδες των αντίστοιχων Δ..Υ..Π., ενώ για το αποσπασμένο προσωπικό της Δ. Α. που υπηρετούσε στον ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ) προβλέφθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4238/2014 ότι θα εξακολουθήσει να υπηρετεί με απόσπαση στις οικείες Δ..Υ..Π.., οπότε και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι αποσπάσθηκαν στις πιο πάνω Δ..Υ..Π.

του Π.Ε.Δ.Υ. Τόσο με το ν. 4147/2013 όσο και με την παρ. 5 του αρ. 127 του Ν. 4249/2015 (ορθό ν. 4249/2014) ορίσθηκε ότι η μισθοδοσία του αποσπασμένου προσωπικού της εναγόμενης - εκκαλούσας θα βαρύνει τη Δ. Α. και ο ΕΟΠΠΥ (ενν. ΕΟΠΥΥ) και οι ΔΥΠε θα αποδίδουν στην εταιρία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους, ώστε την εν γένει μισθοδοσία τους, που μέχρι τις 31.12.2012 καταβαλλόταν από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο είχαν αποσπασθεί, από 1.1.2013 και εντεύθεν ανέλαβε να καταβάλει στους αποσπασμένους υπαλλήλους της, η εναγομένη, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων ευθύνης για τις αναθέσεις προϊσταμένου, βάσει της μισθοδοσίας που τους καταβαλλόταν την 31.12.2012.

Ακολούθως, ζητήθηκε από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας διοίκησης να ερευνηθεί εάν παραμένουν οι ίδιες με πριν θέσεις προϊσταμένων και εάν καταβάλλονται τα ίδια επιδόματα. Έτσι η Δ., σε συμμόρφωση με το ως άνω έγγραφο, απευθύνθηκε στις Διοικήσεις των ΥΠΕ (ενν. των Δ..Υ..Π.) με το ερώτημα σε ποιους από τους αποσπασμένους ως άνω από τη Δ.

Α.Ε. έχουν ανατεθεί καθήκοντα προϊσταμένου και ποια απ' αυτά είναι στάθμης Διευθυντή ή Τμηματάρχη. Σε απάντηση των πιο πάνω ερωτημάτων από τις οικείες ΥΠΕ (ενν. Δ..Υ..Π.), η εναγομένη - εκκαλούσα έλαβε την απάντηση ότι δεν έχουν γίνει αναθέσεις καθηκόντων στους ενάγοντες - εφεσίβλητους. Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη - εκκαλούσα διέκοψε από 1.2.2015 την καταβολή του επιδόματος Οργανικού Στελέχους στους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν αποσπασθεί ως άνω στις ΥΠΕ (ενν.

Δ..Υ..Π.). Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, δεν ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου στις νέες θέσεις, στις οποίες έχουν νομίμως αποσπασθεί και επομένως, δεν δικαιούνται να λαμβάνουν το επίδομα θέσης ευθύνης το οποίο είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με τα πραγματικά καθήκοντα προϊσταμένου, επίδομα το οποίο δικαιούται να λαμβάνει ο μισθωτός μόνο εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται και να ασκεί πραγματικά καθήκοντα προϊσταμένου, χωρίς να παραβιάζεται η "αρχή της ισότητας" μεταξύ των μισθοδοτούμενων από την ίδια αρχή, αφού η χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος δεν είναι χαριστική.

Τούτο διότι οι υπάλληλοι, που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων, επιβάλλεται να τυγχάνουν διαφορετικής μισθολογικής μεταχείρισης, λόγω των αυξημένων ευθυνών που αναλαμβάνουν, αλλά και λόγω των ουσιαστικών προσόντων που διαθέτουν και τα οποία σχετίζονται με την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Ο ισχυρισμός δε των εναγόντων - εφεσιβλήτων ότι εξακολουθούν να ασκούν τα πιο πάνω καθήκοντα αφού ουδέποτε εκδόθηκε πράξη ανάκλησης των αντίστοιχων για τον καθένα καθηκόντων ευθύνης δεν κρίνεται βάσιμος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δικαιούνται το εν λόγω επίδομα, διότι στην πραγματικότητα ασκούν τέτοια καθήκοντα προϊσταμένων, έσφαλε και συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως είναι κατ' ουσία βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αναφερομένων, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί στην ουσία της η αγωγή, ακολούθως δε, να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τις ως άνω παρατεθείσες παραδοχές και την κρίση που παρήχθη από αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 40 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου "Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Δ.. Ε.. Η.." και 46 παρ. 5 και 10 του ν. 4075/2012, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 46 του νόμου αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 5 του άρθρου 127 του ν. 4249/2014, οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθότι:

Α) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του είδους των καθηκόντων, τα οποία εκτελούσαν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες στις Δ..Υ..Π., στις οποίες είχαν αποσπασθεί κατά τα αναγραφόμενα στην ένδικη αγωγή χρονικά διαστήματα και Β) δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες σχετικά με το είδος των καθηκόντων που αυτοί ασκούσαν, όταν τους χορηγήθηκε (ή έπρεπε να χορηγηθεί κατά την έκτη ενάγουσα-έκτη αναιρεσείουσα) από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη το οριζόμενο στην παρ. 3 του άρθρου 40 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού Δ., ειδικό επίδομα ευθύνης της θέσης προϊσταμένου που τους ανατέθηκε, παρότι τα ζητήματα αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να καταδεικνύονται: α) τα συγκεκριμένα καθήκοντα, τα οποία ο κάθε ενάγων - αναιρεσείων ασκούσε όταν του χορηγήθηκε (ή έπρεπε να του χορηγηθεί) το επίδικο ειδικό επίδομα, β) τα συγκεκριμένα καθήκοντα που αυτός ασκούσε στη Δ..Υ..Π., όπου είχε αποσπασθεί, γ) εάν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στη Δ..Υ..Π., ο κάθε ενάγων -αναιρεσείων τελούσε υπό τις εντολές, υποδείξεις ή οδηγίες άλλου απασχολούμενου στη Δ..Υ..Π.

μισθωτού, που κατείχε θέση επιβλέποντος προϊσταμένου του, ή εάν ο ίδιος είχε υπό την εποπτεία και τον έλεγχό του άλλους εργαζόμενους στη Δ..Υ..Π. και δ) τα καθήκοντα των απασχολούμενων στις Δ..Υ..Π. μισθωτών, οι οποίοι κατείχαν με ανάθεση θέσεις προϊσταμένων και εάν αυτά ήσαν ή δεν ήσαν ταυτόσημα με τα καθήκοντα που ουσιαστικά ασκούσε ο κάθε ενάγων, στη Δ..Υ..Π., στην οποία είχε αποσπασθεί.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά είναι αναγκαία ενόψει και των διαλαμβανόμενων στην ένδικη αγωγή ισχυρισμών των εναγόντων - αναιρεσειόντων, που επαναλαμβάνονται και στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι ουδέποτε η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ανακάλεσε την απόφασή της, με την οποία τους είχε αναθέσει τα καθήκοντα προϊσταμένου, τα οποία παραθέτουν και για την άσκηση των οποίων τους χορηγούσε μέχρι και τις 31.1.2015 (ή έπρεπε κατά την έκτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα να της χορηγήσει) το επίδικο ειδικό επίδομα οργανωτικού στελέχους και ότι αντιβαίνει στον ΚΚΠ/Δ.

η διακοπή της χορήγησης του εν λόγω ειδικού επιδόματος μετά τις 31.1.2015, καθότι και μετά την ημερομηνία αυτή και καθ' όλη τη διάρκεια των διαλαμβανόμενων στην αγωγή χρονικών διαστημάτων οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες συνέχιζαν να ασκούν στις Δ..Υ..Π., στις οποίες είχαν αποσπασθεί, τα ίδια καθήκοντα προϊσταμένου, που ασκούσαν και πριν την απόσπασή τους και που ουδέποτε ανακλήθηκαν.

Εν κατακλείδι, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι δεν ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου στις νέες θέσεις, στις οποίες έχουν νομίμως αποσπασθεί και επομένως δεν δικαιούνται να λαμβάνουν το επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με τα πραγματικά καθήκοντα του προϊσταμένου" δεν έχουν το αναγκαίο περιεχόμενο, που απαιτείται για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης υπόθεσης στο πραγματικό των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 1 και 3 του "Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Δ..

Ε.. Η.." και του άρθρου 46 παρ. 5 και 10 του ν. 4075/2012, όπως το εν λόγω άρθρο του ν. 4075/2012 ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο, οι οποίες (διατάξεις) αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατά συνέπεια, ο ως άνω πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 237/2019).

Με το δεύτερο (και τελευταίο) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες διέλαβαν στην αγωγή τους και επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τον ισχυρισμό τους ότι όμοια με αυτούς καθήκοντα, (όπως αυτά και αν χαρακτηρισθούν) [βλ.

τη σελ. 7 του αναιρετηρίου], άσκησαν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή υπάλληλοι της εναγομένης - αναιρεσίβλητης "Δ. Α.", οι οποίοι ήσαν αποσπασμένοι στις Δ..Υ..Π., που επίσης παρατίθενται στην αγωγή και ότι, σε αντίθεση με τους ενάγοντες -αναιρεσείοντες, σε αυτούς συνεχίστηκε και μετά την 1.2.2015 και ουδέποτε διακόπηκε η χορήγηση του επίδικου ειδικού επιδόματος προϊσταμένου, κατά προφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος). Σχετικά με τη βασιμότητα ή μη του ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τις ακόλουθες (ήδη παρατεθείσες κατά την επισκόπησή της) παραδοχές της προσβαλλόμενης, με αριθμό 7015/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: "[...] οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι δεν ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου στις νέες θέσεις στις οποίες έχουν νομίμως αποσπασθεί και επομένως δεν δικαιούνται να λαμβάνουν το επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με τα πραγματικά καθήκοντα προϊσταμένου, επίδομα το οποίο δικαιούται να λαμβάνει ο μισθωτός μόνο εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται και να ασκεί πραγματικά καθήκοντα προϊσταμένου, χωρίς να παραβιάζεται η "αρχή της ισότητας" μεταξύ των μισθοδοτούμενων από την ίδια αρχή, αφού η χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος δεν είναι χαριστική.

Τούτο διότι οι υπάλληλοι που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων, επιβάλλεται να τυγχάνουν διαφορετικής μισθολογικής μεταχείρισης, λόγω των αυξημένων ευθυνών που αναλαμβάνουν, αλλά και λόγω των ουσιαστικών προσόντων που διαθέτουν και τα οποία σχετίζονται με την υπηρεσιακή τους κατάσταση." σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό, ο οποίος θεμελίωνε τις με την ένδικη αγωγή επιδιωκόμενες αξιώσεις των εναγόντων -αναιρεσείοντων στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω δεύτερος (και τελευταίος) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτεθέντα, η ένδικη, από 24.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης .../2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 7015/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, καθότι έγινε δεκτός ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αυτής. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 7015/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ